Loading...
ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΜεταφρασμένη ποίηση

Πιερ Πάολο Παζολίνι: ένα ποίημα – Μτφρ: Κοσμάς Κοψάρης

ΔΙΗΓΗΣΗ                             

 

 

Πόσο καινούριο ήταν στον ήλιο το παλιό Monteverde!

Με το χέρι, τραυματισμένος, γινόμουν είδωλο

για να κοιτάξω γύρω λεωφόρους και ανηφορικούς δρόμους

ζωντανοί από καινούριο κόσμο μέσα στην παλιά του ζωή.

Έφτασα στην πλατεία, ξαναμμένος και τρεμάμενος,

γιατί ψύχος και ήλιος μαζί την εκτυφλωτική συνοικία

λεύκαιναν με βουβή και εκστασιασμένη πλήξη.

Πλούσια ήταν η συνοικία, μα λαϊκή χαρά

εισέβαλε στα ημιυπόγεια και ρετιρέ με φωνές

ασαφείς μα βίαιες, εύθυμα και άγρια τραγούδια

από σερβιτόρους, από παραδουλεύτρες και από εργάτες χαμένους

πάνω σε λευκές σκαλωσιές, ανάμεσα σε λευκά απόβλητα

Πως να μην καταλαβαίνει κανείς, με τη ζωή η καρδιά

να είναι διαφορετική και μία, να είναι παγωνιά και ήλιος;

Πως να μην νιώθει κανείς που είναι καθαρή ευγνωμοσύνη

για τον κόσμο και το να είσαι ταπεινωμένος και γυμνός;

Με περίμενε μέσα στον ήλιο της άδειας πλατείας

ο φίλος σαν αβέβαιος… Αχ τι τυφλή βιασύνη

στα βήματά μου, τι τυφλό το ελαφρύ τρέξιμό μου.

Το φως του πρωινού ήταν φως της βραδιάς:

Αμέσως το αντιλήφθηκα. Ήταν πάρα πολύ ζωντανό

το καφέ των ματιών του, ψεύτικα χαρωπός…

Μού είπε αγχωμένος και ήπιος το νέο.

Μα υπήρξε πιο ανθρώπινη, Attilio, η ανθρώπινη αδικία

αν προτού να με πληγώσει πέρασε από σένα,

και η πρώτη κίνηση πόνου που

έκανε τη μέρα βράδυ, υπήρξε για τον πόνο του.

Στο μεταξύ, τίποτα δεν είχε αλλάξει κάτω από τον φρέσκο ήλιο.

Αντίθετα, το ήρεμο χρύσωμα του μεσημεριού

έμοιαζε να διαιωνίζει κάθε πράγμα γύρω.

Ξαναέμεινα μόνος: ακολούθησα με το μάτι το αυτοκίνητο

να εξαφανίζεται με αυτόν, μέσα στον αέρα που κάθε ζωντάνια

είχε χάσει και ήταν αέρας, μόνο αέρας,

ο αέρας στον οποίο ζει κανείς, ξεχασμένος και πικρός,

κάθε μέρα, τρώγοντας σιωπηλός τη ζωή,

αποτρόπαιη ή γλυκιά, εύθυμη ή εχθρική.

Πόσο ξένη ήταν τώρα, κάθε χαρούμενη κραυγή,

για όποιον τώρα, πήγαινε σε ένα διαφορετικό προορισμό.

Το σκίρτημα του κοκκινίσματος που στον ήλιο εμφανιζόταν

από μια μπλούζα ή ένα κουρέλι στον απόμερο δρόμο,

ήταν αίμα που έτρεχε από το τραυματισμένο στήθος

ενός ανυποψίαστου ζώου, τρομαγμένου, κυνηγημένου…

Γιατί στο μεταξύ η πιο πρόσφατη μέρα της δημιουργίας

χρύσωνε τη γλυκά παγωμένη συνοικία

ενός πρωινού ήλιου που ξανασηκώθηκε από το βάθος

των πιο παλιών ημερών που χρύσωναν τον κόσμο.

Όπως φέρνοντας ήλιο το καρότσι έσπρωχνε

τον μανάβη άξεστο πάνω στην ελαφριά λάσπη.

αγγίζοντάς τη ο σερβιτόρος, με ένα σφύριγμα αγάπης

σηκωνόταν πάνω στα πηδάλια, τραγουδούσε: Ψυχή και καρδιά…

Όλο το Monteverde έτρεμε από σφυριά

από ηλιόλουστα εργοτάξια σε ηλιόλουστες εκσκαφές.

Μα ήταν μόνο μια ζέση ταπεινωμένου κόσμου:

ήταν μόνο η ειρήνη που μια κυριευμένη πόλη

απλώνει μέσα στο φως της όπως ένας χρόνος καθαρός,

παραδομένος να νικηθεί, να πλημμυρίζει σκοτεινός.

Νότιες φωνές, γέλια από παλιό κόσμο

έχουν τότε μια κραυγή που η ιστορία δεν ακούει:

όπου πετάγεται πιο ζωντανό ένα κουρέλι, ένα βλέμμα

εκεί πιο πεθαμένη στον ήλιο η φύση ξανακαίγεται.

Και να το σπίτι μου, μέσα στο θαλάσσιο φως

της Via Fonteiana στην καρδιά του πρωινού:

Η φωλιά μου, απροστάτευτη, τυφλή από ελπίδα,

όπου να κάψω την τελευταία αναστολή που μου περισσεύει.

Μπαίνω και ξανακλείνομαι, βουβός και σβησμένος όπως

ένας κρεμασμένος μόνος με το σώμα του και το όνομά του.

Και με πόση γλυκύτητα μέσα στο δωμάτιό μου ρέει

το καυτό λάδι του εξασθενημένου ήλιου!

Αχ, το ξέρω ήταν οι σκάλες, με το δικό τους γρύλισμα,

ξαναξυπνάνε ανυποψίαστες τον ξεχασμένο Θεό:

νιώθω πως είμαι, θυμάμαι πως υπήρξα,

ιδωμένος από το ξαφνικό βλέμμα Εκείνου.

Μα ακόμη στον πιο αθώο άνθρωπο στο τραυματισμένο στήθος

το αίμα μαυρίζει, και στον άνθρωπο τον πιο ήπιο

μέσα στο έκπληκτο μάτι μαυρίζει ο πόνος.

Όσο πιο τρυφερός υπήρξε ένα καιρό, περισσότερο σκληραίνει η καρδιά.

Και γνωρίζει τις παγωνιές, τις αδιαφορίες, τις βουβές

και άκαρδες απέχθειες όποιου τελικά αρνιέται

να δονείται ακόμη, και κάτω από αυτό κρύβει

την απόμακρη βία από τις πραγματικές του στοργές.

Και να δώσει, εκείνος αθώος, στους ένοχους σκάνδαλο,

σκύβει βουβός το βλέμμα, και συλλογίζεται τρεμάμενος

‒η σκληρή περιφρόνηση και το φοβισμένο γέλιο

Και, αν αυτό είναι περηφάνια, για αυτό τιμωρείται.

Εκτίει σε απελπισμένες και σκοτεινές εμπειρίες

την απειρία όποιου σε αυτή παραμένει ακάθαρτος.

Ω ήλιε που πλημμυρίζεις με μια πασχαλινή χαραυγή

το φτωχό μου δωμάτιο, και με καις πάνω στην καρδιά,

μέσα στο χλιαρό κύμα με το οποίο πέφτεις από τον ουρανό

κάνεις εδώ μέσα να πεθαίνει καμωμένη καθαρή και ελαφριά

η κραυγή από τις σκύλες, που πνιγμένες και ανόητες

υπόσχονται περιφρόνηση, απελπισία και θάνατο…

Μα γιατί να αναγκαστώ να μισήσω, εγώ

που σχεδόν ευγνώμων στον κόσμο για το κακό μου, τη δική μου

διαφορετική ύπαρξη‒και για αυτό μισητός‒

και δεν ξέρω παρά να αγαπώ, πιστός και αγαπητός;

Δεν είναι ακόμα ζωντανοί και παρόντες άνθρωποι

που έζησαν για είκοσι χρόνια με πάθη

πνιγμένα στο στήθος γιατί εχθρικές στον κόσμο,

καυτές γιατί ξένες σε κάθε λυπητερή και χαρούμενη

πράξη του έθνους, σε κάθε πόνο ή γιορτή

που όσο περισσότερο είναι άγνωστη, περισσότερο, για τον αποκλεισμένο, είναι τίμια;

Άνθρωποι που έζησαν για είκοσι χρόνια με την καρδιά,

τόσο γόνιμη, καμένη από άγονη μνησικακία;

Να εκεί, πίσω από το μυρωδάτο φως του ήλιου

ανάμεσα στις εκσκαφές και στις σκαλωσιές, η λαδωμένη λάμψη

μιας γυμνής περιφέρειας σαν μια κόλαση,

ένα πλήθος από ταράτσες ενάντια στη διαλυμένη οθόνη

του αγρού μέσα στη διάχυτη φλόγα του οποίου

το Permolio εκπέμπει την πορτοκαλί φλόγα.

και θάβει τη διαλυμένη περίφραξη το FerroBeton

ανάμεσα σε κατολισθήσεις από τρώγλες, κάποιο σάπιο περιβόλι,

και σειρές από εργοτάξια ήδη παλιά στο πρωινό.

Σχεδόν χαρούμενοι, είναι αλήθεια, με το πεπρωμένο τους

σε ζεστούς δρόμους ασφάλτου, ενάντια σε παράγκες και λιβάδια,

σερβιτόροι, εργάτες, υπηρέτριες, άνεργοι

πλημμυρίζουν στην πιο πρόσφατη μέρα της δημιουργίας

που επιχρυσώνει την γλυκά παγωμένη συνοικία

με ένα πρωινό ήλιο που ξαναξύπνησε από το βάθος

των πιο αρχαίων ημερών που επιχρύσωσαν τον κόσμο…

Και, όμως, το ξέρω καλά!, λαχταρούν αγωνιώδεις

οι κραυγές σε εκείνο τον ήλιο, ανάμεσα στις γιορτινές συνοικίες,

και απειλούν θάνατο, φρικτά εμμονικές

ενάντια σε όποιον προδίδει γιατί είναι διαφορετικός, αυτές,

μέσα στον υπερβολικά γλυκό αέρα, μέσα στην ανθρώπινη αθωότητα

δεν είναι παρά οι αγγελιοφόροι της συνείδησής μου.

 

 

Από τη συλλογή “Οι στάχτες του Γκράμσι” 1956

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.