Loading...
ΒιβλιοπαρουσιάσειςΠΡΟΣΕΓΓΙΣΕΙΣ

Γιάννης Κολοκοτρώνης: Ανθούλα Δανιήλ, Δεκαετίες τερματίζουν όλες μαζί στο νήμα, εκδόσεις Βακχικόν 2020.  

Η Ανθούλα Δανιήλ παίζει με τον αναγνώστη σ΄ ένα παιχνίδι με δικούς της κανόνες. Στήνει μια αυτοβιογραφία που εξ ορισμού είναι πρόκληση. Δεν είναι γραμμένη από τηλεοπτικό είδωλο της εποχής, δεν αφορά σταρ του σινεμά, διεθνή ποδοσφαιριστή, επώνυμο master chef ή πολιτικό ολκής που μονοπωλούν την καθημερινή ειδησεογραφία. Η ίδια, δε μασά τα λόγια της. Συμφιλιωμένη με το παρελθόν και το παρόν της, φιλτράρει τις μνήμες και τα επεισόδια της ζωής της μέσα από την ακόρεστη φιλομάθειά της για ό,τι αποκαλούμε ανθρωπιστικές σπουδές. Κλασική μουσική και Όπερα, θέατρο και κινηματογράφος, λογοτεχνία, εικαστικά, αρχαιολογία, ιστορία και πάνω απ’ όλα η γλώσσα της (!) συμπλέκονται σε μια αφήγηση γεμάτη νεύρο και ένταση για να πείσει τον αναγνώστη ότι η καθημερινότητα είναι ένα αχανές αλλά ωραίο και περιπετειώδες πλέγμα σχέσεων, μορφών και περιεχομένου, εμπειριών και αναλύσεων, υποκειμενικότητας και αντικειμενικότητας, δράσης και απραξίας που επιβεβαιώνει ότι τέχνη είναι η ζωή μας και τα αδέσμευτα ταξίδια του μυαλού, ατελείωτα.    Ας θυμηθούμε την μεταποιητική τεχνική του Αλέκου Φασιανού, του Γιάννη Τσαρούχη, του Οδυσσέα Ελύτη, του Γιώργου Σεφέρη, του Άγγελου Σικελιανού να αναδεικνύουν την αφανή διάσταση των πραγμάτων εκεί όπου ο μύθος και η ιστορία, η διαίσθηση και η γνώση συμπλέκονται υποδόρια της πραγματικότητας δημιουργώντας συσχετίσεις και συνειρμικές εικόνες δίνοντας σε καθημερινά γεγονότα μυθική διάσταση. Όπως αυτή, που περιγράφει ο Αλέκος Φασιανός στο Αθηναϊκό Πανόραμα: «Ζωγράφιζα έναν άνθρωπο που κράταγε το ποδήλατό του και το τιμόνι μου φάνηκε σαν τόξο, και φαντάστηκα αμέσως έναν αρχαίο πολεμιστή και τις ακτίνες των τροχών, καθώς τις έγραφα, σαν ακτίνες φωτός, σαν ήλιο»[2]. Αυτή η συνειρμική μεταποίηση της πραγματικότητας χρησιμοποιήθηκε κατά κόρον από τους Σουρεαλιστές σε βαθμό που συρρίκνωσαν την πραγματικότητα ενσωματώνοντας μαγικά στοιχεία για να δημιουργήσουν μια υπέρ-πραγματικότητα υπερβατικού (Yves Tanguy, Juan Arp, Max Ernst) ή πολυδιάστατου ερωτικού περιεχομένου (Salvador Dali). Μαγεία και ερωτισμός χωρίς πολιτικοποίηση, ήταν ιδανική συνταγή για τη υπερβολή της καταναλωτικής μανίας που πρόβαλαν διαφήμιση, ΜΜΕ και φυσικά η Pop Art  στα 60’s και 70’s.

 Με γέφυρα τη διδακτορική της διατριβή της πάνω στο έργο του Οδυσσέα Ελύτη [«Ο Οδυσσέας Ελύτης ανάμεσα στις αντινομίες του καιρού του» (ΕΚΠΑ 2003)], η Ανθούλα Δανιήλ, κράτησε τη διαύγεια του συναισθήματος[3] από την πείρα της αυτόματης γραφής του Ποιητή για να τη μετατρέψει με τη σειρά της, σε Ηρώνειο αυτοματοποιητικό εργαλείο διαχείρισης της κουλτούρας. Συνάψεις Εγκυκλοπαιδικών γνώσεων, χρονικοί συσχετισμοί, συναισθηματικές συμπτώσεις, ποικιλία συγκλίσεων και αποκλίσεων, λεκτικά παράλληλα και αναφορές σε κάθε είδος τέχνης, λογοπαίγνια και χιούμορ συνθέτουν μεθοδικά ένα κολάζ αφήγησης όπου τίποτα δεν στηρίζεται στο τυχαίο, αλλά το ένα συνταιριάζει με το άλλο για να ολοκληρώσουν τη μεγάλη εικόνα του πολιτισμού. Η ίδια, εξοικειωμένη με την εποχή της χωρίς να έχει μείνει βήμα πίσω, περήφανη για τον πολιτισμό της που είναι πάντα και παντού παρών, την επαγγελματική της πορεία ως Φιλόλογος της Μέσης Εκπαίδευσης που υπηρέτησε με συνέπεια και αγάπη, χωρίς να κουβαλά βαρίδια της παιδικής της ηλικίας και ανεκπλήρωτες επιθυμίες, χωρίς συναισθηματικές ελλείψεις ή άλλου είδους κενά, βλέπει με διαύγεια συναισθήματος και γνώσης την ατόφια εικονογραφία του νέου Ελληνισμού που περιγράφει ο Ελύτης. Ο παλιρροϊκός της λόγος παρασύρει μεθοδικά τον αναγνώστη σ΄ ένα ταξίδι, όπου η γνώση γίνεται απόλαυση για να ενεργοποιήσει την υπνωτισμένη παρακαταθήκη που οι νεοέλληνες βαπτιζόμαστε σ’ αυτήν για να μείνουμε στη συνέχεια της ζωής μας μόνο στην οπτική εμπειρία των ερειπίων και στην επιφάνεια της κουλτούρας.

Ξέμακρη πολύ από τον ρομαντικό στοχασμό ενός απομονωμένου συγγραφέα, γιατί δεν της ταιριάζει, η Ανθούλα Δανιήλ είναι μια ανήσυχη σύγχρονη συγγραφέας με έντονη κοινωνική δραστηριότητα επειδή στην επικοινωνία των ανθρώπων παράγεται ο λόγος ως αρχή του πολιτισμού. Πάντα κάτι έχει να πει, να ανταλλάξει απόψεις, να ακούσει. Γι’ αυτό κάθε κείμενό της είναι κι ένα ανοικτό παράθυρο στην πολυμορφία του κόσμου μας. Ίσως επειδή, τα χρόνια που υπηρέτησε στη Μέση Εκπαίδευση, δεν είδε τον εαυτό της ποτέ ως «καθηγήτρια», ποτέ δεν έκανε μάθημα για το μάθημα, ποτέ δεν αντιμετώπισε το ακροατήριό της ως μαθητές που περιμέναν να διδαχτούν την τρέχουσα σχολική ύλη. Υπήρξε πάντα εκεί για να μας μιλήσει (felix fui), πάνω στη διαχρονία των εννοιών, των συναισθημάτων, την ποιητική μετουσίωση των ανθρώπινων πράξεων, να δώσει ώθηση στην εφηβική φαντασία μας γιατί έχεις τα μάτια των ανθρώπων και τη ζωή των παιδιών που λέει ο Νίκος Εγγονόπουλος.[4] Και κάτι πολύ περισσότερο που το συνάντησα χρόνια μετά στα λόγια του Marcel Duchamp ότι το καλύτερο έργο είναι ο τρόπος που χρησιμοποιούμε το χρόνο μας[5]. Και αν η πολυεπίπεδη φιλομάθεια είναι χαρακτηριστικό της για το πώς αξιοποίησε το χρόνο της μέχρι σήμερα, τότε σίγουρα κανείς δεν μπορεί να της αμφισβητήσει ότι πληροί μια σύγχρονη και σπάνια εκδοχή του homo universalis της Αναγέννησης.

Σημειώσεις:

[1] Ο Γιάννης Κολοκοτρώνης, είναι Καθηγητής Ιστορίας της Δυτικής Τέχνης στο Τμήμα Αρχιτεκτόνων Μηχανικών του Δ.Π.Θ

[2] Αλέκος Φασιανός, Αθηναϊκό Πανόραμα, Εκδόσεις Καστανιώτη, 1992, σ.8.

[3] Οδυσσέας Ελύτης, Ανοιχτά Χαρτιά, Εκδόσεις  Ίκαρος 1987, σ.139, 470.

[4] Νίκος Εγγονόπουλος, «Κλέλια ή μάλλον το Ειδύλλιον της Λιμνοθάλασσας» στο Ποιήματα Β, Ίκαρος 1993, σ. 193.

[5] Pierre Cabanne, Ο Μηχανικός του Χαμένου Χρόνου, συνεντεύξεις με τον Marcel Duchamp. Άγρα 1989, σ.136.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.