Loading...
ΚΕΙΜΕΝΑΠΡΟΣΕΓΓΙΣΕΙΣ

ΧΡ. Δ. ΑΝΤΩΝΙΟΥ: Πληροφορίες και σχόλια για το ποίημα του Σεφέρη «LES ANGES SONT BLANCS»

( ΜΥΣΤΙΚΟΣ  ΔΙΑΛΟΓΟΣ  ΜΕΤΑΞΥ  BALZAK, MILLER, ΣΕΦΕΡΗ ΚΑΙ  ΜΑΚΡΟΝ)

Στις 7 περασμένου  Σεπτεμβρίου ο Γάλλος Πρόεδρος Ε. Μακρόν στην ομιλία του στο λόφο της Πνύκας  αναφέρθηκε στη Δημοκρατία που δημιουργήθηκε στην αρχαία Αθήνα και τις αξίες που έκτοτε ενώνουν την Ευρώπη.  Στη συνέχεια μιλώντας  για τη Δημοκρατία στην Ενωμένη Ευρώπη  διαπίστωσε ότι αυτές οι αξίες  έχουν αποδυναμωθεί, στην περίοδο που διανύουμε, με αποτέλεσμα  τη σύγχρονη ευρωπαϊκή κρίση που για να ξεπεραστεί είναι ανάγκη όλοι οι πολίτες της να δώσουν πολύπλευρο και δύσκολο αγώνα.  Και για να υπογραμμίσει τη σημασία  αυτού του αγώνα  «έκλεισε» την ομιλία του με τους δύο τελευταίους στίχους από το ποίημα του Σεφέρη: Les anges sont blancs.

«…κι όταν γυρεύεις το θαύμα πρέπει να σπείρεις το αίμα σου στις οχτώ γωνιές των ανέμων

γιατί το θαύμα δεν είναι πουθενά παρά κυκλοφορεί μέσα στις φλέβες του ανθρώπου».

Έτσι, ο Μακρόν με τους αποφθεγματικούς αυτούς στίχους μας θύμισε αυτό το κάπως ξεχασμένο σεφερικό ποίημα και μας έκανε να αναρωτηθούμε  αν  σχετίζεται κατά κάποιον τρόπο με τη σημερινή κρίση της Ενωμένης Ευρώπης, αφού ο Μακρόν με την ομιλία του στα προβλήματά της αναφέρθηκε και στη μελλοντική της πορεία. Δεν πρόκειται βέβαια το δοκίμιο αυτό να επιχειρήσει μια συστηματική προσέγγιση του ποιήματος, αλλά να δώσει πληροφορίες μόνο σχετικά μ’ αυτό και να διατυπώσει ασφαλώς και κάποια σχόλια.

Το ποίημα λοιπόν γράφτηκε τον Νοέμβριο του 1939 και ανήκει στη συλλογή Ημερολόγιο Καταστρώματος Α’ που εκδόθηκε το 1940 και περιέχει ποιήματα που γράφτηκαν από το καλοκαίρι του ’37 μέχρι το καλοκαίρι του ’40. Τα περισσότερα απ’ αυτά σχετίζονται  με την κατάσταση στην οποία βρισκόταν η Ευρώπη στα χρόνια αυτά, λίγο πριν δηλαδή από τον μεγάλο πόλεμο. Πρόκειται για μια κρίσιμη περίοδο που βρέθηκαν αντιμέτωπα δυο στρατόπεδα: από τη μια τα  ολοκληρωτικά καθεστώτα της Ιταλίας και της Γερμανίας που επαγγέλλονταν μιαν απάνθρωπη «Νέα Τάξη» και φιλοδοξούσαν να εξουσιάσουν ολόκληρη την Ευρώπη και ένα μεγάλο μέρος του κόσμου κι από την άλλη οι φιλελεύθερες δημοκρατίες της Δύσης Αγγλία, Γαλλία και Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής. Κι ενώ οι φασιστικές δυνάμεις ετοιμάζονταν πυρετωδώς για την υλοποίηση των στόχων τους, οι φιλελεύθερες δυνάμεις δεν φαίνεται να διακρίνουν καθαρά τον κίνδυνο από τον πόλεμο που ερχόταν και παρακολουθούσαν παθητικά τα καλπάζοντα γεγονότα. Για τον Σεφέρη δείγμα αυτής της αδιαφορίας, «στραβωμάρας», όπως την αποκαλεί ο ίδιος[1], αποτελεί η άρνηση των αγγλογάλλων το ’36  να συνδράμουν τη δημοκρατικά εκλεγμένη ισπανική κυβέρνηση εναντίον της συνωμοσίας του Φράνκο. Κι ακόμη περισσότερο η έλλειψη πολιτικής διορατικότητάς τους  αποκαλύπτεται το ’38 με τις συμφωνίες του Μονάχου, όταν «παραδίνουν» την Τσεχοσλοβακία στον Χίτλερ, με την ελπίδα ότι έτσι θα αποφύγουν τον πόλεμο (πρβλ το ποίημα της ίδιας συλλογής: «Άνοιξη μ.Χ»).  Στο ημερολόγιό του ο Σεφέρης σημειώνει:

Παρασκευή, 30 Σεπτέμβρη (1938), Αθήνα, 11 βράδυ:

Χτες τη νύχτα «ανακοινωθέν των Τεσσάρων»,  στο Μόναχο. Σήμερα αγγλογερμανικό ανακοινωθέν μη προσφυγής σε πόλεμο. Η Ευρώπη, αυτό που εμείς, έτσι που ανατραφήκαμε, λέγαμε Ευρώπη, αν δεν ξεψύχησε, είναι έτοιμη να ξεψυχήσει[2].

Έπρεπε ν’ αρχίσει ο γερμανοπολωνικός πόλεμος (1η Σεπτ. ’39) για να συνειδητοποιήσουν καθαρά πλέον τον φασιστικό κίνδυνο η Γαλλία και η Αγγλία και να κηρύξουν τον πόλεμο στη Γερμανία.

Επειδή το ποίημα, για το οποίο γίνεται λόγος, είναι αφιερωμένο από τον Σεφέρη  στον Henry Miller, αξίζει να σημειώσω εδώ ότι οι δύο άνδρες γνωρίζονται μεταξύ τους για πρώτη φορά, στο σπίτι του Γιώργου Κατσίμπαλη, ακριβώς στις 2 Σεπτεμβρίου του ’39, με την έναρξη δηλαδή του πολέμου.  Ο Αμερικανός συγγραφέας, αφού διέμεινε για πολλά χρόνια στο Παρίσι του Μεσοπολέμου, με την παρότρυνση του φίλου του   Αγγλοσάξονα συγγραφέα  Lawrence Durrell, αποφάσισε να διαμείνει για κάποιον καιρό και στην Ελλάδα[3]. Ο Miller ήταν ήδη πολύ γνωστός συγγραφέας κυρίως από τα δύο εμβληματικά μυθιστορήματά του: «Ο Τροπικός του Καρκίνου» και «Ο Τροπικός του Αιγόκερω». Ο Σεφέρης, αν και, όπως ομολογεί ο ίδιος,   δεν είχε μέχρι τότε  διαβάσει κάτι δικό του[4], η ζωντανή όμως  παρουσία του Μiller τον ενθουσιάζει και τον θαυμάζει για τη «φρεσκάδα»  του. Κάνει μαζί του περιπάτους και μια εκδρομή, μαζί με τον Κατσίμπαλη και την παρέα του (Δ.Ι. Αντωνίου, Νίκο Χατζηκυριάκο-Γκίκα και Κωστάκη Τσάτσο) στην Ύδρα. Στο ημερολόγιό του διατυπώνει διάφορες σκέψεις για τον Αμερικανό συγγραφέα από τις οποίες φαίνεται αυτός ο θαυμασμός[5]. Μια φιλία αρχίζει να αναπτύσσεται.

Σ’ αυτές τις ημερολογιακές σελίδες ο Σεφέρης εκθέτει,  τελείως περιληπτικά, κάποιες συζητήσεις που είχε μαζί του. Επιλέγω ό,τι είναι, κατά τη γνώμη μου,  χρήσιμο για την προσέγγιση του ποιήματος:

Στο δρόμο ήρθε η κουβέντα για τον πόλεμο. Έλεγα γι’ αυτό το αίσθημα που έχει κανείς κάποτε ότι όλα τούτα γίνουνται όπως μέσα σε κάποιον ύπνο, σαν υπνοβάτες. «Ναι, περίεργο»  μ’ αποκρίθηκε «στο Παρίσι, πριν από χρόνια, παρατηρώντας πόσο η ζωή γίνεται όλο και πιο αφηρημένη, λέγαμε μ’ ένα φίλο: θα καταλήξουν να σκοτώνονται χωρίς να το καταλαβαίνουν. Αυτό γίνεται τώρα». Θέλησα κάτι να ρωτήσω, με σταμάτησε: «Θα προτιμούσα να μη μιλήσουμε τόσο σύντομα γι’ αυτό το θέμα». Είπε, κι άλλαξε κουβέντα. Μου έκανε εντύπωση. Έμοιαζε σαν να τον είχε αγγίξει κανείς σ’ ένα σημείο πολύ επίπονο»[6].

Κάποια στιγμή ο Miller δίνει στο Σεφέρη να διαβάσει τις σημειώσεις μιας εργασίας του για τον Balzac.  Αυτό κάνει τον Σεφέρη να διατυπώσει στο ημερολόγιό του κάποιες σκέψεις του για τον  Miller που δείχνουν κυρίως ορισμένες  επιφυλάξεις του απέναντί του, που κατά  τον Ρόντρικ Μπήτον σχετίζονται με «μια παράξενη εκκεντρική εκδοχή της γαλλικής λογοτεχνίας του 19ου αιώνα»[7]. Γράφει ο Σεφέρης:

Αυτή η ροπή του Η.Μ. προς την αστρολογία και τις απόκρυφες επιστήμες είναι ένα χαρακτηριστικό του «αμερικανισμού του». Ένα είδος μύθου μέσα σ’ ένα κόσμο χωρίς μυθολογία, χωρίς παράδοση, όπως η Αμερική. Αυτός ο άνθρωπος που μισεί την αμερικανοποιημένη ζωή, είναι ένας τύπος αμερικάνικης βίωσης. Δεν το αναφέρω αυτό για να τον ψέξω. Αλλά οι αρετές του, η δύναμή του, βρίσκονται αλλού από εκεί που ο ίδιος το νομίζει[8].

Η συζήτηση για τον  Balzac καλά κρατεί ανάμεσά τους πριν και μετά από την εκδρομή τους στην Ύδρα. Στο ημερολόγιό του βρίσκουμε, ανάμεσα στα άλλα, τις εξής εγγραφές του, που αφορούν απόψεις του Miller:

« In that rough-hewn form of heavy earth, in which Balzac ’s  soul was imprisoned,the Buddhist drama of desire was played out in a manner such as we have never witnessed in another European». («Μέσα σε τούτο το τραχύ λαξεμένο σχήμα της βαριάς γης, όπου η ψυχή του Μπαλζάκ ήταν φυλακισμένη, γίναμε μάρτυρες του βουδιστικού δράματος της επιθυμίας που παίχτηκε με τρόπο ανεπανάληπτο για κάποιον Ευρωπαίο»).

Και πάλι (πρβλ. Cancer): «The spectacle of  ‘Parisian civilization’  which presented itself to Louis Lambert eyes in the picture of a world in decay.  The death and desintegration which Balzac sensed over a century ago has only hightened since then. To-day every great city of the world stinks to high heaven and it is from this death of the world that an artist is obliged to draw his inspiration”. ( Και πάλι ( πρβλ. Τροπικό του Καρκίνου): «Το θέμα του ‘παρισινού πολιτισμού’ που παρουσιάστηκε μπροστά στα μάτια του Λουί Λαμπέρ είναι η εικόνα ενός κόσμου σε παρακμή. Ο θάνατος και η αποσύνθεση που ο Μπαλζάκ διαισθανόταν πάνω από έναν αιώνα πριν,  έχει χειροτερέψει μόνο από τότε. Στις μέρες μας όλες οι μεγάλες πόλεις ζέχνουν ως ψηλά στους ουρανούς και απ’ αυτό το θάνατο του κόσμου οφείλει ο καλλιτέχνης να αντλήσει την έμπνευσή του»)[9].

Λοιπόν, αυτές κυρίως, κατά τη γνώμη μου, οι σημειώσεις του Miller  παρέπεμψαν τον Σεφέρη στο μυθιστόρημα Louis Lambert του Balzac. Αν και ο Balzac θεωρείται ένας από τους εισηγητές του ρεαλισμού στην ευρωπαϊκή λογοτεχνία, στο μυθιστόρημα αυτό υπερισχύει η μεταφυσική θεώρηση των πραγμάτων. Το βασικό θέμα αυτού του βιβλίου, που βασίζεται σε ένα φοιτητικό δοκίμιο του Γάλλου συγγραφέα με τίτλο «Πραγματεία περί θελήσεως» και το οποίο σχολιάζει τις θεωρίες του Σουηδού φιλοσόφου  Σβέντενμποργκ, είναι ο διαχωρισμός της εσωτερικής και εξωτερικής ύπαρξης του ανθρώπου, ο ρόλος των αγγέλων, η πνευματική μάθηση και η σχέση μεταξύ της ιδιοφυίας και της τρέλας. Σύμφωνα με τον Σβέντενμποργκ «ο άγγελος είναι το άτομο μέσα στο οποίο το εσωτερικό πλάσμα επιτυγχάνει να θριαμβεύσει επί του εξωτερικού πλάσματος»[10] . Με άλλα λόγια γίνεται λόγος για την σωματική και πνευματική ύπαρξη του ανθρώπου και την προσπάθειά του  να υποτάξει την υλική του ύπαρξη και τις απαιτήσεις της και να ενδυναμώσει την πνευματική του υπόσταση.  Αυτή η εσωτερική-πνευματική ύπαρξη, σύμφωνα με τον Louis Lambert , που μέσα στο μυθιστόρημα  είναι ο «δίδυμος αδελφός» του ίδιου του συγγραφέα, του Balzac,  περιέχει την «υλική ουσία της σκέψης», η οποία αποτελεί την αληθινή ζωή που επιδιώκει  μέσα στο μυθιστόρημα ο ήρωάς του. Επιδιώκει δηλαδή να γίνει «άγγελος». Και πράγματι  το φυσικό σώμα του Louis Lambert  αρρωσταίνει και εξαϋλώνεται, ενώ η πνευματική του φώτιση αναπτύσσεται με μια «βουδιστική»  ασκητική πορεία στο έπακρο, με το σχόλιο που κάνει  προς τον αφηγητή – συγγραφέα: «Οι άγγελοι είναι λευκοί». Το όλο θέμα δηλαδή θεωρώ ότι αποτελεί έναν ύμνο στη πνευματικότητα. Το συγκεκριμένο σημείο του μυθιστορήματος έχει ως εξής:

Tout a coup Louis cessa de frotter ses jambes l’ une contre

l’ autre et dit d’ une voix lente “Les anges sont blancs”.

(Ξάφνου ο Λουί έπαψε να τρίβει τις γάμπες του την μια πάνω

στην άλλη και είπε με φωνή αργή: «Οι άγγελοι είναι λευκοί»[11].

Απ’ αυτή τη φράση ο Σεφέρης δανείζεται τον τίτλο του ποιήματος και την ίδια φράση θέτει ως επιγραφή στο ποίημα.

Αντίθετη κατεύθυνση φαίνεται να έχει η πορεία της σκέψης του Miller απ’ αυτή του Louis Lambert. Στον Τροπικό του Καρκίνου η πνευματικότητα θα κατακτηθεί με την ενίσχυση της σωματικότητας και όχι με την αποδυνάμωσή της. Έτσι ο Miller θα ακολουθήσει μια  ασίγαστη σεξουαλική ζωή αναζητώντας ουσίες και νοήματα στις ερωτικές αγκαλιές και τους οργασμούς. Αυτά αποτελούν την πηγή της δημιουργικότητάς του. Ο  Σεφέρης,  όπως αφήνει να υπονοηθεί και ο  Μπήτον[12], αν και διατηρεί κάποιες επιφυλάξεις για  τον Miller, ωστόσο δείχνει να ταυτίζεται εν πολλοίς μαζί του, όπως  και ο Balzac  με τον ήρωα του μυθιστορήματός του.

Αυτή η ταύτισή του φαίνεται ίσως  και από τα ακόλουθα. Στο ημερολόγιό του ο Σεφέρης αντιγράφει στην ίδια σελίδα κάτω ακριβώς από τα αποσπάσματα του Miller,  μια μικρή φράση από τον Louis Lambert: «Cet  X  ou je me suis autrefois heurte…” (Louis Lambert, p. 200)[13] ,(«Αυτόν τον Χ. στον οποίο προσέκρουσα παλιά…») με αποσιωπητικά στο τέλος, για να υπονοήσει τα νοήματα που υποκρύπτονται σ΄αυτό  το σημείο του βιβλίου του Balzac, ο οποίος παραδέχεται μάλλον ότι σ’ αυτή την πορεία του ανθρώπου για την κατάκτηση της «ουσίας» στέκεται εμπόδιο «στον άνθρωπο ένα φαινόμενο πρωτόγονο και κυρίαρχο που δεν επιδέχεται καμιά ανάλυση. Αν αποσυνθέσουμε τον άνθρωπο στο σύνολό του, θα βρούμε ίσως μέσα του τα στοιχεία της Σκέψης και της Θέλησης. Αλλά θα συναντήσουμε πάντα, αυτόν τον Χ, στον οποίο προσέκρουσα παλιά»[14]. Αυτός ο Χ είναι ίσως ο λόγος (αυτό δηλαδή το πρωτόγονο και κυρίαρχο φαινόμενο)  για τον οποίο ο Σεφέρης δικαιολογεί  μέσα του τον Miller, ίσως και τον ίδιο τον εαυτό του, και δεν τον «ψέγει»,  όπως σημειώνει στις περί ου σελίδες, γιατί ως ιδιοσυγκρασία και ο Σεφέρης  είναι βαθύτατα  ερωτικός, αλλ’ αντίθετα με τον αυθόρμητο Miller προστατεύει πολύ το δημόσιο προφίλ του. Έτσι,  βλέπει τον  Miller ως «δίδυμο αδελφό» του. Δημιουργούνται, μ άλλα λόγια, δυο διαλεγόμενα ζεύγη: α) Balzac-Louis Lambert και β) Miller-Σεφέρης.

Βασικό κοινό σημείο που έχουν τα διαλεγόμενα ζεύγη  είναι η παραδοχή τους για την πολιτισμική κατάσταση του Παρισιού, η οποία από τα χρόνια του Balzac  μέχρι τα χρόνια του Μiller-Σεφέρη, παρουσιαζόταν ως μια εικόνα ενός κόσμου σε παρακμή. Και όπως παραβάλλει  ο Σεφέρης, όπως είδαμε παραπάνω,  από τον Τροπικό του Καρκίνου: «Ο θάνατος και η αποσύνθεση  που ο Balzac αισθανόταν πάνω από έναν αιώνα πριν,  έχει χειροτερέψει μόνο από τότε». Και τα δύο ζεύγη δηλαδή διαπιστώνουν την παρακμή του ευρωπαϊκού πολιτισμού που είναι συνώνυμο στην ουσία της θέλησής τους για την αναβάθμισή του. Το πρώτο ζεύγος συζητητών επιλέγει ως δρόμο του τη μεταφυσική. Το δεύτερο όμως  ακολουθεί πιο ρεαλιστικό τρόπο από τον κατεξοχήν εκπρόσωπο του ρεαλιστικού μυθιστορήματος, όπως θα δούμε παρακάτω.

Γύρω λοιπόν  απ’ όλα αυτά περιστρέφεται, υποθέτω, το εν λόγω ποίημα, χωρίς βέβαια να γίνεται φιλοσοφικό δοκίμιο. Αντίθετα κιόλας, όσο κι αν είναι δύσκολο ποίημα, με πολύ δυσνόητη γραφή, καταξιώνεται από τον σεφερικό ποιητικό λόγο. ¨Εχει τον χαρακτήρα των άλλων ποιημάτων της προπολεμικής συλλογής του και πρέπει οπωσδήποτε να διαβαστεί παράλληλα με αυτά.  Ο Σεφέρης αρχίζει  να το γράφει στην Ύδρα, σ’ εκείνη την εκδρομή τους, και το τελειώνει στην Αθήνα στα μέσα του Νοεμβρίου 1939.. Το ποίημα λοιπόν είναι αφιερωμένο στον Henry Miller  και στην αρχή του «μνημονεύει την άφιξή του (…) στην Ελλάδα»[15]. Ο στίχος «…βγάζοντας κι ακουμπώνας το κεφάλι του στο σιδερένιο τραπεζάκι» (αντί του αναμενόμενου: το καπέλο του) ίσως δηλώνει την πολύ επικοινωνιακή διάθεση του Miller,  «καθώς η όψη της Πολωνίας άλλαζε σχήμα σα μελανιά που την πίνει το στουπόχαρτο», στίχος που αναφέρεται βέβαια στον  διαμελισμό της Πολωνίας ανάμεσα στους Ρώσους και τους Γερμανούς. Κατά τον Μπήτον «στο ποίημα(…) ο Γιώργος ομολογεί τον θαυμασμό του αλλά και τις σιωπηρές επιφυλάξεις του για τον Μίλλερ. Και αυτός είναι ο λόγος που ο Μίλερ πληροφορείται την ύπαρξη του ποιήματος δεκαπέντε ολόκληρα χρόνια αργότερα, όταν δημοσιεύεται η αγγλική του μετάφραση· η δε εξήγηση που δίνει τότε ο Γιώργος για την ‘παράβλεψή’ του δεν είναι απολύτως πειστική»[16]. Ίσως μάλιστα οι στίχοι:

Τον περιστοίχιζαν γυμνές γυναίκες με μπρούτζινα φύλλα αραποσυκιάς

σβησμένοι φανοστάτες ανεμίζοντας τους κηλιδωμένους επίδεσμους της μεγάλης πολιτείας

ασύμμετρα κορμιά γεννοβολώντας κενταύρους κι αμαζόνες

να εκφράζουν κάτι από τις επιφυλάξεις του Σεφέρη, αφού κυρίως οι κένταυροι και οι αμαζόνες, αλλά και οι γυμνές γυναίκες υπονοούν ανολοκλήρωτα  νοήματα και γεγονότα.

Το ποίημα παρακάτω σκοτεινιάζει ακόμη πιο πολύ και μοιάζει σαν ένα εφιαλτικό όνειρο. Μολαταύτα οι στίχοι:

Όμοια με τα κινήματα της φαντασίας και με τα χέρια των ανθρώπων που ψηλαφούν και σκοτώνουνται μέσα στον ύπνο/ μέσα στο μεγάλο φλούδι ύπνου που μας τυλίγει αχάραχτο, κοινό για όλους μας, ο κοινός μας τάφος/με μικροσκοπικά κρύσταλλα γυαλίζοντας σπασμένα από την κίνηση των ερπετών./ Κι όμως τα πάντα ήταν λευκά γιατί ο μεγάλος ύπνος είναι λευκός κι ο μεγάλος θάνατος/ ήσυχος γαλήνιος ξεχωριστός μέσα στην απέραντη σιγή.

μας παραπέμπουν στη συζήτηση του Σεφέρη με τον Miller σχετικά με την κατάσταση  στην Ευρώπη που όλα γίνονται «όπως μέσα σε κάποιον ύπνο, σαν από υπνοβάτες» . Αυτή η ιδέα απασχολεί έντονα τον ποιητή και επανέρχεται σ’ αυτή συχνά στο ημερολόγιό του. Πολύ αργότερα μάλιστα (1970) παραθέτοντας  ένα λόγο του Ηράκλειτου, όπως τον μνημονεύει ο Μάρκος Αυρήλιος: «Τους καθεύδοντας, οίμαι, ο Ηράκλειτος εργάτας είναι λέγει και συνεργούς των εν τω κόσμω γινομένων»,  θα συμπληρώσει: «Τα είχα ολοένα στη σκέψη μου αυτά τα λόγια και τον καιρό που ετοιμαζότανε η ανθρωποσφαγή(… Έβλεπα αυτούς τους «καθεύδοντας» (…) να ξολοθρεύονται χωρίς να έχουν ξυπνήσει (…) Έβρισκα την υπνοβασία πολλή και την εγρήγορση λίγη»[17].  Τα επίθετα «λευκός» και «γαλήνιος» επιτείνουν το εφιαλτικό και επιθανάτιο κλίμα του αποσπάσματος, που ρεαλιστικά αναφέρεται στην κακή κατάσταση της Ευρώπης. Δεν αποκλείεται επίσης ο στίχος: «με μικροσκοπικά κρύσταλλα γυαλίζοντας σπασμένα από την κίνηση των ερπετών» να αναφέρεται στη «Νύχτα των Κρυστάλλων», που συνέβη στις 9 Νοεμβρίου του 1938, ένα δηλαδή ακριβώς χρόνο πριν από τη γραφή του ποιήματος, και που είχε αποκαλύψει το απάνθρωπο πρόσωπο του Ναζισμού.

Και οι τέσσερις  επόμενοι στίχοι:

Και το κακάρισμα της φραγκόκοτας την αυγή κι ο κόκορας που λάλησε πέφτοντας σ’ένα βαθύ πηγάδι/κι η φωτιά στο πλάι του βουνού σηκώνοντας παλάμες από σούρφανο και φύλλα του φθινοπώρου/και το καράβι με τις διχαλωτές ωμοπλάτες πιο τρυφερές από το πλάγιασμα της πρώτης μας αγάπης/ ήτανε πράγματα απομονωμένα πιότερο ακόμη κι από το ποίημα/που άφησες σαν έπεσες βαρύς μαζί με την τελευταία του λέξη

πρέπει να σχετίζονται με  δύο ημερολογιακές εγγραφές του ποιητή, που σημείωσε όταν βρίσκονταν με τον Μiller στην Ύδρα,  και που υποβάλλουν  την εφιαλτική σιγή της γενικής υπνοβασίας και κάποια αηδία-απογοήτευση εξαιτίας της:

Κυριακή, 5 Νοέμβρη. Ύδρα.  Πρωί: Η φραγκόκοτα σα μαγκανοπήγαδο.

Δευτέρα, στο καράβι, γυρίζοντας.  Χρώμα της μέρας γκρίζο και άσπρο.(…). Σιωπή αυτών των πραγμάτων, αυτών των εικόνων. Κύβοι. Ως και οι φωνές των ζώων μοιάζουν γεννήματα της σιωπής: Ο κόκορας που λάλησε κάτω στο χωριό, μια πόρτα καφετιά, μια φλόγα στο κανάλι του Πόρου, αριστερά στο βουνό, σκίζοντας τον ουρανό σα χαρτί. (…) Από τα εντόσθια του πλοίου η φασαρία του ταγκό: «Αγωνία, αγωνία, μ’ αγαπάς δε μ’ αγαπάς.» Merde[18].

Μέσα από μια σειρά πολλών ακόμη στίχων, που περιγράφουν πράγματα σαν σε ένα εφιαλτικό όνειρο, το ποίημα καταλήγει στους ακόλουθους  εφτά τελευταίους στίχους:

 Ο άνθρωπος αυτός με τα δαγκώματα των τροπικών στο δέρμα

Βάζοντας τα μαύρα του γυαλιά σα να ‘θελε να δουλέψει με τη φλόγα του οξυγόνου

έλεγε ταπεινά προσέχοντας και σταματώντας στην κάθε του λέξη:

«Οι άγγελοι είναι λευκοί πυρωμένοι λευκοί και το μάτι μαραίνεται που θα τους αντικρίσει

και δεν υπάρχει άλλος τρόπος πρέπει να γίνεις σαν την πέτρα όταν γυρεύεις τη συναναστροφή τους

κι όταν γυρεύεις το θαύμα πρέπει να σπείρεις το αίμα σου στις οχτώ γωνιές των ανέμων

γιατί το θαύμα δεν είναι πουθενά παρά κυκλοφορεί μέσα στις φλέβες του ανθρώπου».

Ο πρώτος στίχος: «Ο άνθρωπος αυτός με τα δαγκώματα των τροπικών στο δέρμα» σχετίζεται ασφαλώς με τα δύο μυθιστορήματα του Μiller, στα οποία φαίνεται πολύ ρεαλιστικά ο αγώνας του συγγραφέα τους για την επιβίωσή του.  Ο δεύτερος με μια φωτογραφία που τράβηξε ο Σεφέρης τον Μiller.  «Είναι ακουμπισμένος στην αναποδογυρισμένη καρίνα μιας βάρκας με φόντο τα ξάρτια και τα πανιά στο λιμάνι. Σχεδόν φαλακρός, με τα μάτια κρυμμένα ολότελα πίσω από μεγάλα μαύρα γυαλιά ηλίου»[19].

Το περίεργο είναι ότι στους  επόμενους δύο  στίχους  ο Σεφέρης βάζει στο στόμα του Μiller  τη φράση του Louis Lambert: «Οι άγγελοι είναι λευκοί…», ωσάν να θέλει να συναιρέσει τους δύο ξεχωριστούς δρόμους, του Βalzac δηλαδή και του Μiller, για την κατάκτηση της «ουσίας». Ή  μήπως ο στίχος είναι η ρεαλιστική κοινή απάντηση του δεύτερου ζεύγους συνομιλητών, με κύρια ευθύνη του ποιητή, απέναντι στη μεταφυσική θέση του πρώτου; Μήπως και ο τίτλος του ποιήματος Les anges sont blancs  αποτελεί μια ισχυρή αντίθεση στους μεταφυσικούς αγγέλους του Balzac; Μήπως δηλαδή η «λευκή αρία φυλή» με τη σκληρότητά της δεν άφηνε τότε περιθώρια για μεταφυσικές θεωρήσεις στην Ευρώπη και πως η αντιμετώπιση του Ναζισμού έπρεπε να είναι ρεαλιστική; Μήπως οι λευκοί άγγελοι είναι οι άριοι Ναζιστές που δημιούργησαν στην Ευρώπη μιαν εφιαλτική κατάσταση, την οποία οι υπόλοιπες δημοκρατικές χώρες έπρεπε, αφήνοντας την «υπνοβασία» τους, να αντιμετωπίσουν  έχοντας στη συνείδησή τους τη σκληρή πραγματικότητα: ότι «οι άγγελοι είναι λευκοί πυρωμένοι λευκοί και το μάτι μαραίνεται που θα τους αντικρίσει/ και δεν υπάρχει άλλος τρόπος πρέπει να γίνεις σαν την πέτρα όταν γυρεύεις τη συναναστροφή τους». Αυτή την αντίδραση περιμένει ο ποιητής που επισημαίνει πως το «θαύμα», που χρειάζεται  εκείνη την περίοδο η Ευρώπη, αλλά και γενικότερα ο άνθρωπος, θα συντελεστεί με  ρεαλισμό, με τον αγώνα του ίδιου του ανθρώπου. Ο «άνθρωπος» και οι ενέργειές του είναι η λύση. Μήπως σ’ αυτή την ανθρώπινη ενέργεια ήθελαν οι λογογράφοι του Μακρόν να δώσουν έμφαση;

Για τους δύο τελευταίους στίχους ο Μπήτον  γράφει  ότι «ο Γιώργος είχε διδαχτεί πολλά χρόνια νωρίτερα από τη μητέρα του, λίγο πριν από τον θάνατό της: πως το ‘θαύμα΄, (σσ. στο οποίο αναφέρεται συχνά και ο  Miller στον «Τροπικό του Καρκίνου»), δεν βρίσκεται αναζητώντας εξωτικά άλλοθι, μα μες στην ίδια ‘αυτή τη ζωή που μας ανήκει’. Ο θάνατος αυτός τον κάνει ν’ αναρωτηθεί με τι θα έμοιαζαν οι άγγελοι αν ζούσαν στην Ελλάδα σήμερα. Η απάντηση που δίνεται στο ποίημα από το στόμα του Αμερικανού φίλου του ανάγει τα πάντα ξανά στον ήρωα ο οποίος αναδύεται σ’ όλο το κατοπινό έργο του Γιώργου: τον άνθρωπο»[20].

Μια τέτοια κατάληξη μας υπενθυμίζει άλλη μια φορά τον ανθρωποκεντρικό χαρακτήρα της σεφερικής ποίησης.

 

[1] Μέρες, Γ’, σ. 194.

[2] Ό. π.,  σ. 105.

[3] Ό. π., σ. 31.

[4] Ό. Π.

[5] Ό. π. σ, 140-162

[6] Ό. π.,σ.142

[7] Ρόντρικ Μπήτον, Γιώργος Σεφέρης (Περιμένοντας τον άγγελο-Βιογραφία), Ωκεανίδα, Αθήνα 2003, σ.269.

[8] Μέρες, Γ’, σ.144-145.

[9] Ό.π., σ. 146. Τις μεταφράσεις των δύο αποσπασμάτων τις οφείλω στην έγκριτη μεταφράστρια Έφη Φρυδά, την οποία και ευχαριστώ.

[10] Ονορέ ντε Μπαλζακ, Λουί Λαμπέρ, Εκδ. Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 2001, σ. 52

[11] Ο. π. σ, 142.

[12] Μπήτον, ό. π. σ. 269.

[13] Μέρες, Γ΄, σ. 146.

[14] Λουί Λαμπέρ, σ147.

[15] Μπήτον, ό.π., σ.269.

[16] Ό.π., σ 268.

[17] Γ. Σεφέρη, Δοκιμές, Β’, σ.331.

[18] Μέρες, ό. π., σ.142-143.

[19] Μπήτον, ό.π. σ,269.

[20] Ό.π., σ.270.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *