Το ποιητικό έργο «Συν-ευρέσεις» συνιστά μια ιδιαίτερη και ερευνητικά ενδιαφέρουσα συμβολή στον σύγχρονο ελληνικό ποιητικό λόγο, τόσο ως προς τη θεματική του κατεύθυνση όσο και ως προς τη μορφολογική του διάρθρωση. Η ίδια η επιλογή του τίτλου προϊδεάζει για μια ποιητική πράξη, κατά την οποία δύο διακριτές φωνές επιχειρούν όχι απλώς να συνυπάρξουν αλλά να συνομιλήσουν επί της ουσίας, δημιουργώντας έναν ενδιάμεσο λυρικό χώρο, όπου το «μεταξύ» καθίσταται ποιητικά γόνιμο.
Η συμβολή της Ειρήνης Λαρδούτσου Κούρτη εδράζεται στη μακρά παράδοση του σονέτου, το οποίο η ποιήτρια προσεγγίζει όχι ως στατικό ή ιστορικά παγιωμένο σχήμα, αλλά ως δυναμικό ποιητικό εργαλείο. Μέσα από την επιμελημένη χρήση των μετρικών και ηχητικών δυνατοτήτων της φόρμας «Με του χορού το σβήσιμο γοβάκι θα ξεχάσω,/στα σκαλοπάτια του μυαλού που τα γυαλίζει ο στίχος,/ με το ρουμπίνι της καρδιάς τις άκρες του θα βάψω/και μ’ ένα ουράνιο ταγκό θα ζωντανέψει ο μύθος!»[1], καθώς και τη λειτουργική αξιοποίηση της volta, επιτυγχάνεται μια διαρκής νοηματική μετατόπιση και ενδοσκόπηση, η οποία αναδεικνύει τη ρητορική ισχύ και τη συγκινησιακή πυκνότητα της παραδοσιακής μορφής, αποδεικνύοντας συγχρόνως τη δυνατότητά της να ανανεώνεται και να παραμένει επίκαιρη.
Αντιθετικά, αλλά συμπληρωματικά, η Κλεονίκη Δρούγκα εκφράζεται μέσω της ελευθερίας του ελεύθερου στίχου, με έμφαση στη βιωματική ένταση, τον άμεσο λεκτικό παλμό και την επιτελεστικότητα της ποιητικής φωνής. Η ποίησή της χαρακτηρίζεται από διακεκομμένες εικόνες, σωματικότητα και μία σχεδόν θεατρική πρόθεση εκφοράς, η οποία καθιστά τον λόγο ικανό να φέρει την εμπειρία στο προσκήνιο χωρίς παρεμβολές, φίλτρα και εξωραϊσμούς, «Ο ήλιος έδυσε στις επτά και πενήντα./Την ώρα εκείνη, την άμμο τίναζες από πάνω σου,/ άντρα, Renault κουρασμένο,/εξοχικό προκάτ/ κουρτίνες που κρέμονταν από μία κλωστή./Κάπου εκεί/μια μπρος μια πίσω κάνοντας/ έχασες τ’ αριστερό γοβάκι».[2]
Ο θεματικός άξονας του έργου είναι ο έρωτας, όμως όχι υπό το πρίσμα της ρομαντικής εξιδανίκευσης. Πρόκειται για μια ερωτική συνθήκη η οποία προσεγγίζεται ως κατεξοχήν υπαρξιακό γεγονός, με όρους απώλειας, τραύματος, επιθυμίας και οριακής εμπλοκής «Γι’ αυτό το βλέμμα που άστραψε στη νύχτα των ματιών σου,/σα θησαυρό το φύλαξα το δαντελένιο ξέφτι,/ μες στη λεβάντα να πονά, ζητώντας πάλι εμπρός σου/ να απλωθεί και να γενεί το ανόθευτο σεντέφι/ στου λογισμού σου τ’ όστρακο που κρύβεις στον βυθό σου,/ σαν η δαντέλα η μαύρη μου, τα πάθη σου θα γνέθει»[3] . Η εκφορά της ερωτικής εμπειρίας αγγίζει τα όρια της ποιητικής εξομολόγησης, με επιμονή στη σωματική και ψυχική εγγραφή της μνήμης και του πάθους στον ποιητικό λόγο «Το δαντελένιο παρεό που/ έδεσα στη μέση/ ξάγρυπνο θα σ’ αφήσει ως τις έξι το πρωί/ μ’ απωθημένα κι όνειρα/ κρυμμένα κάτω από τη γλώσσα/ ήχους υπόκωφους στο στήθος/ αλίμονο, -θ’ αντέξεις;».[4]
Ιδιαίτερη έμφαση αποδίδεται στη μουσικότητα των ποιημάτων. Στην περίπτωση των σονέτων, η μουσικότητα εκδηλώνεται δομικά και ρυθμικά, ενώ στον ελεύθερο στίχο αναδύεται υπόγεια, μέσω της επιμελημένης χρήσης της παύσης, του ρυθμικού ρήγματος και της φωνητικής πυκνότητας. Δεν είναι τυχαία η ανάδειξη του ηχητικού στοιχείου στον πρόλογο του έργου, καθώς ο ήχος, ως υλικό της επιθυμίας, καθίσταται οργανικό συστατικό της ποιητικής σύνθεσης.
Τέλος, αξίζει να σημειωθεί ότι το βιβλίο εγγράφεται σε μια ευρύτερη σύγχρονη τάση απελευθέρωσης του ερωτικού λόγου από κανονιστικές συμβάσεις. Οι δύο ποιήτριες, μέσα από διαφορετικές φόρμες και ύφη, διαμορφώνουν έναν κοινό λόγο που εναντιώνεται σε προκαθορισμένες αναπαραστάσεις του έρωτα, διεκδικώντας την αυθεντικότητα της εμπειρίας και την πολιτική της επιθυμίας «Γι’ αυτό το φρύδι το λειψό και το λοξά ραμμένο,/τον κόσμο όλο θα άλλαζα και πάλι απ’ την αρχή/μαζί σου θα ταξίδευα στον κόσμο δίχως φρένο[5]». Πρόκειται για μια ποίηση που λειτουργεί όχι μόνον ως αισθητική πρόταση, αλλά και ως λόγος χειραφέτησης «Πράξη 3η: Σαν μπήκες πάλι/ λες να είναι αλήθεια, σκέφτηκα, και/ το παράθυρο άνοιξα μα/ είχα ξεχάσει να βλέπω τον κόσμο μαζί σου./ Οι γέφυρες έξω γκρέμισαν/ -μέσα να δεις-/ δεν είναι εποχή για ταξίδια./ Το παράθυρο έκλεισα.»[6]
Οι «Συν-ευρέσεις» αποτελούν ένα σημαντικό παράδειγμα δημιουργικής συνάντησης ποιητικών υπογραφών, οι οποίες, μολονότι διατηρούν τη διαφορετικότητά τους, επιτυγχάνουν τη σύγκλιση στο ουσιώδες: την αναζήτηση νοήματος μέσα από τη γλώσσα, το συναίσθημα και την τέχνη. Είναι ένα έργο που μας χαρίζει αναγνωστική απόλαυση και ταυτόχρονα μας προκαλεί ερευνητικά να το μελετήσουμε ως μία νέα πρόταση στην ελληνική ποίηση του 21ου αιώνα.
[1] Σταχτοπούτα, σ. 18.
[2] Γοβάκι στην άμμο, σ. 19.
[3] Μαύρη δαντέλα, σ. 20.
[4] Δαντελένιο παρεό, σ. 21.
[5] Ραμμένο αριστερό φρύδι, σ. 24.
[6] Δεν είναι εποχή για ταξίδια (σε τρεις πράξεις), σ. 25.
