Loading...
ΒιβλιοπαρουσιάσειςΠΡΟΣΕΓΓΙΣΕΙΣ

Ανθούλα Δανιήλ: Γιάννης Στεφανάκις, Βάθος Ουρανού – 137 χαϊκού και 35 σχέδια, Εκδ. ΑΩ, 2020

Ο Γιάννης Στεφανάκις είναι ποιητής- ζωγράφος ή ζωγράφος -ποιητής που χρησιμοποιεί τη μία τέχνη του ως συμπληρωματική της άλλης. Είναι δηλαδή αυτός που γράφει και αισθάνεται και με λέξεις και με σχήματα. Εκείνοι που γνωρίζουν τη δουλειά του θα εντοπίσουν και στη νέα  συλλογή του,  Βάθος Ουρανού, τη συνέπειά του στο θέμα, όπως έχουν ξαναδεί ήδη στη συλλογή Το καρφί του χρόνου (2010), Πρόσφυγας Θεός και άλλα ποιήματα (2014), Ο κόσμος των πραγμάτων (2019) και στη συλλογική έκδοση Μίτος αιφνίδιος η μοναξιά (2016).

Για τον Στεφανάκι εικαστικό έχει συντεθεί τόμος με εξαιρετικές συνεργασίες και με τίτλο «Από την Αφαιρετική τοπιογραφία στο παλίμψηστο εννοιών», από τις Εκδόσεις του Φοίνικα, καθώς επίσης και ένας τόμος Ταξίδι στην Ουτοπία, με δίγλωσση εισαγωγή της Πέγκυς Κουνενάκη, με έργα του καλλιτέχνη, τα οποία μας στρώνουν το έδαφος για την ποίησή του.   

Χαρακτηριστικό του Στεφανάκι είναι η απλότητα και το μεγαλείο της απλότητας, όπως αυτό  απορρέει από ό,τι τον τρώει μέσα του, από ό,τι βιώνει γύρω του, από τον καημό του βασανιζόμενου ανθρώπου γενικώς.

Γράφοντας τα 137 χαϊκού και σχεδιάζοντας τα 35 σχέδια, γράφει ποιήματα και ζωγραφίζει συναισθήματα, στοχάζεται πάνω στα φαινόμενα της καθημερινής ζωής αλλά και στα αιώνια και αναπάντητα ερωτήματα που απασχόλησαν τον άνθρωπο και τον απασχολούν ακόμη, για τη φύση και τους ανθρώπους, δίνοντας υπόσταση λεκτική στα αφανή, μετατρέποντας τα ανόργανα σε οργανικά, εμψυχώνοντας εν τέλει τα πάντα. Τον απασχολεί «ο κόσμος των πραγμάτων», όπως έλεγε σε προηγούμενη συλλογή του,  «ο πόνος του ανθρώπου και των πραγμάτων», όπως , θα λέγαμε με τη σκέψη μας στον Καρυωτάκη. Εκείνος, βέβαια, ήταν αστός, ποιητής του εσωτερικού χώρου, κλειστός, ενώ ο Στεφανάκις, ας πούμε, φυσικός, έχει σχέση με το χώμα και το νερό, τη σκληρή αλλά και κυριολεκτικά ουσιαστική ζωή, οπότε προσπαθεί να φτάσει στα άφταστα μέσα από τη δική του καλλιτεχνική οδό που εκκινεί από το γραφείο, στο οποίο γράφει το ποίημα ή το εργαστήριο, όπου καλλιτεχνεί το εικαστικό του για ανοιχτεί στους ουρανούς, στα σύννεφα, στα άστρα και το φεγγάρι και να μας τα προσφέρει στα χαϊκού του, μικρές κυψέλες από τις οποίες ρέει ψυχικό μέλι.

Μινιατούρες, ποιητικά κομψοτεχνήματα στις οποίες αναδεικνύεται η   ασήμαντη λεπτομέρεια ως μέρος του μεγαλειώδους όλου. Το μικρό και το μεγάλο σε διάλογο.  

Αρχίζοντας από το πρώτο ποίημα και σκίτσο  βλέπουμε τα πολλαπλώς τραγουδισμένα ωδικά τζιτζίκια, τα οποία ο ποιητής, σκαρφαλωμένος στον κορμό ενός δέντρου κρατιέται καλά σαν τζίτζικας, για να ακούει τον ύμνο που αναπέμπουν στο θείο δώρο της ζωής.  

 Τζιτζίκια ψάλλουν: / ελιά ευλογημένη,/πράσινος καρπός. 

 Μέσα σε τρεις μικρές στροφές και δεκαεφτά συλλαβές μάς έδωσε το τραγούδι της αιωνιότητας, την ευλογία του Θεού και την όμορφη νιότη.

Ένα ένα τα λεκτικά  στοιχεία, όσο και αν φαίνονται απλά, είναι μεστά, γεμάτα από τη μεγαλοσύνη της απλότητας. Η ελιά, ιερό δέντρο της Αθηνάς και στοιχείο του αγίου μύρου, ευλογημένη στην Αγία Τράπεζα και βασικό συστατικό διατροφής,  υπερβαίνει θρησκείες και διασκελίζει επικαιρότητες.

Ο ποιητής ζωγράφος παρατηρεί, λέξεις και σχέδια διαπλέκονται αρμονικά στο υφαντό της τέχνης του.  Η αεικίνητη σε ένα συνεχές ζικ ζακ ματιά του ενώνει τη γη με τον ουρανό. Μεγάλος πλάνης και περιηγητής του σύμπαντος χώρου, ο από ψηλά κοιτάζοντας κάτω και από τα χαμηλά ερευνώντας τα πάνω, γίνεται η γέφυρα ανάμεσα σε Θεό και ανθρώπους:

 Λευκό σύννεφο/ λούζεται στη θάλασσαˑ / κόκκινη κλωστή

Την καμινάδα /γλείφει φως του φεγγαριού/ σκιά στο δώμα

Ένα χαϊκού  / δεκαεπτασύλλαβο.: φλερτάρει το φεγγάρι…  

 Όμως δεν είναι μόνο η φύση που τον απασχολεί, όπως και οι κανόνες του είδους επιβάλλουν, τον απασχολούν και τα  εσωτερικά συμβάντα, τα οποία μεταφέρει συλλαμβάνοντάς τα  όχι μόνο με τα μάτια, αλλά και με την ψυχή, μεταπλάθοντας, αναμειγνύοντας, μεταμορφώνοντας τα της φύσης σε ανθρώπινα και τα του ανθρώπου σε φυσικά:

 Κρατάς ανέμους / αγκαλιά μες στην καρδιά / κι αναστενάζεις  

Παλεύει ο νους/ τρικλοποδιά να βάλειˑ/ καρδιά μου, κράτα

 τέτλαθι δη κραδίη, λέει ο Όμηρος στην Οδύσσεια, ραψ.  τ. 163, ήτοι «βάστα καρδιά μου», όπως ο ελληνικός λαός επαναλαμβάνει, όταν τον πιέζουν οι συμφορές και όπως ο Στεφανάκις, ερήμην του Ομήρου μεταφέρει τον πανάρχαιο ανθρώπινο πόνο του Οδυσσέα που βασανίζεται με όσα έχει ήδη υποφέρει και με όσα βλέπουν τα μάτια του τώρα. Αυτό το αιώνιο «τώρα» μας δίνει και η φρασούλα του λιανού χαϊκού «καρδιά μου, κράτα».

 Κουβαλάς γάτο/ μαύρο στην αγκαλιά σου/ σε στήθη φωτιά

 Έτσι, λοιπόν, μιλάει με τη φύση και για τη φύση, για πράγματα φαινομενικώς γενικά ή  αδιάφορα, αλλά και προσωπικά. Σε συνεχή ώσμωση τα μεν με τα δε. Ο Στεφανάκις, όπως και κάθε άνθρωπος και ειδικά όταν είναι καλλιτέχνης, έχει μπει για καλά στο ποτάμι του καιρού. Έχει μπει για τα καλά στο ναρκοπέδιο, όπως, παρεμφερώς λέει ο Οδυσσέας Ελύτης. Στους στίχους του αγωνιά  για έναν κόσμο με εγκληματική αδιαφορία για τον άνθρωπο, μεταφέρει τα πάθη του πάσχοντος ανθρώπου, σαν «θεός πρόσφυγας», για να θυμίσω την προγενέστερη συλλογή του, παρατηρεί: Γέρος άστεγος, παραληρηματικός στη μοναξιά του. Σχολιάζει το θλιβερό φαινόμενο του άστεγου και απροστάτευτου ανθρώπου σε στίχους όπως Στο φανοστάτη /γκρεμίζεταιˑ κόσμος/ της υποκρισίαςΑπορριμμάτωνˑ/ απελπισίας κάδος/ και ευμάρειας  Σκύβει να δει και να ακούσει τα κοντινά, τα χαμηλά, τα ταπεινά, αναγνωρίζει του κάθε πλάσματος, φαινομένου, συναισθήματος την σπουδαιότητα.

Τις φωνές του κόσμου έχει αποστηθίσει άλλοτε σαν «βουερό ποτάμι» που «σμιλεύει πέτρες», άλλοτε σαν «γκρίζο ουρανό θορυβώδη και άστατο», άλλοτε σαν νερά ποτάμια κυλούν/ στο πρόσωπό του ή γίνονται τα «σύθαμπα τζάμια,/ υγρές κουρτίνες».

Δεν τον αφήνει ασυγκίνητο η Φθορά στους τοίχους:/ ο ασβέστηςˑ πρόσωπα/ ξεχασμένα.  Η επαφή με το χώμα τον ενδυναμώνει και από εκεί αντλεί δύναμη για να δημιουργήσει.

Μ’ αυτόν τον τρόπο, το φυσικό περιβάλλον, το αστικό και το εσωτερικό-ψυχικό, γίνονται ένα. Η  ματιά του είναι ανθρωπιστική. Το έργο του φιλάνθρωπο. Φυσιολάτρης και Άνθρωπος και πάντα πρόθυμος όχι μόνο να παρατηρεί και να καταγράφει αλλά να γίνεται και αγωνιστικός και να μπαίνει στον  κοινωνικό στίβο: 

  Θα βάλω πλάτη/ σύννεφα θα κρατήσωˑ/ έναν  ουρανό.

 Μετά τη μπόρα / το ουράνιο τόξο/ μες  στη ματιά σου

 Να περιμένεις / το φιλί σαν ουρανό/ μέσα στην πίκρα

 Παίζει το κύμα / σαν παιδίˑ και σαν βοριάς/ αγριεμένος

 Θα σταθώ για λίγο στο ουτοπικό και υποσχετικό

 Λευκό σύννεφο/ τη σκιά σου θα δέσω, με μαύρο σκοινί

 Καθώς και στο Θα γίνω δέντρο / στη σκιά του να κάτσεις / το καλοκαίρι

 Τα ανωτέρω, παρά την αδυναμία εκπλήρωσης της υπόσχεσης λειτουργούν σαν βάλσαμο στην ψυχή, και αυτό, δεδομένης της ποιητικής αδείας,  αρκεί.

 Ο Γιάννης Στεφανάκις έχει περάσει την κόκκινη γραμμή, μένει πάντα σταθερός στις αρχές του και στα δύο της σκέλη της τέχνης του μας προσφέρει διπλή την δωρεά του:

 Αίμα η λέξη:/ χρωματίζει το χαρτί/ φωτιά του βάζει.

 Και επειδή ο ποιητής αποκλείεται να μην είναι και ερωτικός θα τελειώσω με δύο , ας πούμε, φωτεινά χαϊκού  που δίνουν χώρο και ελπίδα στη ζωή:

 Κόκκινα χείλη: / καρπούζι και σταφύλι,/ τι να δοκιμάσω;  

 Να περιμένεις/ το φιλί σαν ουρανό/ μέσα στην πίκρα…

  Με τη δική του υπόσχσεση… περιμένουμε …

 

                                    

 

 

 

 

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.