Loading...
Πρώτη Ύλη

Παυλίνα Παμπούδη: Η μικρή Μπέση και η Θεία Πρόνοια

«Μαμά», είπε η μικρή Μπέση, «άκουσα πως αποκαλούν τη γη μπλε πορτοκάλι. Τι όμορφο!»

«Ναι, αγάπη μου… Ένα όμορφο μπλε πορτοκάλι… Έτσι φαίνεται από ψηλά».

«Όμως, μαμά, αν το έβλεπες από λιγότερο ψηλά θα φαινόταν λιγότερο όμορφο: πρέπει να είναι γεμάτο αρρώστιες… Στο ίντερνετ λέει πως ο πλανήτης μας υποφέρει από τοξικά απόβλητα, περιβαλλοντική ρύπανση, όξινη βροχή, αποδάσωση, ερημοποίηση, επικράτηση παρασιτικών ή μεταλλαγμένων ειδών…»

«Πάλι αυτό το ίντερνετ; Τι σου έχω πει γι’ αυτή τη μηχανή του διαβόλου; Πάλι καθόσουν και την έψαχνες; Γι’ αυτό θα μας τιμωρήσει ο Κύριος!»

«Μαμά, εγώ πιστεύω αυτά που διαβάζω…»

«Αγάπη μου, είσαι πολύ μικρή για να πιστεύεις οτιδήποτε άλλο εκτός από το Θεό και τα διδάγματα της Εκκλησίας!»

«Κι εσύ, μαμά, που είσαι πολύ μεγάλη, γιατί πιστεύεις μόνο τα διδάγματα της Εκκλησίας και τίποτ’ άλλο;»

«Γιατί δεν υπάρχει τίποτ’ άλλο».

«Μαμά, είσαι σίγουρη πως τα ξέρει ο Θεός όλα αυτά που γίνονται;»

«Και βέβαια! Δεν γίνεται τίποτα χωρίς να το ξέρει ο Παντοδύναμος. Τι ερώτηση είναι αυτή;»

«Μαμά, λειτουργούν σύμφωνα με τα διδάγματα της Εκκλησίας ο Παγκόσμιος Οργανισμός Ελέγχου Τροφίμων, το διεθνές εμπόριο όπλων και ανθρώπων, οι παντοδύναμες φαρμακοβιομηχανίες;»

«Αχ, παιδί μου! Τι είναι αυτά που λες; Σου έχω πει ότι είναι θανάσιμο αμάρτημα να κουτσομπολεύεις και να διαδίδεις φήμες».

 «Ο Θεός ξέρει για τις φάρμες με τα κλωνοποιημένα όντα κρεατοπαραγωγής και για τους στείρους σπόρους της Μονσάντο;»

«Σίγουρα. Ο Θεός είναι Παντογνώστης… Δεν υπάρχει κάτι που να μην το ξέρει».

«Όχι, μαμά. Αποκλείεται να τα ξέρει και να τα επιτρέπει. Όλα αυτά τα κάνουν πίσω απ’ την πλάτη Του!»

«Πoιος διαδίδει αυτές τις βλάσφημες φήμες;»

«Το ίντερνετ».

«Αχ, τι θα κάνω πια μ’ αυτό το παιδί… Θα σ’ το πάρω το τάμπλετ… Αυτά τα τάμπλετ δεν είναι πράματα του Θεού…»

«Ξέρεις, μαμά, δεν θέλω να Τον προσβάλω, νομίζω όμως πως επειδή ο Θεός είναι πολύ παππούς πια… Όπως ο κ. Γιάννης που έχει λίγο Αλτσχάιμερ και ξεχνάει να –»

Η μαμά σταυροκοπήθηκε και μετά ύψωσε τα χέρια παίρνοντας την έκφραση που προειδοποιούσε ότι θα βάλει σπαραχτικές φωνές.

Η Μπέση, για ν’ αποφύγει τη σκηνή, σηκώθηκε και πήγε προς το κοτέτσι, όπου εκείνη τη στιγμή φαινόταν να επικρατεί κάποια αναστάτωση.

Είδε πως είχε πέσει ο συρμάτινος φράχτης που χώριζε τις κότες απ’ τα κουνέλια και τον έβαλε πάλι στη θέση του. Ήταν ένα πολύ φιλότιμο, εργατικό και παρατηρητικό κοριτσάκι.

Η δουλειά αυτή την έκανε να σκεφτεί κάτι άλλο.

 «Μαμά», είπε, «το ξέρεις ότι στο μπλε πορτοκάλι μας έχουμε, λέει, πάνω από 250 χιλιάδες χιλιόμετρα συνοριακών γραμμών; Χωρίς να μετράμε τις γραμμές “διπλής όψης”… Τι εξυπηρετούν, μαμά, αυτές οι συνοριακές γραμμές;»

«Τι παράξενη ερώτηση είναι πάλι αυτή; Κι εδώ, στο κτήμα, δεν έχουμε φράχτες για να μην ανακατεύονται τα διάφορα ζώα κι ενοχλούν το ένα το άλλο; Τώρα μόλις έβαλες έναν στη θέση του».

«Μα οι συνοριακές γραμμές χωρίζουν ζώα του ίδιου είδους… Ανθρώπους».

 «Όχι… Χωρίζουν τις χώρες».

«Γιατί;»

«Γιατί έτσι πρέπει. Κάθε άνθρωπος πρέπει να είναι στη χώρα του».

«Ναι, αλλά αφού τους μισούς τους αναγκάζουν να φύγουν απ’ τις χώρες τους; Εγώ δεν θα έβαζα καθόλου συνοριακές γραμμές –»

«Μα τι παράλογα πράγματα είναι αυτά που λες, μωρό μου;»

«Δεν θα έπρεπε να πηγαινοέρχονται όλοι ή να μένουν όπου θέλουν; Δεν είναι κουνέλια ούτε κότες, άνθρωποι είναι. Γιατί δεν μπορούν;»

«Χμ, υποθέτω γιατί είναι πολλοί… Θα γινόταν χάος. Είμαστε πολλοί».

«Όχι, μαμά. Είμαστε λίγοι. Πιο λίγοι κι από τις κότες κι από τα κουνέλια. Όλοι όλοι είμαστε κάπου 7,5 δισεκατομμύρια… Δεν είμαι πολύ καλή ακόμα στα μαθηματικά, αλλά νομίζω πως αν θα διαιρούσαμε τα 510 εκατομμύρια τετραγωνικά χιλιόμετρα που έχει εμβαδόν ο πλανήτης με τον αριθμό των κατοίκων του, θα περίσσευε πολλή γη».

«Ε;»

«Να σου πω, μαμά, τι θα έκανα εγώ; Εγώ λοιπόν θα άφηνα τους ανθρώπους να πηγαινοέρχονται ελεύθερα – και να διαλέγουν πού θέλουν να μείνουν, δεν θα έδιωχνα κανέναν. Θα τους έδινα χωραφάκια, λίγους σπόρους και μια τσάπα. Κι αφού μόνο το 29% του πλανήτη είναι ξηρά και το 70% είναι θάλασσα, θα τους έδινα και σύνεργα ψαρικής…»

 «Μα με τι απασχολείς το μυαλουδάκι σου τώρα; Άσε αυτές τις δουλειές για τη Θεία Πρόνοια. Αυτή φροντίζει για όλους… Μπορεί να μην το κατανοούμε, αλλά εκείνη, αναμφίβολα, έχει για όλους μας ένα καλό κι ευσπλαχνικό σχέδιο».

«Χα… Όπως λέει κι ο Μαρκ Τουέιν, ε, μαμά;»

«Ο ποιος;»

«Μαμά, δεν το καταλαβαίνω αυτό: η Θεία Πρόνοια κάνει αυτούς τους παράλογους πόλεμους, προκαλεί τις βίαιες μετακινήσεις των λαών, την καταστροφή του περιβάλλοντος; Αλήθεια, δεν καταλαβαίνω…»

«Μη μιλάς λοιπόν! Τι σου λέω τόση ώρα; Να μη μιλάς για πράγματα που δεν καταλαβαίνεις!»

«Μαμά, οι πρόσφυγες και οι μετανάστες βασανίζονται και πεινάνε. Γιατί;»

«Διαδόσεις… Ο Θεός φροντίζει ακόμα και για τα πετεινά του ουρανού… Και η Εκκλησία βεβαίως!»

«Μαμά, η Θεία Πρόνοια προτιμά να οργανώνει φιλανθρωπικά συσσίτια για να έχουν δουλειά τα κέτερινγκ; Μαμά, αυτό είναι ανήθικο!»

«Πάψε πια, Μπέση! Πολύ αέρα πήρες! Εσένα περιμένουμε να μας πεις τι είναι ηθικό και τι ανήθικο! Σταμάτα τη φλυαρία. Με ζάλισες. Γιατί δεν κάθεσαι ήσυχα, να παίξεις σαν όλα τα παιδάκια κανένα παιχνίδι στο τάμπλετ σου, απ’ αυτά με τις μάχες μεταλλαγμένων και εξωγήινων;»

 

 

Ηθικό δίδαγμα

Οι έννοιες των οποίων η υπόσταση εξαρτάται από ένα υποθετικό «αν» ερμηνεύονται συνήθως κατά το δοκούν. (Ανήθικο, αναίτιο, αναμφισβήτητο, αναπότρεπτο κτλ. Καθώς και τα αντιθετά τους.)

Από το “Παράξενες κι ακόμα πιο παράξενες ιστορίες” εκδ. Καλειδοσκόπιο, 2020

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.