Loading...
ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΠεζογραφία

Νίκος Φαρούπος:  Η απογραφή

O κύριος Αλέξανδρος κοιμήθηκε στο γραφείο του τη νύχτα Σαββάτου προς Κυριακή και λόγω φόρτου εργασίας επέστρεψε στο σπίτι του το βράδυ, όταν πια είχε λήξει η υποχρεωτική απογραφή του πληθυσμού. Συνειδητοποίησε με τρόμο ότι δεν τον αναγνώριζε πια κανείς. Η γυναίκα του τού έκλεισε την πόρτα κατάμουτρα και τα δυο μικρά παιδιά τους κατατρόμαξαν όταν τον αντίκρισαν να στέκεται στο κατώφλι. Στο γειτονικό σούπερ μάρκετ οι υπάλληλοι δεν απάντησαν στις καλημέρες του, λες και ήταν αόρατος, ενώ στα ταμεία τον άφησαν να φύγει με το γεμάτο τρόφιμα καρότσι χωρίς κανείς να του δώσει σημασία. Το ίδιο συνέβη και στο κατάστημα καπνού, παρά τις κούτες από τσιγάρα που κρατούσε θρασύτατα στα χέρια καθώς βγήκε εκνευρισμένος σαν κύριος από την πόρτα χωρίς να πληρώσει.

Στην αρχή πίστεψε ότι επρόκειτο για ολιγοήμερη ποινή, ότι δηλαδή είχε εκδοθεί κρατική διαταγή που απαγόρευε στους συγγενείς και τους γείτονες την επαφή με τους μη απογεγραμμένους. Σύντομα όμως διαπίστωσε ότι το κακό που του είχε τύχει -ή η ποινή που του είχε επιβληθεί- υποχρέωνε σε τυφλή υπακοή όλους τους κατοίκους της πόλης, συμπεριλαμβανομένων των περιχώρων, των προαστίων, και όχι μόνο, όπως διαπίστωσε σύντομα. Το ίδιο συνέβαινε και στη διπλανή πόλη που επισκέφτηκε με το τρένο της γραμμής, αφού δεν βρήκε το αυτοκίνητό του στη συνηθισμένη του θέση στο πάρκινγκ. Ο ελεγκτής τον προσπέρασε σιωπηλός και ο κύριος Αλέξανδρος ήταν ο μόνος επιβάτης από τον οποίο δεν ζήτησε εισιτήριο. Λες και γνώριζε ότι δεν μπορούσε να επιβάλει πρόστιμο σε έναν άνθρωπο που τα χαρτιά του είχαν χαθεί, στο ληξιαρχείο δεν υπήρχε πια ο αύξων αριθμός του μητρώου του, στο σπίτι του τού είχαν κλείσει την πόρτα κατάμουτρα και το γραφείο του είχε καταληφθεί από αγνώστους που αδιαφόρησαν στις εκκλήσεις του να πάρει την κούτα με τα προσωπικά του αντικείμενα.

Η κατάσταση που βίωνε ο κύριος Χ -το όνομα Αλέξανδρος ανήκε πια στο παρελθόν-, ήταν, το λιγότερο που μπορεί να πει κανείς, τραγική, όμως ο ίδιος αποφάσισε ότι δεν θα το έβλεπε έτσι. Θα το έβλεπε σαν μια προσωρινή τιμωρία που του είχε επιβληθεί από ανώτερες δυνάμεις, κρατικές ή άλλες, υπερφυσικές και ανερμήνευτες, για λάθη που έκανε στο παρελθόν. Και σκέφτηκε ότι οι δυνάμεις αυτές τοποθέτησαν στον οργανισμό του κάποια ανύποπτη στιγμή -ίσως ενώ κοιμόταν- έναν ιό, ένα φάρμακο, μια νέα εφεύρεση, κάτι τέλος πάντων που απαγόρευε στους άλλους να τον δουν ή, αν τον έβλεπαν -γιατί κάποιοι μπορούσαν αναμφίβολα να τον δουν- έβλεπαν κάποιον που έπρεπε να προσποιηθούν ότι δεν τον βλέπουν.

Ο κύριος Χ. -πρώην Αλέξανδρος- για να επιβεβαιώσει τη θεωρία του, σκέφτηκε να αναζητήσει κι άλλους του είδους του. ‘’Αόρατους τιμωρημένους’’, τους έλεγε, όπως αποκαλούσε τον εαυτό του. Άρχισε να συχνάζει όπου υπήρχε πολύς κόσμος, όχι πια με την ελπίδα να συναντήσει κάποιο γνωστό του – ήταν αποδεδειγμένα μάταιο αυτό – αλλά μήπως ανακαλύψει κάποιον σαν και του λόγου του με τα ίδια προβλήματα, με την ίδια τιμωρία ή δοκιμασία.

Τελικά η αναζήτησή του είχε αποτελέσματα και μάλιστα σύντομα. Ανακάλυψε, μετά από ενδελεχή έρευνα στο πάρκο της γειτονιάς του, ότι το άγαλμα του Μάρκο Πόλο, εκείνου του άντρα που κοιτούσε στην ανατολή και όλοι έλεγαν ότι ήταν ο περίφημος έμπορος και εξερευνητής, αν και δεν υπήρχε κανένα όνομα σκαλισμένο στη βάση του, ούτε καν η ενδυμασία εποχής με τον χαρακτηριστικό κόκκινο βενετσιάνικο σκούφο, το άγαλμα λοιπόν εκείνο είχε αντικατασταθεί από τον γείτονά του, τον δημοτικό υπάλληλο, στο τμήμα απογραφής πληθυσμού, πρώην Α. Ν. Οι δυο τους κατάλαβαν ότι ήταν θύματα της σαδιστικής μανίας ενός παρανοϊκού νου που τους είχε εκδιώξει από την κοινωνία και μετά από μια σύντομη συζήτηση κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι ήταν ο δικός τους.

 

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.