You are currently viewing Βαλεντίνη Χρ. Καμπατζά  Επιστροφή στον Χρόνο· λύτρωση ή άβυσσος; Η μαγική παρέμβαση της Λογοτεχνίας και γενικότερα της Τέχνης

Βαλεντίνη Χρ. Καμπατζά Επιστροφή στον Χρόνο· λύτρωση ή άβυσσος; Η μαγική παρέμβαση της Λογοτεχνίας και γενικότερα της Τέχνης

(Στην αγαπημένη και πάντοτε πιστή φίλη μου Χιονούλα)

 

Το γκρίζο αστικό τοπίο μιας μελαγχολικής τσιμεντούπολης φαντάζει εφιαλτικά σαν ένας απέραντος, απροσπέλαστος τοίχος. Ο μεσημεριανός (άλλοτε ζεστός και ελπιδοφόρος ουρανός) έχει πλέον χάσει τη φωτεινότητα και τη λάμψη του, παραμένοντας στιγματισμένος, αποχρωματισμένος από τις πολλαπλές αυθαίρετες παρεμβάσεις του ανθρώπου, ο οποίος –συνειδητά ή ασυνείδητα– συμβάλλει συνεχώς στη μόλυνση της ατμόσφαιρας και στη σταδιακή καταστροφή του περιβάλλοντος.

Ο άνθρωπος, κύριος υπεύθυνος, βασικός συντελεστής της αλλοίωσης της ατμόσφαιρας –θύτης και ταυτόχρονα θύμα των δικών του επιλογών και ενεργειών– βιώνει τη νοσηρή, διαμορφωθείσα νέα κατάσταση, αδυνατώντας πλέον να αντιδράσει. Έχοντας απομακρυνθεί πλήρως από τις επιταγές και τις αξίες της Φύσης, όντας απολύτως παθητικός και αδρανής, υιοθετεί ένα κομφορμιστικό-τεχνητό πρότυπο διαβίωσης· εντελώς ασυνείδητα, δίχως να αντιλαμβάνεται ότι τελικά, βρίσκεται εγκλωβισμένος σε μία περίτεχνη φυλακή κατασκευασμένη από τον ίδιο, κατασπαταλά ανούσια τον χρόνο του. Οι γρήγοροι, απαιτητικοί ρυθμοί της σύγχρονης πραγματικότητας δεν του επιτρέπουν να προβεί σε κριτικό απολογισμό, σε αναθεώρηση των αξιών του παρόντος. Όλα τα θεωρεί φυσιολογικά και δεδομένα, αποκοιμισμένος από τις επιταγές της κομφορμιστικής κοινωνίας και από την τεχνητή ευμάρεια. Ακόμη και την ίδια του την ύπαρξη, καθόσον ενεργεί σαν ημίθεος που δεν τον αγγίζει καθόλου ο θάνατος, καταπατώντας κάθε κανόνα ηθικής προς όφελος του εύκολου κέρδους και των υλικών αγαθών. Η αρρώστια και η απώλεια αγαπημένων προσώπων διαταράσσουν πρόσκαιρα αυτή την εγωιστική και παθητική του στάση, χωρίς ωστόσο να καταφέρουν –συνήθως– να τον αφυπνίσουν. Ίσως πιο αποτελεσματική καταδεικνύεται η αίσθηση μοναξιάς και μελαγχολίας που τον καταλαμβάνουν, λόγω της έλλειψης οικείων προσώπων.

Η ενδεχόμενη συνειδητοποίηση αυτής της παρεκτροπής από την ουσία της ζωής και την αληθινή ευτυχία (που αποκρυσταλλώνεται σε μερικές, πρόσκαιρες μικροχαρές και στην απόλαυση του μεγαλείου της Φύσης), παράλληλα με το γεγονός του φθαρτού χαρακτήρα κάθε ύπαρξης οδηγούν το άτομο σε ψυχικό αδιέξοδο. Ωστόσο, αυτό το πνευματικό διάλλειμα, αυτή η σωτήρια αιφνίδια έγερση μπορεί να συμβάλλει σε μερική ή και σε πλήρη αναθεώρηση των αξιών και σε ριζική ανασυγκρότηση του τρόπου ζωής σε κάτι πιο βιώσιμο και θετικό. Το τεχνητό παρελθόν εντάσσεται πλέον στον «χαμένο χρόνο» (“temps perdu”) σύμφωνα με τον Γάλλο διανοούμενο και λογοτέχνη, εισηγητή της θεωρίας του παραλόγου Albert Camus. Υπάρχει ακόμη χρόνος για την εκ βάθρων αποδόμηση της τεχνητής πραγματικότητας, για αναθεώρηση των αίολων αξιών, για επαναφορά στην ορθή πορεία, για επάνοδο στην απλότητα και στους κανόνες της Φύσης (που βασίζονται στην αγάπη, στη φιλία, στην αλληλεγγύη, στην ενσυναίσθηση)· τελικά, στην κοινωνικότητα που έχει αυθαίρετα απορρίψει ο σύγχρονος άνθρωπος, επηρεασμένος από την τεχνητή ευμάρεια και τα εντυπωσιακά τεχνολογικά επιτεύγματα της εποχής.

Βασικός σύμμαχος σε αυτή τη ριζική αλλαγή καταδεικνύεται η Μνήμη, η οποία επαναφέρει απλόχερα στιγμές του παρελθόντος, αγαπημένα πρόσωπα που έχουν οριστικά χαθεί, λαμπερές σκιές που εμμένουν πεισματικά στον χρόνο και διεκδικούν τη θέση τους· instantanés προσωπικής και οικογενειακής ευτυχίας, θεμελιωμένης σε κάτι απλό και αυθεντικό, αλλά δυστυχώς εφήμερο.

Τα άψυχα αντικείμενα (που αντιστέκονται με εμμονή στη λήθη, στην καταστροφική-ισοπεδωτική δίνη του χρόνου) συμβάλλουν και αυτά με τη παρουσία τους στην ανάκληση του παρελθόντος, στη νοερή επαναφορά των αγαπημένων νεκρών, στην αναβίωση των ανέμελων παιδικών χρόνων και της ανανεωτικής, ελπιδοφόρας νεότητας· στη νοσταλγία μιας πρόσκαιρης, απολεσθείσας ευτυχίας, ενός πολύτιμου, αλλά ολοκληρωτικά χαμένου παράδεισου.

Η περιπλάνηση στην ίδια μουντή πόλη, στους ίδιους απρόσωπους δρόμους, στα ίδια ακαλαίσθητα τσιμεντένια κτήρια μαρτυρά ήδη αυτή την αλλαγή της πραγματικότητας. Τίποτε πλέον δεν είναι το ίδιο στον συναισθηματικό κόσμο του ατόμου. Τίποτε δεν μπορεί να επαναφέρει τη χαμένη ευτυχία και την πληρότητά του, αγαθά που προήλθαν από καίριες στιγμές του παρελθόντος. Και το πιο σημαντικό, τίποτε δεν μπορεί να αναπληρώσει το κενό της απουσίας αγαπημένων υπάρξεων. Όλα μοιάζουν άχρωμα, αδιάφορα, ανούσια, παγωμένα, αλλοιωμένα, στερεωμένα σε μια θανάσιμη ακινησία, σε μια βασανιστική σιωπή, στην επικίνδυνη μοναξιά, που οδηγεί το άτομο σε απόγνωση.

Αυτή η βασανιστική αίσθηση του κενού επιτείνεται με την επαναφορά στη μνήμη αγαπημένων προσώπων και γενικότερα υπάρξεων, που πλαισιώνουν αναπόφευκτα αυτό το μελαγχολικό, πεσιμιστικό τοπίο· άλλοτε αισιόδοξο και ελπιδοφόρο.

Οι γιορτές των Χριστουγέννων –που χαρακτηρίζονται από ένα πνεύμα γαλήνης, αισιοδοξίας, θαλπωρής και ελπίδας– καταδεικνύονται σε αληθινό μαρτύριο για όσους έχουν χάσει οικεία πρόσωπα. Η επαναφορά στη μνήμη ευτυχισμένων στιγμών μαζί τους καταλήγει να είναι μία ιδιαίτερα τραυματική, βασανιστική, εφιαλτική εμπειρία. Η παλιά λάμψη των εορτών φαντάζει πλέον ως μία ανυπόφορη άβυσσος που καταπονεί ψυχικά το άτομο.

Η αναδρομή στο παρελθόν, αυτή η αναβίωση-επιστροφή στον χρόνο εμπεριέχει ταυτόχρονα θετικές και αρνητικές λειτουργίες. Αφενός έχει μια λυτρωτική-καταπραϋντική χροιά, δεδομένου ότι το άτομο κατορθώνει να αμβλύνει κάπως τη θλίψη της πεσιμιστικής παρούσας κατάστασης, επαναφέροντας στη μνήμη ευτυχισμένες νότες του παρελθόντος. Αφετέρου, καταδεικνύεται σε πραγματικό εφιάλτη, επειδή –με τον τρόπο αυτό– ανασύρονται μορφές αγαπημένων προσώπων που συνέβαλλαν στην ευτυχία του, στιγμάτισαν καθοριστικά τη ζωή του και πλέον δεν υπάρχουν.

Παράλληλα, αυτή η καταβύθιση –εκούσια ή ακούσια– του ατόμου στα άδυτα της μνήμης προκαλεί ψυχικό άλγος σε αυτό, δεδομένου ότι η σύγκριση παρελθόντος-παρόντος οξύνει περισσότερο το συναίσθημα απογοήτευσης, λόγω και του ανούσιου-τεχνητού χαρακτήρα της σύγχρονης πραγματικότητας.

Η Λογοτεχνία, ως μια σημαντική, μαγική μορφή τέχνης, προσφέρει μερική ανακούφιση και ελπίδα σε όσους τη γεύονται και ακολουθούν τα μαγευτικά μονοπάτια της. Για τους συγγραφείς συνιστά μια ανέλπιστη διέξοδο, καθόσον αυτή η πολυεπίπεδη μυσταγωγική-μεθυστική εμπειρία οδηγεί τελικά σε μερική απεμπλοκή από την άσχημη ψυχολογική κατάσταση που βιώνουν οι ίδιοι σε προσωπικό επίπεδο, καθώς και η ανθρώπινη κοινότητα. Αυτό καθίσταται σαφές ιδιαίτερα όταν πρόκειται για δυσμενείς συνθήκες κοινωνικοπολιτικού ή υγειονομικού χαρακτήρα (όπως συνέβη με την μακροχρόνια περίοδο της πανδημίας Covid-19). Το ψυχικό άλγος αμβλύνεται, υποχωρεί εν μέρει κατά τη διάρκεια της δημιουργικής-συγγραφικής ενασχόλησης, ενώ παράλληλα κυριαρχεί το συναίσθημα και η βούληση για απαλλαγή όλων των αρνητικών στοιχείων.

Ο δε αναγνώστης που ανατρέχει στις σελίδες ενός βιβλίου ή μελετά ένα λογοτεχνικό κείμενο, μεταφέρεται νοερά σε ένα άλλο τοπίο, λιγότερο τεχνητό-κομφορμιστικό, με ανθρωποκεντρικό πρόσημο και έμφαση στις αξίες της αυθεντικής Φύσης. Οι παλιές, απλές συνήθειες μιας τοπικής κοινωνίας του περασμένου αιώνα όπου επικρατούσαν στενοί δεσμοί μεταξύ των ανθρώπων (ειδικά κατά τις γιορτινές ημέρες) κατάφερναν να απαλύνουν τα αρνητικά συναισθήματα και τη μοναξιά. Το ατομικό καλό υποτασσόταν στο συλλογικό, σε αντίθεση με την ψυχρή, αδιάφορη τεχνητή κοινωνία του σήμερα.

Διαμέσου της ανάγνωσης ενός λογοτεχνικού έργου, η αλλοιωμένη πραγματικότητα της δυτικής κοινωνίας παραχωρεί τη θέση της σε μια μορφή κοινωνίας-πρότυπου, η οποία παραπέμπει στο απλοϊκό παρελθόν, σε συνήθειες ξεχασμένες, εγκαταλελειμμένες από τους πολίτες της Δύσης· σε εποχές που έχουν αλόγιστα απορριφθεί από αυτούς, ηττημένες από τη λάμψη των μεγαλειωδών επιτευγμάτων της Τεχνολογίας, η οποία συνέβαλλε σημαντικά στον πλήρη αποπροσανατολισμό τους.

Το εγχείρημα πολλών λογοτεχνών και εικαστικών να εκθέσουν μέσα από το έργο τους τις σημαντικές διαφορές της σύγχρονης αστικής δυτικής κοινωνίας και της απλοϊκής, αυθεντικής διαβίωσης στους κόλπους της Φύσης κατορθώνει συχνά να αφυπνίσει τον παθητικό-υπό καταστολή πολίτη. Πολλές φορές, αφορμή γι’ αυτή τη θεματολογία συνιστά ο τόπος καταγωγής των δημιουργών και η αναδρομή στις σχετικές προσωπικές τους εμπειρίες.

Ο Γάλλος συγγραφέας Albert Camus –διαμέσου των ηρώων του– αναπολεί τον λαμπερό καλοκαιρινό ήλιο που επικρατεί στη γενέτειρά του, στο Αλγέρι, στοιχείο που του προσδίδει θαλπωρή, ηρεμία και αισιοδοξία για τη ζωή.

Ο Μάρκος Μέσκος, σπουδαίος Έλληνας ποιητής της Μακεδονίας, σε μια ατμόσφαιρα απόλυτης νοσταλγίας, ξεναγεί τον αναγνώστη στα ήρεμα τοπία της γενέτειράς του, υπογραμμίζοντας παράλληλα την ενότητα ποιητή και γενέθλιου τόπου, ανθρώπου και Φύσης.

Ο ποιητής και πεζογράφος της συμπρωτεύουσας Τόλης Νικηφόρου αναβιώνει το ιδανικό παρελθόν των ανέμελων παιδικών του χρόνων σε γειτονιές του κέντρου της πόλης όπου κυριαρχούσαν η απλότητα, η αγάπη, η αλληλεγγύη και η ειλικρίνεια στις ανθρώπινες σχέσεις (Σειρά διηγημάτων με τίτλο Νόστος, εκδ. «Νέα Πορεία», 2000).

Η πολυσχιδής λογοτέχνιδα και εικαστικός Παυλίνα Παμπούδη υπογραμμίζει το κλίμα μελαγχολίας που συνοδεύει τον σύγχρονο πολίτη σε αυτό το άχρωμο τοπίο όπου ακόμη και η Φύση έχει υποστεί σημαντικές αλλοιώσεις και αλλαγές: «Ο άνθρωπος ακολουθώ το μονοπάτι/ Το μονοπάτι με ακολουθεί αβέβαιο/ Τώρα/ Διασχίζουμε μια τεθλιμμένη εξοχή-/ Όξινη χλόη/ Υβρίδια βασανισμένα, άνθη άοσμα/ Άρρωστα δέντρα/ Απότομα σταματημένα στην πλαγιά-» (ποίημα με τίτλο «Ακολουθώ» από τη συλλογή Άμμος και λίγα βότσαλα, εκδ. «Ροές», 2024).

Ο ποιητής και εικαστικός Γιάννης Στεφανάκις, μέσα από το έργο του, αντιπαραβάλλει την καθημερινότητα στην επαρχία του παρελθόντος (όπου επικρατούσαν η ηρεμία και το μεγαλείο των φυσικών στοιχείων) με αυτή του σύγχρονου πολίτη στο ψυχρό τσιμεντένιο τοπίο (με τα γιγαντιαία, ακαλαίσθητα, κτισμένα άναρχα οικοδομικά συγκροτήματα), απογυμνωμένο από τη μαγευτική παρέμβαση της Φύσης. Δέντρα κατεστραμμένα, αποξηραμένα, αρρωστημένα υπογραμμίζουν αυτό το κλίμα μελαγχολίας, απομόνωσης και απόγνωσης που βιώνει ο άνθρωπος.

Οι Βιβλιοθήκες, παραδοσιακοί κοινωνοί της γνώσης και διάχυσης πληροφορίας, λειτουργούν ως ενεργοί συντελεστές προσέλκυσης του φιλομαθούς κοινού και παρότρυνσής του για έμπρακτη ενασχόληση με τη Λογοτεχνία και την Τέχνη. Η διοργάνωση ποικίλλων εκδηλώσεων, όπως Ημερίδες που προβάλλουν το έργο Ελλήνων και ξένων δημιουργών (λογοτεχνών και καλλιτεχνών), εκθέσεις εικαστικών έργων που καθιστούν γνωστό το έργο πολλών καλλιτεχνών, καθώς επίσης και η λειτουργία λεσχών ανάγνωσης ποίησης και πεζογραφίας κατορθώνουν να ευαισθητοποιήσουν τους αναγνώστες και τους επισκέπτες των βιβλιοθηκών, αναδεικνύοντας παράλληλα και τα θετικά στοιχεία αυτής της πρόσληψης και εμπειρίας. Αυτή η εκπληκτική μυσταγωγική διαδικασία όπου ο αναγνώστης-θεατής μεταφέρεται νοερά σε άλλες εποχές, γευόμενος το κλίμα τους, αναπνέοντας ανεμπόδιστα τον αέρα τους, τον καθιστά στην πραγματικότητα αυτόπτη μάρτυρα περασμένων και άγνωστων σε αυτόν τόπων και γεγονότων. Συμβάλλει δε σημαντικά στη μεταμόρφωσή του ως προσωπικότητα και στην αλλαγή στάσης ζωής.

Εξάλλου η Τέχνη, σε όλες της τις μορφές, λειτουργεί μαγικά ως σημαντικός μοχλός πνευματικής έγερσης, κάθαρσης και εξανθρωπισμού του αλλοτριωμένου δυτικού πολίτη, ο οποίος (καθώς εξαπατήθηκε από τους κίβδηλους, εντυπωσιακούς  θησαυρούς του Eldorado) έχασε κάθε ανθρώπινο χαρακτηριστικό· καταδικασμένος πλέον να επιβιώσει σε μια προκατασκευασμένη, ανούσια και ανταγωνιστική κομφορμιστική κοινωνία όπου το επίκεντρο δεν είναι ο άνθρωπος και η αληθινή του ευτυχία, αλλά η αλόγιστη συσσώρευση υλικών αγαθών.

 

 

 

Βαλεντίνη Καμπατζά

 

Αφήστε μια απάντηση

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.