Το παρκάρισμα αποδείχτηκε σκέτο μαρτύριο. Έσκυψε δίπλα στο κάθισμα του συνοδηγού, πήρε την τσάντα με τα χαρτιά και κατευθύνθηκε προς το καφέ της συνάντησης.
Τώρα που, σιγά σιγά φτάνει κι αυτός στον προορισμό του σκέφτεται πως δεν χρειάζεται ν’ αφήσει διαθήκη. Τα περιουσιακά του τα έχει προ πολλών ετών τακτοποιήσει, ό,τι απέκτησε κι ό,τι βρήκε από τους γονείς του τα έγραψε αρχικά στη γυναίκα του κι αυτή κατόπιν στα παιδιά τους.
Και στο θέμα τι να τον κάνουν μετά, να τον θάψουν ή να τον κάψουν, δηλώνει πως προτιμά να τον θάψουν. Αν και τα παιδιά του, αστειευόμενα, του λένε πως θα κάνουν και τις δύο τελετές για να απαλλαγούν σίγουρα από αυτόν. Όμως αυτός θεωρεί τον εαυτό του μεγάλο, όχι για την ανθρωπότητα αλλά για το δικό του περιβάλλον, που δεν χωράει σε μια μικρή τεφροδόχο. Προτιμά έναν τάφο στα μέτρα του να ρίχνουν πού και πού ένα λουλούδι επάνω και να τον μνημονεύουν. Το δοχείο με τις στάχτες τι να χωρέσει από αυτόν;
Τα τελευταία χρόνια έγινε μόδα στην Ελλάδα η καύση νεκρών. Ο χώρος που καίνε τα πτώματα, χωρίς μακάβριους σταυρούς και κιβωτιόσχημα λευκά μνήματα, δείχνει απατηλά ειδυλλιακός. Μοιάζει σαν να σε καλούν σε ένα θερινό απογευματινό πάρτι, σε μια γαμήλια δεξίωση, όπου με ένα ποτό στο χέρι βολτάρεις στον μεγάλο κήπο και παρέα με άλλους μνημονεύεις τον νεκρό. Ο ίσκιος από τις μουριές σε δροσίζει και τα λουλούδια της μεγάλης αυλής ευφραίνουν ρίνες και όμματα. Αμερικανιά με τα όλα της! Τα ηχεία συνήθως παίζουν τυποποιημένη τζαζ μουσική, και συγγενείς και φίλοι βολτάρουν στον κήπο χωρίς να ξέρουν τι να κάνουν μέχρι να έρθει η ώρα που το φέρετρο θα στηθεί μπροστά στο καμίνι. Το περιβάλλον δεν υποβάλει θλίψη για κάποια οριστική απώλεια. Μάλλον αμηχανία σκορπά την οποία οι επισκέπτες καλύπτουν με διάφορους αστεϊσμούς.
Την οριστική απώλεια του συγκεκριμένου ατόμου, φίλου ή συγγενούς που πέθανε όλοι την έχουν συνειδητοποιήσει και αυτοί που πιστεύουν σε ατελείωτα ταξίδια σε ένα κρύο και σκοτεινό υπερπέραν και αυτοί που αρνούνται να καταλάβουν αυτά που η νόησή τους τούς βοηθά να προσλάβουν. Από κάπου έρχεται μια σπίθα, ζωογονεί κάποιους σάρκινους ιστούς, σχηματίζει έναν «Λεωνίδα» και μαζί του μεγαλώνει και γερνάει ώσπου σβήνει η σπίθα κι όλα περνούν στη δικαιοδοσία του χρόνου και της μνήμης. Να, ας πούμε, η πεθερά του που πέθανε πρόσφατα πλήρης ημερών, ενενήντα ένα ετών. Κι οι παρευρισκόμενοι στις επιθανάτιες δεήσεις, λόγω Covid, ήταν μετρημένοι. Καθώς έφευγε ο Λεωνίδας από την εκκλησία σκεφτόταν πως είτε είχαν κόσμο, όπως ο νεκρός της προηγούμενης κηδείας, είτε όχι, και οι δύο νεκροί στο χώμα ήταν σχεδόν ίσοι. Μόνο τα κιλά τους διέφεραν. Αλλά αυτό ενδιαφέρει αποκλειστικά τα ακόρεστα, πτωματοφάγα σκουλήκια. Αργά αργά θα καταλάβουν όλο το νεκρό σώμα και με σκουληκίσια υπομονή θα μασουλήσουν ό,τι μπορεί να φαγωθεί. Σαν να κρατάει ένα παιδί μια γομολάστιχα και με επιμέλεια να σβήνει τη ζωγραφιά.

Κάποια βράδια στα νεκροταφεία ακούγονται παράξενοι θόρυβοι. Σαν κάποιοι να σέρνουν τις ταφόπλακες, να ξεσκεπάζουν τα φέρετρα, να γκρεμίζουν τα καντήλια. Και ακούγονται βογκητά οργής και αγανάκτησης. Οι νεκροί επιστρέφουν από τον Άλλο Κόσμο αναστατωμένοι. Δεν δέχονται την ισότητα φονιάδων και φονεμένων, αδικούντων και αδικημένων, ήλιου και φεγγαριού. «Δεν είναι κόσμος αυτός που μας έστειλες» ουρλιάζουν αλλόφρονες κι ανοίγουν τις σκελετωμένες τους παλάμες μουντζώνοντας τον ουρανό.
Με τις μοντέρνες τελετές εξαφανίστηκαν και τα κόλλυβα που ξετρελαίνουν μικρούς και μεγάλους. Στάρι, ζάχαρη, ρόδια και μύγδαλα, σε γλυκαίνουν και σε χορταίνουν. Οι υπάλληλοι, από το φουαγιέ στην είσοδο μέχρι το καμίνι στο βάθος, διεκπεραιώνουν τις εργασίες λες και δουλεύουν σε ξενοδοχείο ή σε κάποιον φούρνο πολυτελείας. Τέρμα οι νεκροθάφτες με τα γκρι κουστούμια και τη μόνιμα ζωγραφισμένη θλίψη στα μούτρα τους, τέρμα κι αυτοί που σου σκάβουν το λάκκο.
Ο Λεωνίδας προτιμά τους ιερείς με τα άμφια, τα πετραχήλια και με τα καντηλέρια να πηγαινοέρχονται και να σκορπούν τη μυρουδιά του λιβανιού. Παρόλο που με τους παπάδες ποτέ δεν είχε καλές σχέσεις. Προτιμά τις δεήσεις και τους εξάψαλμους που ακούγονται σε Αλεξανδρινή γλώσσα που δηλώνουν την πανάρχαιη καταγωγή του Μυστηρίου του θανάτου και του αντίστοιχου δέους που προκαλεί. «Χούς ει και εις χουν απελεύσει». Όχι το άλλο: Που τον έθαψαν, ρε συ; Τον έκαψαν στη Ριτσώνα. Ούτε οδός Αναπαύσεως με τα μαρμαράδικα και τις αλλόκοτες βιτρίνες θαμμένων προσωπικοτήτων, ούτε Νεκροταφείο Καλλιθέας. Βέβαια γράμμα δεν περιμένει πια από κανέναν αλλά όπως κι αν το δεις σε ένα νεκροταφείο θα έχει μόνιμη και επίσημη διεύθυνση μετοίκησης και με Ταχυδρομικό Κώδικα. Όποιος στο απώτερο μέλλον τον χρειαστεί θα μπορέσει εύκολα να τον βρει…
Οι συγγενείς παίρνουν την τεφροδόχο και τη βάζουν σε ένα εμφανές σημείο του σπιτιού, συνήθως δίπλα στην τηλεόραση. Κι ο πεθαμένος κοιτάζει και ακούει τα πάντα. Τα σοβαρά και τα αστεία, τα ρεψίματα και τις εσπερινές εξαερώσεις τους, τα νόστιμα σχόλια και τις άνοστες τοποθετήσεις τους. Πού είναι η νυχτερινή σιωπή και η κατάνυξη των νεκροταφείων;
Άσε που όταν καεί κάποιος είναι σαν να υπογράφει τελεσίδικα πως δεν αξιώνει τίποτε περισσότερο γιατί δεν υπάρχει τίποτε μετά. Αν όμως θαφτεί αφήνει μια μικρή χαραμάδα για το … μέλλον. Έλεγε πάντα: Το ξέρω, όλα δείχνουν πως δεν υπάρχει Θεός. Αλλά αν υπάρχει; Σαν να λέει: Ψιτ, Κύριε, εδώ είμαι κι εγώ. Και προσπαθεί με αυτόν τον τρόπο να πιάσει κορόιδο το Θεό. Αλλά αν υπάρχει Θεός, Αυτός δεν θα είναι κορόιδο. Γιατί αν είναι κορόιδο τότε δεν θα είναι Θεός. Όμως αν υπάρχει και συμπεριφέρεται σαν ανύπαρκτος μοιάζει σαν να μας έχει φέρει από άλλον πλανήτη εδώ σε μια κόλαση για τιμωρία και για εκπαιδευτικούς λόγους. Και δεν μας το λέει αυτό – και σοφά πράττει – γιατί αν το γνωρίζαμε οι αυτοκτονίες θα ήταν συχνές. Δεν μας μιλάει, δεν μας δίνει ένα σημάδι, παρά μας αφήνει να το καταλάβουμε μόνοι μας και να συνετιστούμε. Πράγμα ιδιαίτερα δύσκολο.
Λοξοκοιτώντας την σερβιτόρα με τη δαχτυλιδένια μέση, ρούφηξε μια γουλιά από το ουίσκι του και σηκώθηκε να πάει στο τραπέζι με το μικρόφωνο. Είχαν μαζευτεί πολλοί, άντρες και γυναίκες, κάποιους και κάποιες που είχε χρόνια να τους συναντήσει με κόπο τους αναγνώρισε.
Είχε ρίξει την ιδέα να συγκεντρωθούν παλιοί φίλοι και φίλες, να γράψουν και να διαβάσουν επικήδειους για τους ίδιους από τώρα, όσο είναι εν ζωή. Να τους ακούσουν όσο είναι ζωντανοί, να τους χαρούν. Να το κάνουν! Μη φοβηθούν ότι θα φέρουν γρουσουζιά. Μετά τι να γράψουν και για ποιον; Ο Λεωνίδας ήδη ετοίμασε λίστα για επικήδειους που πρέπει να εκφωνήσει γιατί κάποιοι καλοί παιδικοί φίλοι είναι, όπως και ο ίδιος, στο όριο. Φτάνουν, με το καλό, στον κόφτη των 80 ετών. Ας μην πει τώρα ονόματα γιατί πολλοί θα σταματήσουν να του λένε καλημέρα. Αλλά οι ίδιοι γνωρίζουν.
Σκέφτηκε πως μπορούν να κάνουν σε καφετέρια ειδική συνάντηση και να διαβάζονται οι επικήδειοι προς τους υποψήφιους για αποδημία και να χτυπούν οι από κάτω παλαμάκια προσδοκώντας πως κάποιος από τους φίλους θα έχει γράψει και τον δικό τους επικήδειο λόγο. Θα είναι μεγάλη τιμή και ευδαιμονία αν συμβεί…
Ο Λεωνίδας τελικά δεν είναι από εκείνους που αναζητούν τη λογική πίσω από το θάνατο. Και μήπως υπάρχει λογική πίσω από τη γέννηση; Ποιος θα γεννηθεί, ποιος θα πεθάνει και ποιος θα γίνει βορά για να συντηρηθεί το σύμπαν δεν σχετίζεται με τα συγκεκριμένα «εγώ» και τις ατομικές ευαισθησίες. Αντιθέτως, νιώθει την απεραντοσύνη του κόσμου να τον περιβάλλει με μια αποδοχή απόλυτης αδιαφορίας. Η σκέψη του για τον Θεό, αν υπάρχει, παρέμεινε εκεί, χωρίς απάντηση, αλλά και χωρίς ανάγκη απαντήσεως. Ήταν απλώς ένα ψιθύρισμα, όπως εκείνο το «Ψιτ, Κύριε, εδώ είμαι κι εγώ», που δεν ζητούσε τίποτα. Ίσως, τελικά, το μόνο που έχει σημασία είναι το εδώ και όχι το εγώ.
