Loading...
ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΠοίηση

Βάσω Καρακώστα: δυο ποιήματα

ΣΤΙΓΜΗ

 

Στην ύστατη κραυγή η φύση μοναχή της
γεννάει τη στιγμή.
Κρατώ το νεογέννητο.
Το γέλιο του φυσάει τη λεύκα κι ο ουρανός
σα θυμιατό κουνιέται.
Ο πατέρας μου. Ποιος είναι ο πατέρας μου; ρωτάει.
Ο καπετάνιος λέω.
Αυτός που το καπέλο του το ναυτικό στους γλάρους
το δωρίζει
μη και βουλιάξει ο ουρανός πριν σπάσει με το στέρνο του
το πιάτο του θανάτου.
Κι εκείνο, τα χάλκινά του μάγουλα όπως φουσκώνει
πανιά αιωνιότητας ξανοίγονται
στο χώμα.

 

ΣΤΟ ΧΑΣΜΑ

Δίχως φρένα ο αέρας
κι εκεί ψηλά αναδουλειές. Τα συνεργεία κλείσαν.
Εκεί ψηλά οι κυνηγοί χαϊδεύουν  τις γενειάδες.
Και να ’τος ένας κότσυφας.
Ξεφρενωμένος, στα μαύρα του ντυμένος
γαμπρός από τον έβδομο ουρανό κατηφορίζει.
Στον έκτο πάει, στου πέμπτου το παράρτημα
στον τέταρτο, στον τρίτο.
Στο δεύτερο κατρακυλά, στον πρώτο πάει και πέφτει.
Και στ’ άσπρο ενός σύννεφου κολλάει
το μαύρο του όλο.
Στο χάσμα τ’ αποδημητικού
στη διχασμένη ουρά του, εκεί ανάκατσε η βροχή
απάγκιο σα να βρήκε.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.