Η Δέσποινα Καΐτατζή –Χουλιούμη, κλινική ψυχολόγος, ποιήτρια, συγγραφέας, μεταφράστρια, μέλος της ΕΛΘ, έπειτα από την τελευταία της ποιητική συλλογή «Με λένε Εύα», έχει εκδόσει πρόσφατα μία νουβέλα με τίτλο «Σφιχταγκαλιάσματα και φτερουγίσματα» και υπότιτλο «ο χορός της ζωής». Ένα βιβλίο με συγκινητικές, βιωματικές εν πολλοίς αναφορές στην παιδική και εφηβική της ηλικία, στα αγαπημένα μέλη της στενότερης και της ευρύτερης οικογένειας. Αναφέρεται στο κλίμα και στην περιρρέουσα ατμόσφαιρα της περασμένης εκείνης εποχής, την κοινωνική και πολιτική κατάσταση στα μέσα του εικοστού αιώνα, τους αγώνες για επιβίωση, σε μια πολύ στενή γκάμα επαγγελματικών επιλογών, την εποχή της μετανάστευσης. Όμως αναφέρεται και στον πόθο για μόρφωση, επιστήμη και πνευματική καλλιέργεια κάποιων ξεχωριστών νέων ανθρώπων του οικογενειακού περιβάλλοντος.
Το βιβλίο της Δέσποινας είναι ένα αφήγημα με περιγραφές, σε μέγεθος νουβέλας, με την ιδιομορφία όμως ξεχωριστών κεφαλαίων, επτά στον αριθμό, σαν διηγήματα αυτοτελή, μέρη ενός συνολικού παζλ – ψηφιδωτού, με κοινά σημεία αναφοράς, τον τόπο: ένα προσφυγικό χωριό των Σερρών, την εποχή: τα μέσα του 20ού αιώνα και εξελίσσεται μέχρι σήμερα, τη συγγένεια και τη σύνδεση των ηρώων ή χαρακτήρων, που είναι μέλη μιας μικρής κοινωνίας. Σε κάθε κεφάλαιο η συγγραφέας επικεντρώνεται και κάνει φόκους σε διαφορετικά πρόσωπα με τη δική τους ιστορία, τους πόθους, τα βάσανα, τις ανομολόγητες επιθυμίες, τις απαγορεύσεις και τις συμβάσεις της κλειστής επαρχιακής κοινωνίας. Στην αρχή κάθε κεφαλαίου υπάρχουν σοφές ποιητικές προμετωπίδες.
Η συγγραφέας αφιερώνει το βιβλίο στη μνήμη της μητέρας της, που ονομαζόταν Αρχόντισσα. Σ’ αυτήν αναφέρεται το 1ο κεφ. της νουβέλας, που έχει τίτλο Το πρώτο της ζωής της ταξίδι, εμπνευσμένο από το σχεδόν ομότιτλο διήγημα του Γ. Βιζυηνού. Τα πρόσωπα των ηρώων που εμφανίζονται εδώ είναι ο Διγενής, ο αρχηγός της πατριαρχικής οικογένειας, καφεπαντοπώλης, η γυναίκα του η Δήμητρα, η αρχόντισσα του νοικοκυριού, του σπιτιού, με όλες τις κοπιαστικές εργασίες χωραφιών και ζωντανών ταυτόχρονα. Συγκατοικεί μαζί τους και η πεθερά που έχει ακόμη δεδομένη εξουσία. Το πρώτο ταξίδι που πρότεινε ο Διγενής στη γυναίκα του ήταν στη ΔΕΘ, γιατί πάντα έβγαινε με φίλους, χωρίς τη Δήμητρα, που βρισκόταν πάντα στο σπίτι. Αυτή η πρωτόγνωρη πρόταση λοιπόν του άντρα έδωσε μεγάλη χαρά στη γυναίκα.
Σε αυτό το κεφάλαιο και στα επόμενα, ο αναγνώστης που έζησε εκείνη την εποχή αναθυμάται, αλλά και οι νεότεροι σχηματίζουν μιαν ανάγλυφη εικόνα για τα ήθη και τους κοινωνικούς θεσμούς της εποχής των πριν 70 χρόνων.
Όπως και το 2ο κεφ, με τίτλο Το προξενιό, όπου η Δέσποινα Καΐτατζή προβάλλει γλαφυρά τον θεσμό του προξενιού και της προίκας. Η Τούλα, κόρη του Διγενή και της Δήμητρας, ήταν όμορφη και αυτάρεσκη, το καμάρι του πατέρα τους, που ήταν όμως αυστηρός και δεν της επέτρεπε να ξεμυτίσει απ’ το σπίτι. Ανησυχούσαν που έφθασε τα 21 και δεν είχε ακόμη παντρευτεί. Το κορίτσι όμως ήθελε να σκιρτήσει κάτι μέσα της. Πράγματι έγινε αυτό, ερωτεύθηκε τον Στράτο αλλά δεν τολμούσε να τον κοιτάξει ούτε να του μιλήσει, αν και ο έρωτας που άνθιζε ήταν αμοιβαίος. Φανταζόταν τη ζωή της με τον Στράτο, όμως εκείνος δεν της είχε μιλήσει για τον έρωτά του και είχε κάποιες αμφιβολίες. Δεν τόλμησε να μιλήσει στους γονείς της, οι οποίοι, μαζί με κάποιους θείους της, της παρουσίασαν ένα προξενιό, γεγονός που αποδιοργάνωσε το κορίτσι. (σελ. 29, 30). Έτσι ήταν η μοίρα των γυναικών εκείνη την εποχή που δεν είχαν λόγο και άποψη για την ίδια τους τη ζωή. Περνούσαν συνήθως όλη τη ζωή τους μέσα σε συμβάσεις, χωρίς υποψία ισοτιμίας.
Το 3ο κεφ., Το τρένο της επιστροφής, αναφέρεται στην ιστορία του Λεωνίδα, γιου του καπετάν Τάκη και της Ανάστας, ανιψιού της κεντρικής ηρωίδας, της Δήμητρας. Ο πατέρας του βρισκόταν για πολλά χρόνια στη φυλακή ως πολιτικός κρατούμενος, η μάνα του πάλευε με διάφορες δουλειές να επιβιώσουν. Εκτός απ’ τον Λεωνίδα, είχε κι άλλους δυο γιους, τον Πέτρο και τον Αλέκο. Ο τελευταίος, επτάχρονος, πνίγηκε στο ποτάμι, ενώ ήταν μαζί με τον εννιάχρονο Λεωνίδα. Παρά την έννοια και την προσοχή του αδελφού, το κακό έγινε. Από τότε ο Λεωνίδας δεν μπορούσε πλέον να ζει με τύψεις και ενοχές που του απέδιδε η μητέρα του, με τον κοινωνικό αποκλεισμό και την αδυναμία να βρει δουλειά λόγω πολιτικών φρονημάτων, ως γιος κομμουνιστή. Επίσης, είχε κι ένα δαιμόνιο μέσα του που τον παρακινούσε να σπουδάσει, να ανοίξουν οι ορίζοντές του. Αφού τελείωσε το Γυμνάσιο, έφυγε στη Γερμανία. Εκεί έζησε πολύ δύσκολα και μοναχικά, προσηλωμένος στις σπουδές του.
Κι ενώ του ανοιγόταν ένα λαμπρό μέλλον στη Γερμανία, αφού κατάφερε να ολοκληρώσει το διδακτορικό του κι έχαιρε εκτίμησης απ’ τους καθηγητές του, αποφάσισε να επιστρέψει στο χωριό, γιατί ήθελε να δει τη μητέρα του που τον αποζητούσε στην πατρίδα, από όπου έλειπε 12 χρόνια. Επέστρεψε με το τρένο, όπως όταν είχε φύγει, αλλά είχε ένα σοβαρό δυστύχημα με τον εκτροχιασμό του τρένου, λίγο πριν φθάσει στην Ελλάδα, όπου θα έμενε για πάντα. Έμεινε πολύ καιρό στο νοσοκομείο, όπου επαναπροσδιόρισε και αποκατέστησε τη σχέση με τη μητέρα του.
Είναι συγκλονιστικές οι περιγραφές και οι εικόνες που τρέφουν την αγωνία του αναγνώστη για την εξέλιξη, όπου εμφανίζονται και αρκετές ανατροπές, που καθόρισαν ζωή των ηρώων. Το ορμητικό ποτάμι είχε μεγαλύτερη και καθοριστική δύναμη από τις δυνατότητες επιλογής των ανθρώπων.
Διακρίνουμε εδώ κάτι που διατρέχει και ολόκληρο το βιβλίο: τη βαθιά σύνδεση με τις ρίζες που δεν είναι εμμονική προσκόλληση αλλά ένα συγκινητικό συναίσθημα που εκπηγάζει από τα αληθινά βιώματα αγάπης των συγγενών μεταξύ τους, αδελφών, ξάδελφων, θείων αλλά κυρίως της μάνας.
Στο 4ο κεφ. Σφιχταγκαλιάσματα και φτερουγίσματα επανεμφανίζεται η κεντρική ηρωίδα, η Δήμητρα. Έχουν περάσει πια τα χρόνια και η Δήμητρα χαίρεται με τις καθημερινές μικροχαρές. Ζει στον μικρόκοσμό της, με το πλέξιμο, με τα εγγόνια της κι ένα πουλάκι που έρχεται κάθε μέρα έξω απ’ το παράθυρό της, εκείνη του αφήνει ψίχουλα για να ξανάρθει την επόμενη. Ο άντρας της, ο Διγενής, έχει πεθάνει από χρόνια και τώρα η Δήμητρα αναθυμάται και αναδρομικά πενθεί γι’ αυτόν και για τα δύο πρώτα παιδιά της που πέθαναν πολύ μικρά. Παρηγοριά της η μικρότερη κόρη της, η Μαρίνα, που δοκίμασε κι αυτή την τύχη της στο εξωτερικό αλλά επέστρεψε στο χωριό της μη μπορώντας να προσαρμοστεί. Ανέλαβε το καφεπαντοπωλείο του πατέρα της. Δεν παντρεύτηκε στην ώρα της, για να γηροκομήσει τους γονείς της. Κάποτε όμως παντρεύτηκε με αλλοδαπό κι έκανε δυο παιδιά, που ήταν η χαρά της Δήμητρας, τα μοναδικά που είχε κοντά της. Οι άλλες κόρες της είχαν φύγει στη Σουηδία. Θα ήθελε βέβαια για γαμπρό Έλληνα κι όχι αλλοδαπό αλλά η ζωή την έμαθε να συμβιβάζεται και να βλέπει τα θετικά (σελ. 76).
Με αφορμή την εξαφάνιση δύο πουλιών μέσα απ’ το κλουβί, που τα έκανε δώρο η θεία Πάτρα στα ανίψια της, τη Δημητρούλα και τον Φάτος, η μικρή στενοχωρήθηκε πολύ και αναζήτησε την αγκαλιά της γιαγιάς της. Εκείνη λέει ότι τα πουλιά το έσκασαν, γιατί χρειάζονται να πετούν ελεύθερα κι όχι να είναι φυλακισμένα στο κλουβί. Ο αναγνώστης παρακολουθεί μια τρυφερή σκηνή –συνομιλία γιαγιάς και εγγονής, όπου η εγγονή δεν δείχνει να καταλαβαίνει όσα λέει η γιαγιά, ωστόσο την σφιχταγκαλιάζει, κουρνιάζοντας με ασφάλεια στην αγκαλιά της.
Αυτό το περιστατικό θυμίζει και τον τρυφερό τίτλο του βιβλίου, κυρίως όμως τα λόγια της μητέρας, της Δήμητρας, που τα βρίσκουμε στην τελευταία σελίδα της νουβέλας: « Εμείς φεύγουμε, ενώ άλλοι έρχονται μετά από μας… Να, μόνο που θα ήθελα να ήμουν από μια γωνιά να τους έβλεπα να μπαίνουν στον χορό κι όταν ξεκαρδίζονταν στα γέλια, να μοιραζόμουν τη χαρά τους κι όταν πονούσαν, να τους σκούπιζα τα δάκρυα, αλλά… αυτή είναι η μοίρα μας παιδί μου, ν’ αγκαλιαζόμαστε και να φτερουγίζουμε μακριά…»
Μεγάλο ενδιαφέρον παρουσιάζει η βαθιά ψυχογράφηση των προσώπων, κυρίως των γυναικών, πράγμα που υποδηλώνει έντονα την ψυχιατρική ιδιότητα της συγγραφέα. Η χρήση ονείρων και ονειροφαντασίας, η ιαματική επίδραση της τέχνης που λυτρώνει, συγκεκριμένα του κεντήματος στις Ψιλοβελονιές (κεφ. 5), επίδραση στον ψυχισμό δύο ευαίσθητων γυναικών που εκτονώνονται και ανακουφίζονται μέσω αυτής. Γιατί και η ψυχή τους είναι γεμάτη από βελονιές που τις τρυπούν και τις πληγώνουν ( σελ. 84, 86, 87 ).
Στο 6ο κεφ. Βαβίσματα σαν Φλοίσβος κυμάτων η σύγχρονη γιαγιά, που είναι συγγραφέας, ασχολείται με το νέο βρέφος, το εγγόνι και με την επαφή μαζί του, με αυτό το θείο δώρο. Εκδηλώνει τρυφερότητα και υψηλά συναισθήματα γι’ αυτό. Ταυτόχρονα, ο νους της τρέχει στο παρελθόν, στη σκληρή εποχή των δικών της παιδικών κι εφηβικών χρόνων, όταν δούλευαν στα χωράφια (σελ. 94 ).
Η νουβέλα ολοκληρώνεται με το 7ο κεφ., με τίτλο Επί του τάφου, όπου συναντιούνται οι εναπομείνασες στη ζωή αδελφές, η Πάτρα, η Έλλη και η Μαρίνα στο πατρικό σπίτι. Επισκέπτονται τους απόντες στον οικογενειακό τάφο και ανατρέχουν στα παλιά, θυμούνται την αξιοσύνη και την αγάπη της μητέρας, της Δήμητρας, που εκδηλωνόταν με πολλούς τρόπους, πράξεις και αλησμόνητα λόγια.
Η αφήγηση και η περιγραφή στο παρόν και οι αναδρομές στο παρελθόν ρέουν ευχάριστα, με τρόπο φυσικό. Απίστευτος είναι ο πλούτος των λέξεων από όλα τα πεδία της Γλώσσας. Επίσης, εντυπωσιακή και ευφάνταστη είναι η εικονοπλασία, καθώς και η περιγραφή των ονείρων (σελ. 95).
Το βιβλίο της Δέσποινας είναι μια ιστόρηση βιωματική, σχεδόν ποιητικά βιογραφική, σε συνδυασμό με μυθοπλασία. Είναι μια ηθογραφία, όπου ιστορούνται διδακτικά και ενδιαφέροντα πρότυπα ζωής και δράσης εξωτερικής και εσωτερικής.
Θεσσαλονίκη Γενάρης 2026, Περσεφόνη Τζίμα
