Loading...
Κείμενα

ΕΡΙΚ ΣΜΥΡΝΑΙΟΣ: Οι Μικροί Μαλλιαροί Φρουροί

Οι γάτες, αυτά τα μικρόσωμα πανέξυπνα και πανέμορφα αιλουροειδή που μας συντροφεύουν εδώ και πολλές χιλιάδες χρόνια, περιβάλλονται από μια μαγεία και ένα μυστήριο που εξακολουθεί να επιβιώνει αλώβητο, ακόμα και σήμερα όπου το φως της επιστήμης έχει διασκορπίσει τα πνευματικά σκοτάδια διαχρονικών δεισιδαιμονιών και προκαταλήψεων που σημάδεψαν την εξέλιξη του ανθρώπου. Για παράδειγμα, γνωρίζουμε πλέον ότι οι αρρώστιες δεν προκαλούνται από αόρατα «μιάσματα», «κατάρες» και «κακά πνεύματα», αλλά από μικροσκοπικούς οργανισμούς που δεν γίνονται αντιληπτοί από το ανθρώπινο μάτι λόγω του απειροελάχιστου μεγέθους τους και οι οποίοι δύνανται να εξοντωθούν με την χορήγηση κατάλληλων φαρμάκων. Ο ουρανός δεν είναι ένας πελώριος θόλος που σκεπάζει μια επίπεδη γη, και τα αστέρια δεν είναι φωτεινά σημάδια που κρέμονται από τα κυρτά του τοιχώματα.

Οι γάτες ωστόσο αποτελούν εξαίρεση. Η γοητεία που ασκούν στον άνθρωπο, η οποία παλιά τις τύλιγε με τον μανδύα του «υπέρ-φυσικού,» εξακολουθεί να υφίσταται, και πρόσφατες επιστημονικές ανακαλύψεις ενισχύουν παρά αποδυναμώνουν το μυστήριο που τις περιβάλλει.

Όμως γιατί συμβαίνει κάτι τέτοιο;

Φαίνεται ότι η ιστορία των οικόσιτων γατιών είναι μοναδική. Διαφέρει πολύ από την ιστορία των σκυλιών, τα οποία είναι τα πρώτα ζώα που κατάφερε να εξημερώσει ο άνθρωπος, ή από την ιστορία των αλόγων. Όταν οι άνθρωποι ζούσαν ακόμα σε κυνηγετικές-νομαδικές κοινότητες, έπιαναν σκυλιά και άλογα για να τα μάθουν να κάνουν συγκεκριμένα πράγματα. Ωστόσο, δεν κατάφεραν να κάνουν το ίδιο πράγμα και με τις γάτες. Δεν κατάφεραν να τις εξημερώσουν όπως έκαναν με τα σκυλιά. Οι γάτες αποτελούν μια παράδοξη εξαίρεση. Ενώ οποιοδήποτε άλλο οικόσιτο ζώο χειραγωγήθηκε και αλλοιώθηκε γενετικά από τον άνθρωπο, οι γάτες κατόρθωσαν να διατηρήσουν την ανεξαρτησία τους και τα αρχέγονα εκείνα χαρακτηριστικά που τις καθιστούν τέλειους κυνηγούς και ατρόμητους εξερευνητές, ίσως γιατί, όπως αναγνωρίζουν σήμερα οι εξελικτικοί γενετικοί,  ήταν ήδη τέλειες.

Σήμερα γνωρίζουμε πλέον ότι οι γάτες, σε αντίθεση με τους προγόνους των σημερινών σκυλιών που εξημερώθηκαν μέσω της αιχμαλωσίας, επέλεξαν να συνυπάρξουν με τον άνθρωπο. Αυτό ξεκίνησε να συμβαίνει πριν από 10.000 χρόνια περίπου, στο εύφορο τόξο της Μέσης Ανατολής. Οι γάτες εκείνης της εποχής άρχισαν να συχνάζουν γύρω από αγροτικές κοινότητες, στην περιοχή του Τίγρη και του Ευφράτη, στον Λίβανο, καθώς και στις Ιωνικές ακτές της Μικράς Ασίας. Σταδιακά κατάφεραν να κατακτήσουν την εμπιστοσύνη του ανθρώπου και να εισχωρήσουν στα σπίτια του. Αυτό που τις παρακίνησε να προχωρήσουν σ’ αυτή την τολμηρή κίνηση ήταν η αφθονία της τροφής που υπήρχε γύρω από τα ανθρώπινα χωριά και δη τα ποντίκια και τα υπόλοιπα τρωκτικά που καταβρόχθιζαν τις σοδειές των σιτηρών.  Έτσι ανέπτυξαν μια συμβιωτική σχέση με τους ανθρώπους που αποδείχτηκε ιδιαίτερα επωφελής και για τα δύο είδη. Η παραπάνω διαδικασία υπήρξε ωστόσο χρονοβόρα. Σύμφωνα με μια πρόσφατη έρευνα που έγινε στα γονίδια των γατιών και η οποία παρουσιάστηκε για πρώτη φορά στο περιοδικό National Geographic, με βάση γενετικά δείγματα που ελήφθησαν από περίπου 200 γάτες και καλύπτουν μια χρονική περίοδο 9.000 ετών, συμπεριλαμβανομένων και αναλύσεων από τα υπολείμματα  Αιγυπτιακών μουμιοποιημένων γατιών και υπολειμμάτων από γάτες της Ρωμαϊκής εποχής καθώς και σύγχρονων αφρικανικών άγριων γάτων, τα συγκεκριμένα ζώα ξόδεψαν αρκετό χρόνο προτού αποφασίσουν αν θα ήταν μια καλή ιδέα να συνυπάρχουν με τους ανθρώπους. Η σύγκριση γενετικού υλικού στα πλαίσια της συγκεκριμένης έρευνας αποκαλύπτει ότι, ακόμα και σήμερα, οι οικόσιτες και οι άγριες γάτες έχουν πολύ μικρές βιολογικές  διαφορές. Όπως είναι για παράδειγμα οι ρίγες που μας βοηθάνε να ξεχωρίζουμε τα δύο είδη.

Έτσι λοιπόν, αιλουροειδή  μίας από τις γενετικές γραμμές τους έκαναν σπίτι τους την αρχαία Αίγυπτο και κυριάρχησαν επάνω σε αυτήν. Μεταμορφώθηκαν σε φιλικές θεότητες, όπως ήταν η Μπαστ και η Σεκμέτ, και ήταν ζώα ιερά, η θανάτωση των οποίων τιμωρούνταν με την εσχάτη των ποινών.

Αλλά, όπως όλοι γνωρίζουμε, οι γάτες δεν έμειναν για πολύ καιρό περιορισμένες στις όχθες και στο δέλτα του ποταμού Νείλου.

Κατά την εποχή που ο αρχαίος Αιγυπτιακός πολιτισμός έσβηνε, οι γάτες είχαν διασχίσει τη θάλασσα και είχαν εγκατασταθεί στην Ελλάδα, ενώ ήταν πολύ κοινές και στην Περσία.

Κατά το 5000 πχ, μια οικόσιτη γάτα παρουσιάστηκε για πρώτη φορά στον αυτοκράτορα της Κίνας, και από τότε έγιναν πολύ δημοφιλείς στην ανώτερη κοινωνική τάξη της Κίνας, ιδιαίτερα κατά την διάρκεια της δυναστείας των Song. Κατά την διάρκεια εκείνης της περιόδου, η Κίνα παρουσίασε τα πρώτα ήδη γατιών, τη γάτα του Σιάμ και τη γάτα της Μπούρμας.

Ύστερα οι γάτες κατέκτησαν την Ιαπωνία και την Ινδία. Καθώς οι ανθρώπινοι πολιτισμοί αναπτύσσονταν, το ίδιο συνέβαινε και με τη σχέση ανθρώπου-γάτας. Μέχρι το 1500 π.χ οι οικόσιτες γάτες είχαν εξαπλωθεί σε όλο τον αρχαίο κόσμο. Όντας πλάσματα κοινωνικά και διατεθειμένα να συνυπάρχουν με τους ανθρώπους, κατάφεραν να προσελκύσουν την προσοχή τους με θετικό τρόπο.  Οι άνθρωποι άρχισαν να τις εμπιστεύονται απόλυτα και να τις μεταφέρουν μαζί τους παντού ακολουθώντας τους θαλάσσιους δρόμους του εμπορίου, προκειμένου να τους βοηθούν στον πληθυσμιακό έλεγχο των τρωκτικών που αυξάνονταν εκθετικά. Ακόμα και οι αιμοσταγείς και βάρβαροι Βίκινγκς μετέφεραν γάτες στα ευέλικτα πλοία τους, ενώ ο ιδρυτής του Ισλάμ, ο Μωάμεθ, ήταν γνωστό ότι τις υπεραγαπούσε, με αποτέλεσμα ακόμα και σήμερα, σε πολλές Ισλαμικές πόλεις του κόσμου, όπως για παράδειγμα στην Κωνσταντινούπολη, οι γάτες να έχουν κατακτήσει το βάθρο ενός διαχρονικού συμβόλου. Στην ουσία, όσοι πολιτισμοί υπήρξαν φιλικοί προς τις γάτες ήκμασαν, γιατί τα μικρόσωμα αιλουροειδή προστάτευαν τους ανθρώπους από τα τρωκτικά και τις ασθένειες που εκείνα μεταφέρουν. Αντίθετα, εκείνοι που προσπάθησαν να τις εξοντώσουν, απειλήθηκαν με ολοκληρωτική καταστροφή. Χαρακτηριστικότατο παράδειγμα αποτελεί η περίοδος του Ευρωπαϊκού Μεσαίωνα, όπου στα πλαίσια του υστερικού σκοταδισμού που είχε επιβάλει η Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία, η εικόνα της γάτας είχε ταυτιστεί με το σκοτάδι, τη μαγεία και με κάθε λογής ανόητες δεισιδαιμονίες. Το αποτέλεσμα; Οι περισσότερες γάτες που ζούσαν στα χωριά και στις πόλεις εκείνων των καιρών σκοτώθηκαν από τρομοκρατημένους ζηλωτές. Ύστερα, ο πληθυσμός των τρωκτικών που παρασιτούσαν σε βάρος των ανθρώπων αυξήθηκε εκθετικά, και μετά εμφανίστηκε η επιδημία της Πανούκλας, η οποία σήμερα γνωρίζουμε ότι μεταφέρονταν από τους ψύλλους που ζούσαν στη γούνα των τρωκτικών. Το ένα τρίτο των κατοίκων της Ευρωπαϊκής Ηπείρου βρήκε μαρτυρικό θάνατο, ποσό δυσανάλογα μεγάλο σε σχέση με τις χώρες της Εγγύς Ανατολής από όπου είχε ήδη περάσει η εν λόγω επιδημία, ο κοινωνικός ιστός εξαρθρώθηκε, ξέσπασαν πόλεμοι, και δυναστείες κατέρρευσαν.

Σήμερα οι γάτες εξακολουθούν να μας συντροφεύουν ως φίλοι και συνοδοιπόροι αλλά ποτέ ως υπηρέτες. Η σημερινή επιστημονική έρευνα μας έχει προσφέρει ορισμένα εκπληκτικά ευρήματα ως προς τις ικανότητές τους. Γνωρίζουμε πλέον ότι μπορούν και βλέπουν στο υπέρυθρο φάσμα και επομένως διακρίνουν πράγματα που είναι εντελώς αφανή για μας, επομένως η πανάρχαια πεποίθηση ότι έχουν πρόσβαση σε κάποιον «μυστικό-αόρατο» κόσμο είναι στην ουσία σωστή. Η ακοή τους είναι πολλές φορές πιο ευαίσθητη από τη δική μας και συλλαμβάνει συχνότητες εντελώς απρόσιτες για μας. Η όσφρησή τους είναι επίσης εκπληκτικά ανεπτυγμένη, και τα όμορφα μουστάκια τους λειτουργούν ως υπερευαίσθητες κεραίες που συλλαμβάνουν ανεπαίσθητα μηνύματα του περιβάλλοντος, ακόμα και ηλεκτρομαγνητικής φύσης. Η γούνα τους μοιάζει επίσης να λειτουργεί σαν λεπτεπίλεπτη κεραία. Αν και τα νευρωνικά δίκτυα των εγκεφάλων τους είναι λιγότερο περίπλοκα από εκείνα των σκύλων, έχει ανακαλυφθεί ότι τα χρησιμοποιούν πολύ πιο αποδοτικά, ίσως γιατί δεν παραιτήθηκαν ποτέ από την ιδιότητα του κυνηγού-θηρευτή. Η εκπληκτική ευλυγισία τους, η εύπλαστη δομή του μυοσκελετικού τους συστήματος, η αλάνθαστη αίσθηση ισορροπίας που έχουν αναπτύξει, ο υψηλός δείκτης νοημοσύνης που διαθέτουν, αποτελούν χαρακτηριστικά ενός πλάσματος που έχει κατακτήσει ένα αξιοζήλευτο σκαλοπάτι στην ατέρμονη και αμείλικτη πυραμίδα της εξέλιξης.

Στην εποχή μας όπου οι αχανείς πόλεις μας εξαπλώνονται ασταμάτητα, και η μητέρα φύση οπισθοχωρεί μπροστά στην ακάθεκτη προέλασή τους, οι γάτες εξακολουθούν να αποτελούν μια αξιοσημείωτη εξαίρεση. Μόνο στις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής, τα οικόσιτα εκείνα αιλουροειδή αριθμούν πολλά εκατομμύρια, ενώ οι λεγόμενες «γάτες του δρόμου» υπερβαίνουν πολλές φορές αυτό τον αριθμό. Οι γάτες εξακολουθούν να περιπολούν τις νύχτες στα αστικά κέντρα που έχουμε οικοδομήσει, εξερευνούν κεραμοσκεπείς οροφές, γωνιές και περάσματα απροσπέλαστα για μας. Με το κοφτερό τους βλέμμα που κρύβει μέσα του το φως μιας έλλογης αστραπής, αντιλαμβάνονται και ίσως εξοντώνουν αόρατες απειλές για τις οποίες δεν έχουμε ιδέα, αμέριμνοι μέσα στα τεχνολογικά κουκούλια μας που η λειτουργία τους εξαρτάται από τη λευκή μαγεία του ηλεκτρισμού. Γλιστρούν ανάλαφρες και αθόρυβες μέσα στις σκιές, σαν εύπλαστος υδράργυρος και ζούνε μια ζωή μυστική, παράξενη και απρόσιτη.

Ίσως και να μας προστατεύουν ακόμα, πιστές στη συμφωνία που έκαναν με τους μακρινούς προγόνους μας πριν από αμέτρητους αιώνες.

Ίσως να λειτουργούν ακόμα ως Μικροί Μαλλιαροί Φρουροί.

Την επόμενη φορά λοιπόν που θα συναντήσετε μια γάτα, και το λαμπερό της βλέμμα θα διασταυρωθεί με το δικό σας, ακόμα και αν δεν έχετε την όρεξη να την χαϊδέψετε, δείξτε της σεβασμό. Μην την πειράξετε και μην την απειλήσετε. Αφήστε την ήσυχη. Και εκείνη θα συνεχίσει να περιπολεί μέσα στο σκοτάδι.

 

Πηγές:

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

2 comments
Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.