Loading...
ΒιβλιοπαρουσιάσειςΠΡΟΣΕΓΓΙΣΕΙΣ

Δέσποινα Καϊτατζή Χουλιούμη: Κούλα Αδαλόγλου, Γιατί το μέλλον μια μικρή κουκίδα, εκδόσεις Σαιξπηρικόν   

                                                                   

Το ονειρικό μέσα από την αναβίωση της στιγμής στην ποίηση της Κούλας Αδαλόγλου.

                                                                                  

                                                                                                

Η Κούλα Αδαλόγλου, μια από τις σημαντικές σύγχρονες ποιητικές φωνές, στην όγδοη ποιητική συλλογή της, με τίτλο «Γιατί το μέλλον μια μικρή κουκίδα», εκδόσεις Σαιξπηρικόν, καταβυθίζεται σε στιγμές βίωσης και μνήμης που τις μετασχηματίζει ποιητικά και τις καταθέτει σαν ονειρικές αναβιώσεις μέσα από πλούσιες εικόνες και μεταφορές, θεάσεις, στοχασμούς και αναστοχασμούς.        

            Ο τίτλος της ποιητικής συλλογής, στίχος του ποιήματος «Σαν τύψη», (σ.36),  δίνει το στίγμα της κοινωνικής ευαισθησίας και προβληματισμού της ποιήτριας σκιαγραφώντας την αγωνία της για το μέλλον, ενώ η ενσυναίσθηση για τον άνθρωπο σε ανάγκη, για τα προσφυγόπουλα και τα αισθήματα ενοχής που αναδύονται συγκρίνοντας τη συνθήκη τους με αυτή της εγγονής συγκινεί και αφυπνίζει. Η συνομιλία της ποιήτριας με τον Γιάννη Ρίτσο, λες και συγχορδία συμπόνιας. «Κάνε, καλέ θεούλη,/ νά ʼναι όλοι καλά/ έτσι που και εμείς να μη ντρεπόμαστε/ για τη χαρά μας.» [[1]]    γράφει ο ποιητής, «σεντονάκια της αθωότητας/ μη μου γίνετε τύψη» γράφει η Αδαλόγλου. Υπέροχοι στίχοι που με την τρυφερότητα και τη δυναμική τους αγγίζουν τον αναγνώστη αναμοχλεύοντας παρόμοια δικά του συγκινησιακά φορτία.

            Το εξώφυλλο φωτεινό πράσινο στο χρώμα της ελπίδας, σε αντιδιαστολή αλλά και ως αναπλήρωση της σκοτεινής πλευράς της ζωής, κοσμείται από μια βινιέτα, σχέδιο της Γεωργίας Τρούλη, όπου βλέπουμε μικρούς κύκλους παραταγμένους, σαν αραδιασμένες κουκίδες, να διαμορφώνουν ένα ακαθόριστο σχήμα, σε μια προσπάθεια να ανοίξουν και να διευρυνθούν στον χώρο. Ίσως να μην είναι και τόσο ακαθόριστο τελικά το σχήμα, ίσως μορφοποιείται σιγά σιγά, και μαζί με τις θεάσεις και τις ιδέες, τις συγκινήσεις και τα λεκτικά μηνύματα της ποιήτριας απλώνεται σε κάτι πλατύτερο.

            Η αφιέρωση στη μικρή Νεφέλη, την εγγονή της ποιήτριας, εκφράζει το μέλλον, την ελπίδα και όλες τις “μικρές Νεφέλες”, ιδιαίτερα αυτές για τις οποίες αγωνιά η ποιήτρια έτσι που να μη μπορεί να απενοχοποιηθεί για τη βίωση στιγμών χαράς και γαλήνιας εγγύτητας.  

            Απλή και συνάμα βαθιά και πυκνή, λιτή και υπαινικτική, τρυφερή κι αέρινη αλλά και με ψαλιδάκια που κόβουν λεπτές φλέβες γύρω από την καρδιά. Βρίσκει καταφυγή στην ποίηση και στις λέξεις της για να πατήσει πάνω τους και να μας αγγίξει παραμυθητικά. Γράφει: «Γέμισε ο χώρος λέξεις ήμερες και παραπονεμένες/που με καλούσαν να πατήσω πάνω τους,/μήπως και πάψω να αιωρούμαι/τις μικρές ώρες πάνω σε τσακισμένο λεπτοδείκτη.», (σ. 37). Τις επιλέγει προσεκτικά και τις συνταιριάζει αρμονικά για να φτάσουν στο ποθητό ποιητικό άγγιγμα. Τα ποιήματα κυρίως ολιγόστιχα.

            Η συλλογή αποτελείται από δυο ενότητες. Στην πρώτη συμπεριλαμβάνονται είκοσι ποιήματα. Ο τίτλος «Όλα μες στο σκοτάδι θα γίνουν», «Σκουριά» (σ. 24), παραπέμπει στο σκοτεινό, αλλά όχι μόνο, αφού η νύχτα είναι της αυγής η μητέρα και αφού μες στο πιο βαθύ σκοτάδι ενύπνια ή στον ξύπνο γεννιέται το όνειρο – ποίημα. Η ποιήτρια μας προϊδεάζει καθησυχαστικά άλλωστε από το πρώτο κιόλας ποίημα, αναφερόμενη στην ξεχασμένη δικλείδα ασφαλείας στο πείσω μέρος του κρανίου. Εκεί όπου εδρεύει η Αμυγδαλή με το θυμικό και τις μνημονικές λειτουργίες:«στο πίσω μέρος του κρανίου μου/βρήκα μια ξεχασμένη δικλείδα ασφαλείας/και δραπέτευσα,/ άρδην ανατρέποντας τον παραλογισμό.», (σ. 11). Το καταδεικνύει και στο τελευταίο ποίημα της ενότητας με τίτλο «Πέφτει ψύχρα», όπου αποτρέπει το φως του ήλιου να διώξει χειρονομίες και βλέμματα που ανθοφορούν στο σκοτάδι: «όμως εγώ δεν κάνω λάθος/ και κλείνω τις κουρτίνες, ο ήλιος διώχνει χειρονομίες και/ βλέμματα που ανθούν στο σκοτάδι.». Σ’ αυτήν την ενότητα η ποιήτρια μιλά για τον παραλογισμό της ζωής σε οριακές συνθήκες, όπως διασάλευσης της ψυχικής ισορροπίας στο ποίημα «Δεν θέλει πολύ», (σ. 12), ή στο ποίημα «Κρέμα νυκτός», (σ. 15), όπου το ποιητικό υποκείμενο εκφράζει υπαρξιακή αγωνία μπρος στο επερχόμενο γήρας και τον θάνατο μέσα από οσφρητικές μνήμες. Αντίθετα στο ποίημα «Σαλιγκάρια», (σ. 13) με αφορμή μια ιατρική διαπίστωση αναπλάθει σαν σε όνειρο παιδικές  μνήμες, όπου της ανταποδίδεται από τα σαλιγκάρια που είχε απελευθερώσει από το κανιστράκι της μαμάς η καλοσύνη της παιδικής ευαισθησίας και τρυφερότητας. Τυχαία στιγμιότυπα και στιγμές που αναμοχλεύουν τη μνήμη και εγείρουν εικόνες από το παρελθόν και πρόσωπα αγαπημένα όπως οι δυο γιαγιάδες, «Χασμωδία», (σ. 14).

            Στη δεύτερη ενότητα που φέρει τον τίτλο του βιβλίου και συμπεριλαμβάνονται 27 ποιήματα, η ποιήτρια καταθέτει μεταξύ άλλων μνήμες προσωπικών στιγμών από τον ξένο τόπο όπου άπλωσε ρίζες και όπου διαβιώνουν προσφιλή της πρόσωπα. Εμπεριέχονται διάσπαρτες αγγλικές λέξεις και τοπωνύμια και  αναβιώνονται στιγμιότυπα με αισθήματα και θεάσεις αναπόλησης, νόστου, αποχωρισμού, εγγύτητας και απόστασης. Κι εδώ αναδεικνύεται το ονειρικό σε αρκετά ποιήματα, όπου συνυπάρχει το δίπολο χαράς και λύπης, του πριν και του τώρα, της σκληρής πραγματικότητας και του ευφρόσυνου, της γαλήνης και ανησυχίας, εγγύτητας και απόστασης, συνύπαρξης και απώλειας, όπως πχ το «Κάπως έτσι», όπου η αναπόληση  τόπων και στιγμών εγγύτητας, η επιθυμία της εγγονής, ο ψυχικός πόνος που προκαλεί η απουσία και η επερχόμενη μοιραία αναχώρηση εκφράζονται διαμορφώνοντας μια ατμόσφαιρα λες και ονείρου στο όνειρο μέσα από στίχους όπως: « Έτρεχες κι έλαμπες/ και μεγάλωνες και ταξίδευες – / κι εγώ ένα σημάδι στο άπειρο/ να σε κοιτώ κι ας μη με βλέπεις.», (σ. 44), στίχοι που συγκινούν βαθύτατα.

            Έχω την αίσθηση ότι υπάρχει κάτι το ονειρικό στην ποίηση της Αδαλόγλου, ως μια ενσυνείδητη αλλά κυρίως ασύνειδη προσπάθεια αναπλήρωσης και παραμυθίας. Παρά το ζοφερό παρόν και το αβέβαιο μέλλον που σκιαγραφείται στα ποιήματα της συλλογής, το άτομο αμύνεται, «παίζει στην άμμο ψηλαφεί/την υφή των ονείρων», (σ. 59), το στήθος σκάει σε πεταλούδες διάφανες, και μέσα από κουκίδες, σχισμές και χαραμάδες αναδύεται κάτι το ονειρικό με έναν εξόχως λεπταίσθητο τρόπο αντανακλώντας αχτίδες φωτός, απαντοχής, συμφιλίωσης και κατάφασης. Ίσως αυτό το ονειρικό να αποτελεί ένα από τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του προσωπικού ύφους της Αδαλόγλου. 

Ο Σουηδός νομπελίστας ποιητής και ψυχολόγος Τούμας Τρανστρέμερ αναφέρει σε συνέντευξή του: «Ένα ποίημα είναι ένα όνειρο που ξυπνάω. Τα όνειρα και τα ποιήματα προέρχονται από το ίδιο μέρος του ατόμου. Εν μέρει, ακολουθούν τους ίδιους νόμους.»[[2]], ενώ η ψυχαναλύτρια Άννα Ποταμιάνου διατείνεται: «Για μένα  το ονειρικό περιλαμβάνει τόσο την σκέψη του ονείρου και των ονειροπολήσεων της ημέρας με τις δραματοποιήσεις, συμπυκνώσεις και μετατοπίσεις της, όσο και την «ονειροπολούσα σκέψη» για την οποίαν  μίλησε ο J.B. Pontalis(9), σκέψη που κινείται  ανάμεσα στην ταυτότητα των αντιλήψεων και στην ταυτότητα των ιδεών… Ένα άλλο δείγμα, νομίζω, βρίσκεται στην παραγωγή των ποιητών.»[[3]]

            Η Αδαλόγλου αναθυμάται και στέκει συγκινημένη μπρος στην βίωσης της στιγμής, που αποτελεί την αιχμή του δόρατος του χρόνου, της ύπαρξης και της ζωής, που άλλοτε μας αγγίζει ευφρόσυνα και άλλοτε μας καρφώνει βαθιά και ανελέητα, θεάται και στοχάζεται ανακαλώντας την μνήμη και την φαντασία και καταφεύγει στην ονειρική αναβίωση ως αναπλήρωση ματαιώσεων, ελλειμμάτων, απουσίας και απωλειών, αλλά και για απαντοχή και κουράγιο μπρος στο δυστοπικό παρόν και το αβέβαιο μέλλον, μπρος στο άγχος θανάτου και την περατότητα της ύπαρξης. Μια αρχετυπική μητρική περσόνα, μια περιστέρα στην αιχμή της πιο ψηλής κορφής του οικοδομήματος της ύπαρξης και του χωροχρόνου, αυτή της στιγμής την ώρα της βίωσης, που βλέποντας στο πριν και στο μετά, στο εδώ και τώρα, στέκει και στοχάζεται με μαζεμένα τα φτερά. Αλλά με φτερά όμως! Φτερά από λέξεις που αναδιπλώνονται επιθυμώντας να ανασηκώσουν πάνω τους όλες τις “μικρές Νεφέλες” του κόσμου, μαζί κι εμάς για να πετάξουμε μέσα από την μικρή κουκίδα διευρύνοντάς την, ή έστω επινοώντας την διεύρυνσή της. Παραθέτω ένα κομβικό ποίημα:

ΣΤΙΓΜΗ,
Έπαιζε ένας fado ρυθμός
γυρτό το κεφαλάκι σου στο στέρνο του
και λικνιζόσασταν
μέσα στον χρόνο ένα στροβίλισμα ευτυχίας.
Υγρό κρύο, σκούρα σύννεφα.
Κι εγώ στην γκρίζα ομίχλη
μ’ ένα φόρεμα μοβ
όλο ξεμάκραινα.

Ανοιχτή η τηλεόραση ξεχασμένη
συνέχιζε να πυροβολεί κατά ριπάς.
(σ. 45).

            Αξίζει ίσως να αναφερθεί ότι η λέξη «στιγμή» επανέρχεται σε διάφορους στίχους και ότι ως έννοια αποτελεί κομβικό στοιχείο της συλλογής, ενώ ο στίχος «μέσα στο χρόνο ένα στροβίλισμα ευτυχίας» λες και ορισμός μιας ευφρόσυνης στιγμής, θα μπορούσε ίσως να αποτελέσει έναν άλλον τίτλο της ποιητικής συλλογής, καθώς στην ποίηση της  Αδαλόγλου αναδεικνύεται τόσο όμορφα το διττό της φύσης των πραγμάτων και της ζωής μαζί με το αλληλένδετο και συνθετικό φανέρωμα της σκοτεινής και φωτεινής τους όψης.

            Η Κούλα Αδαλόγλου μετουσιώνει εμπειρίες και βιώματα παρουσίας και αναχωρήσεων, εγγύτητας και απουσίας αγαπημένων προσώπων σε ποίηση που αγγίζει βαθιές χορδές μας. Καταθέτει με  σεβασμό και αγωνία τις κοινωνικές ευαισθησίες της. Η ενσυναίσθηση, η θλίψη και τα αισθήματα ενοχής μπρος στην ανημπόρια του άλλου διάχυτα και καθηλωτικά, καθώς με μαεστρία  φέρνει μαζί και αποδίδει συγκινησιακά φορτία εγγύτητας και  απουσίας, χαράς και θλίψης, το όνειρο και τη σκληρή πραγματικότητα, την στιγμή της βίωσης και της συγκίνησης, τη στιγμή και την διάρκεια, την στιγμή που ενδεχομένως εγκιβωτίζει το όλο της ύπαρξης και του χρόνου. Ίσως σ’ αυτό να συνίσταται το ονειρικό στοιχείο της ποιητική της, καθώς πετυχαίνει, όπως προαναφέρεται στο παράθεμα της Ποταμιάνου, να σκιαγραφήσει τη σκέψη του ονείρου, των ονειροπολήσεων της ημέρας και την «ονειροπολούσα σκέψη». Η Αδαλόγλου μας προσφέρει άδολη συγκίνηση, αφύπνιση και αναστοχασμό, όπως μόνο η καλή ποίηση μπορεί.

 

 

[1]            Πρωινό Άστρο: Γιάννης Ρίτσος, ό.π., σ. 313. Πρωινό Άστρο: Γιάννης Ρίτσος, Ποιήματα, τ. Β΄, Κέδρος, Αθήνα 1974, σ. 305.

           

[2]            Tomas Tranströmer στο Jönköpingsposten, 1982.

           

[3]            Ποταμιάνου Άννα , Όνειρα – Ποιήματα, (Ομιλία στο 32ο Συμπόσιο Ποίησης, Πάτρα, Ιούλιος 2012)

           

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.