Loading...
Θέατρο

Γιολάντα Σακελλαρίου: «Βόυτσεκ» της ομάδας Ξανθίας, στο Θέατρο Σημείο

Οι πρώτες εμπειρίες μου από τον Βόυτσεκ του Γκέοργκ Μπύχνερ ήταν στον κινηματογράφο, στα τέλη της δεκαετίας του ’70 από το γερμανό σκηνοθέτη Βέρνερ Χέρτσογκ και αργότερα, στα πλαίσια του φεστιβάλ κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, από τον ούγγρο σκηνοθέτη Γιάνος Σαζ, τη δεκαετία του ’90.

Ο Χέρτσογκ ακολουθεί πιστότερα το ημιτελές θεατρικό έργο του Μπύχνερ και με σκηνοθετική μαεστρία χτίζει τον κοινωνικό ασφυκτικό κλοιό γύρω από τον εύθραυστο Βόυτσεκ, που κατατρεγμένος και αβοήθητος καταβυθίζεται στην τρέλα φτάνοντας στο έγκλημα. Το μόνο αρνητικό στοιχείο στην υποδειγματική ερμηνεία του Κλάους Κίνσκι, στο ρόλο του κεντρικού ήρωα, είναι η δραματουργική υπερβολή που θα μπορούσε να παραπέμψει στο βωβό κινηματογράφο.

Ο Σαζ, παρεμβαίνοντας σε πολλά σημεία, πραγματοποιεί μια πιο ελεύθερη απόδοση της πλοκής, μεταφέροντάς την από τη Γερμανία στη Βουδαπέστη με έναν Βόυτσεκ, κατατονικό, εξαθλιωμένο, ανήμπορο να αντιμετωπίσει τις προκλήσεις της Μοίρας αλλά και του ίδιου του εαυτού του. Η ασπρόμαυρη φωτογραφία δίνει μια καταπληκτική ατμόσφαιρα που ταιριάζει στην ψυχοκοινωνική κατάσταση του ήρωα.

Ο Γιόχαν Κρίστιαν Βόυτσεκ, το πραγματικό, ιστορικό πρόσωπο, υπήρξε ένας φτωχός στρατιώτης με καθημερινούς εξευτελισμούς και προσωπικές ήττες. Φτωχός, μόνος, αβοήθητος, εκμεταλλεύσιμος, αδυνατεί να σταθεί στην κοινωνία στην οποία ζει και να αντιμετωπίσει τα χτυπήματα και την ταπείνωση που δέχεται από τη μεριά της εξουσίας. Η ψυχική του κατάσταση επιδεινώνεται σταδιακά και κορυφώνεται όταν η σύντροφός του συνάπτει ερωτικές σχέσεις και με άλλους στρατιώτες. Διανύει φάσεις κατάθλιψης, παραληρεί, πίνει. Σκοτώνει τη σύντροφό του, καταδικάζεται και οδηγείται στη λαιμητόμο το 1824 σε ηλικία 44 ετών.

­Ο Γκέοργκ Μπύχνερ (1813-1837), με σπουδές ιατρικής και έχοντας μελετήσει φιλοσοφία, επαναστάτης, ακτιβιστής, με βαθιές κοινωνικοπολιτικές ευαισθησίες και με αγάπη για τη λογοτεχνία και τη συγγραφή, εμπνέεται από την ιστορία του πραγματικού Βόυτσεκ και την εποχή του για τη συγγραφή του ομώνυμου θεατρικού έργου, αλλά δεν θα προλάβει να το ολοκληρώσει. Πεθαίνει από επιδημία τύφου «σε ηλικία 23 ετών και 4 μηνών» αφήνοντας πίσω του «μισοσβησμένα και άτιτλα χειρόγραφα» (τα στοιχεία είναι από το Πρόγραμμα της ομάδας Ξανθίας), τα οποία ερμηνεύνουν συμπληρώνοντας, κατά το δυνατόν, οι μελετητές του από ποικίλες πηγές: την αλληλογραφία του, ιατροδικαστικές εκθέσεις που είχε στα χέρια του, αναφορές σε βιογραφικά στοιχεία.

Το έργο, διαχρονικό, πάντα επίκαιρο, ενέπνευσε και εμπνέει ακόμα και σήμερα, πέντε αιώνες μετά, αποτελώντας πρόκληση για καλλιτεχνική δημιουργία αφενός, διότι έχει φιλοσοφικό, ανθρωπολογικό, κοινωνικο-πολιτικό και ψυχαναλυτικό ενδιαφέρον, και αφετέρου διότι «το έργο είναι περιεχομενικά /θεματικά πολύ ανοιχτό, ανθεκτικό σε αποκλίνουσες αναγνώσεις και πειραματικές σκηνοθετικές προσεγγίσεις», όπως αναφέρει ο Αλ. Μάινας στο Πρόγραμμα.

Έτσι, υποκινούμενη από την πρόκληση της καλλιτεχνικής δημιουργίας για την απόδοση του συγκεκριμένου θεατρικού έργου, βρέθηκα και εγώ στο Θέατρο Σημείο  παρέα με συναδέλφους ποιητές και άλλους καλλιτέχνες για τη θεατρική παράσταση «Βόυτσεκ» του Γκέοργκ Μπύχνερ, σε μετάφραση και δραματουργική επιμέλεια  του Αλέξιου Μάινα, σκηνοθεσία του Κώστα Παπακωνσταντίνου και ηθοποιούς και συντελεστές τους συνεργάτες της ομάδας Ξανθίας.

Ομολογώ ότι παράλληλα με τον προβληματισμό αυτού καθαυτού του έργου πάνω στον Άνθρωπο, τον «ελάχιστο», και την κοινωνία, η παράσταση μου προσέφερε συγκίνηση και αισθητική απόλαυση.

Η σκηνοθετική προσέγγιση του Κ. Παπακωνσταντίνου σε συνδυασμό με τη δραματουργική επιμέλεια του Αλ. Μάινα αναδεικνύουν το πολυδιάστατο του νατουραλιστικού έργου του Μπύχνερ, με ελλειπτικότητα, γρήγορους ρυθμούς και χωρο-χρονική αρτιότητα της αφήγησης, με καθαρό λόγο, και στοιχεία πρώιμου γερμανικού εξπρεσιονισμού.

Ο Κ. Παπακωνσταντίνου, καταφέρνει να αποτυπώσει το κλίμα της εποχής και να προβάλει το τραγικό και το κωμικό στοιχείο του έργου. Το ύφος της παράστασης αποτελεί κράμα αποστασιοποίησης και συναισθηματικής εμπλοκής. Ενίοτε, όμως, τείνει ν’ ακροβατεί ανάμεσα στα δύο.  

Εξαιρετική η κινησιολογία (Κατερίνα Γεβετζή), λειτουργεί ως βασικός πυλώνας της αφήγησης. Η ενδυματολογία και σκηνογραφία (Βίκη Πάντζιου) απλή, ταιριαστή και λειτουργική. Εντυπωσιακή είναι η οριοθέτηση των –επί τούτου– μικρών σκηνών καθώς και ο προσδιορισμός του χώρου μέσα/έξω με τη γρήγορη αλλαγή ενός μόνο φύλλου της φούστας των γυναικών από ανοιχτό σε σκούρο γκρι. Οι αποχρώσεις των ρούχων σε γκρίζους τόνους ταιριάζουν με την ατμόσφαιρα του δράματος.

Ευρηματική η λαιμητόμος, στο βάθος της σκηνής, που η λεπίδα της κινείται προς τα πάνω με έναν εφιαλτικό μεταλλικό ήχο, μεθοδικά σαν ρολόι – υπόμνηση του επικείμενου θανάτου, δίνοντας την αίσθηση ότι μετρά τον χρόνο της ιστορίας αντίστροφα, ενώ η αφήγηση ξετυλίγεται κανονικά και εντέλει η εκκωφαντική πτώση της λεπίδας συμπίπτει με το τέλος της παράστασης.

Οι φωτισμοί (Γιώργος Αγιαννίτης) υποστηρίζουν κατάλληλα την εξέλιξη της αφήγησης. Η μουσική και οι στίχοι των τραγουδιών (Βασίλης Κουτσιλιέρης) συνδράμουν υποδειγματικά στο κλίμα της παράστασης.

Αξιοπρόσεκτες οι επιδόσεις-ερμηνείες των ηθοποιών. Ο Βόυτσεκ (Δημοσθένης Ξυλουρδιστός) αποπνέει μια χαρακτηριστική παιδικότητα, που συχνά απαντάται στον κατακερματισμένο ψυχωσικό άνθρωπο (κάποιες φορές άτονος). Η Αγγελική Μαρίνου (ως Μαρία) με πολύ καλή ερμηνεία της διχασμένης γυναίκας ανάμεσα στη μητρότητα και τον έρωτα,  αποπνέει μοναξιά και στέρηση ανθρώπινης ζεστασιάς –όταν διαψεύδεται, κυρίως, από τον εαυτό της. Ο Ελισσαίος Βλάχος, ο λοχαγός (αλλά και ο κράχτης στο πανηγύρι και το άλογο), πληθωρικός, άνθρωπος μπουλντόζα, που υπονοεί μια κρυμμένη καταθλιπτική ιδιοσυστασία, λειτουργεί ως αντίποδας του Βόυτσεκ. Ενδιαφέρουσα η παρουσία της Βασιλικής Σουρρή (γειτόνισσα, εργάτρια, θιασάρχης, γιαγιά) ως προς την κίνηση, την εκφραστικότητα του προσώπου, και την εκφορά του λόγου στη διήγηση του παραμυθιού, που υπονοεί την ιστορία των παιδικών χρόνων του ήρωα. Ο Κώστας Παπακωνσταντίνου, ως ηθοποιός, ορθά ανταποκρινόμενος στο ρόλο του (αρχιτυμπανιστής), δίνει την αίσθηση ότι υποδύεται και συγχρόνως παρατηρεί. Ο Φοίβος Συμεωνίδης (γιατρός, μαϊμού στο πανηγύρι, Αντρέας) με την ιδιαίτερη χροιά της φωνής και την απαραίτητη τονικότητα στο λόγο και την κίνηση, μας πείθει ως καρικατούρα γιατρού-ερευνητή της εποχής.

Εξαιρετική η μετάφραση από τον Αλέξιο Μάινα, ποιητή και μεταφραστή, του χειρόγραφου ανολοκλήρωτου έργου με τα γλωσσικά κενά, τον αποσπασματικό λόγο και τις «μουντζούρες» πάνω σε φύλλα χωρίς αρίθμηση. Ανάγλυφα τα νοήματα στη γλώσσα, που ρέει απρόσκοπτα. Η δραματουργική επιμέλεια των σκηνών τα αναδεικνύει με σαφήνεια.

Δεν θα ’θελα, επίσης, να παραλείψω τη σημαντικότητα του εντύπου, του Προγράμματος της παράστασης (Αλέξιος Μάινας), που φωτίζει σκοτεινές πτυχές του έργου, προσφέρει πληροφορίες, πηγές και ιστορικά στοιχεία, καθώς και πολύτιμες βιογραφικές αναφορές στον ίδιο το συγγραφέα. Ανάλογης ατμόσφαιρας με τη δραματουργική αφήγηση είναι το εικαστικό στοιχείο που συμπεριλαμβάνεται στο έντυπο Πρόγραμμα: ζωγραφική του Ανδρέα Δεβετζή, φωτογραφίες του Νίκου Βαρδακαστάνη. Έκπληξη, τέλος, αποτελεί η συζήτηση φιλοσοφικού περιεχομένου του Αλέξιου Μάινα με τον Χάρη Ψαρρά.

Όλοι, συντελεστές και ηθοποιοί, αξίζουν θερμά συγχαρητήρια. Δύσκολο το εγχείρημα, που μόνο γνώση, έμπνευση και σκληρή εργασία θα μπορούσαν να στηρίξουν.

Σημείωση:

Η παράσταση στην κεντρική σκηνή του Θεάτρου Σημείο, παίζεται πλέον Παρασκευές-Σάββατα (21:00) και Κυριακές (20:00), μέχρι 21.4.2019.

Ταυτότητα παράστασης:

Μετάφραση – Δραματουργική επιμέλεια: Αλέξιος Μάινας, Σκηνοθεσία: Κώστας Παπακωνσταντίνου, Βοηθός σκηνοθέτη: Χαρά Δημητριάδη, Σκηνογραφία – Ενδυματολογία: Βίκυ Πάντζιου, Πρωτότυπη μουσική – Στίχοι τραγουδιών: Βασίλης Κουτσιλιέρης, Κινησιολογία: Κατερίνα Γεβετζή, Φωτισμοί: Γιώργος Αγιαννίτης, Φωτογραφίες: Νίκος Βαρδακαστάνης, Trailer: Αντώνης Κουνέλλας, Εικαστικό – Σχεδιασμός εντύπων: Μανόλης Αλμπάνης, Κατασκευή σκηνικού: Αντώνης Χαλυβίδης, Υπεύθυνη επικοινωνίας: Λήδα Ασλανίδου

Παραγωγή: Ξανθίας Α.Μ.Κ.Ε.
Παίζουν: Ελισσαίος Βλάχος, Αγγελική Μαρίνου, Δημοσθένης Ξυλαρδιστός, Κώστας Παπακωνσταντίνου, Βασιλική Σουρρή, Φοίβος Συμεωνίδης.
Η παράσταση επιχορηγείται από το ΥΠ.ΠΟ.Α.

Έως 21.4.2019

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.