Ο Αχιλλέας ήρθε κρυφά στην Ασία
Στον Ιαξάρτη ποταμό να κολυμπήσω ζήτησα,
πλάι στο άγαλμα που γέρνει ολόσωμο
σε κοίτη ασημένια.
Τη φτέρνα που σηκώνεται να ανασάνει κάθε τόσο, να τη δω.
Το διψασμένο δέρμα που αποζητά ουρανό εκεί στη άμμο του Ιαξάρτη ποταμού
που αυθάδικα μια φτέρνα τόση δα, περιμένει τα χειρότερα.
Και τι να ’ναι χειρότερο
από το να καρφωθεί στο κέντρο της ακόντιο ή ίσκιος του;
Κι έτσι αποτελειώνεται ο Αχιλλέας.
Που ήρθε κατάμονος, κρυφά, να δει το άγαλμά του στον ασημένιο Ιαξάρτη
μα και τη χώρα όπου κάποτε θα δοξαζόταν ο Αλέξανδρος.
Κι εγώ, ο άμοιρος, στης Φεργκανά την κοιλάδα, στην Κεντρική Ασία, διάλεξα να κολυμπήσω
πλάι σε θεούς και ημίθεους.
Και μέσα απ’ το νερό να ξεχωρίζει και να περιμένει το βέλος, αυτή η αυθάδικη φτέρνα.
—————————————————————
ΣΗΜ:(Εμπνευσμένο από μια αφήγηση του διάσημου αρχαιολόγου Ε.Ρετβελάτζε, που μικρός κολυμπούσε στα νερά του Ιαξάρτη (σημ.Αμπού-Ντάρια) στην Κ. Ασία, αντικρύζοντας αγάλματα Ελλήνων θεών και ηρώων που είχαν μεταφερθεί κατά την εκστρατεία του Μ. Αλεξάνδρου).
1962
Πόσο σε αγαπούσα
Πριν τον Αδάμ και την πρώτη-πρώτη αυγή.
Πόση λαχτάρα σαν ένωνα τα χέρια μου πάνω σου σαν φύλλα μπανανιάς να μην βραχείς.
Πόσο σε αγαπούσα χιλιετίες πριν
και τα ζώα άκακα ούτε ρωτούσαν, ούτε απορούσαν.
Μαμούθ, βίσωνες, ρινόκεροι λευκοί , κοπάδια απ’ του Κόμοντο τους δράκους.
Πόσο σε αγαπούσα χρόνια πριν τη γέννηση σου, το 1962.
Κι έκλαψα, που μετά τόσους αιώνες ,
δεν έχω κάτι πιο ένδοξο να σου πω.
