Θανάσης Τριανταφύλλου – Ένα ποίημα
“Το νησί του Απόλλωνα”
«Ἐπελθόντες δὲ οἱ τοῦ Μιθριδάτου στρατηγοὶ καὶ ὁ ἀποστήσας τύραννος αὐτὴν διελυμήσαντο πάντα, καὶ παρέλαβον ἐρήμην οἱ Ῥωμαῖοι πάλιν τὴν νῆσον, ἀναχωρήσαντος εἰς τὴν οἰκείαν τοῦ βασιλέως.» (Στράβων Χ, 5. 4…..).
Άδηλη η μοίρα κι ας είσαι η Δήλος.
Τόπος θεού και πανηγύρεων νησί,
Με επισκέπτες τόσους και ιερή χλιδή,
Σπουδαίο κάποτε, μεγάλο εμπορείο.
Καλόγεροι πωλούν αγίασμα, θυμίαμα και εικονίτσες
Κι ελπίδα ίασης απ’ άγνωστων οστών τη θέα
Κι η κνίσα, από σουβλάκια πάει σύννεφο.
Καραβοκύρηδες με πρόσωπα αργασμένα
Με κόκκινα τουλπάνια στο κεφάλι
Κεχριμπαρένια κομπολόγια και πουγκιά στη ζώνη.
Και κάπου μαυρομάνικα κρυμμένα για ώρες δύσκολες.
Μάντισσες γύφτισσες μασάνε φύλλα βάγιας.
Τις ασημώνεις και σου λεν αυτά που θες να ακούσεις
Για τωρινά μελλούμενα και παρελθόντα.
Κι ήλθε κι ο Μόμμιος κι η Κόρινθος της δόξας πάει.
Πέτρα για πέτρα δεν απόμεινε, ντουβάρι όρθιο.
Κι άπλωσε νεκρική σιγή στο άλλοτε πολύβουο λιμάνι.
Η Δήλος ήταν η άλλη ωραία λύση, με τον Απόλλωνα
Τα πανηγύρια και το ωραίο της καραβοστάσι.
Γαλέρες γέμισαν ρωμαϊκές κι άλλα πλεούμενα.
Σκούνες κι άλλα τρικάταρτα
Γολέτες και κορβέτες
Με κείνα τα ωραία ονόματα
Άγιος Σώστης, Άι Νικόλας, Κατερινιώ.
Κι ο δρόμος για Ασία πάλι ανοικτός
Κι οι έμποροι με τους καραβοκύρηδες βρίσκουν ξανά
Καλό κρασί κι ωραία γλέντια.
Ώσπου ο Μιθριδάτης πήρε τα πάνω στο νησί
Τα πάντα αυτός τα πήρε.
Και παραμένει αυτό βουβό με τα λιοντάρια
Να στέκουν ράθυμα και σιωπηλά
Να καρτερούν τα καραβάνια, χρησμούς ν’ ακούσουν.
Κι ο Απόλλωνας αμίλητος και ντροπιασμένος,
Αφού δεν είδε πρώτος τον δικό του αφανισμό.
Κι οι απολύσεις άρχισαν κι άλλες περικοπές
Και όλων των μάντεων των άχρηστων κυνήγι
Των δούλων του θεού και του λαμπρού ναού
Που δεν του είπαν τίποτα για τη δική του μοίρα.
Και τα λιοντάρια καθισμένα σιωπηλά
Μ’ όρθια τα μπροστινά τους δύο πόδια
Μόνο κάτι μικρές πράσινες σαύρες λιάζονται
Σε ξεχασμένα από βήματα πλακόστρωτα.
Μικρούλες, φοβισμένες σαλαμάντρες.
Ο ήχος από τα σαντάλια σ’ άλλες πλάκες
Μια μουσική μονότονη που βηματίζει
Καλό και πάλι το κρασί σ’ ένα φλασκί να περιμένει.
Και τα χωμάτινα, στη γη, κρυμμένα τα πιθάρια
Χωρίς καλούδια κι άλλα τους γεννήματα
Ρετσέλια, σύκα ξεραμένα, μαύρα σπυριά το στάρι
Πώς ξέχασα και τα τζιτζίκια,
Σ’ αναζητήσεις τόσες απορροφημένος
Στη μπερδεμένη από όλα ετούτα μνήμη!
Αυτή που κάνει τα παλιά κι άλλοτε ξεχασμένα
Σαν τα μικρά χρυσόψαρα που προσπαθούν
Να βγουν, να πεταχτούν από τη γυάλα στον αέρα
Και που δε νοιάζονται τι θα συμβεί μ’ όλα τα περαιτέρω
Έστω και για της μιας στιγμής ελευθερία,
Βαδίζω ιστορώντας καταχείμωνα
Αδιευκρίνιστων σε καλοκαίρια αναμνήσεων,
Α, εδώ ήταν κι οι θησαυροί της Συμμαχίας ,
Το ιερό ταμείο και το πλούσιο παγκάρι.
Είδες, πώς κάποτε τα πράγματα αλλάζουν
Κι οι καιροί; Κι η Δήλος, άδηλη;
Φανερωμένη κι αφανέρωτη;
Το Δήλιον ωστόσο πρόβλημα,
Δεδηλωμένο
Χωρίς να περιμένει αμήχανο για Ευκλείδειες λύσεις που
Ποτέ δεν θα έρθουν.
Θ.Τ. (Από την ανέκδοτη συλλογή μου: ΔΙΑΛΟΓΙΣΜΟΙ ΣΕ ΠΑΡΚΑ ΟΝΕΙΡΩΝ)
