You are currently viewing Έρικα Αθανασίου: Βασίλης Μουτσόγλου, Τέλος χρόνου, Εκδόσεις Τσουκάτου

Έρικα Αθανασίου: Βασίλης Μουτσόγλου, Τέλος χρόνου, Εκδόσεις Τσουκάτου

Το βιβλίο του πρέσβη ε.τ. Βασίλη Μουτσόγλου «Τέλος Χρόνου» που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Τσουκάτου θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως πολιτικό, ιστορικό μυθιστόρημα, αποτελώντας όμως συγχρόνως μια αστυνομική, κατασκοπευτική περιπέτεια στα όρια του θρίλερ,  όπου η αγωνία για την τύχη του ήρωα σταδιακά κορυφώνεται.

«Οι ιδέες και οι απόψεις που εκφράζουν (οι ήρωες) δεν ταυτίζονται με αυτές του συγγραφέα», αναφέρεται στον επίλογο του βιβλίου, όμως ο κεντρικός ήρωας φαίνεται να έχει δανειστεί κάποια από τα βιογραφικά στοιχεία του συγγραφέα, όπως την καταγωγή από την Πόλη και τις σπουδές σε αυτήν.  Για αυτό ίσως καταγράφονται τόσο ζωντανά  οι καταστάσεις που σήμαναν το «Τέλος Χρόνου» για του Έλληνες της Κωνσταντινούπολης.

Το ιστορικό πλαίσιο που διαδραματίζεται η ιστορία είναι το 1971 στην Κωνσταντινούπολη των φοιτητών όπου οι εθνικιστές ταυτίζονται με τους ισλαμιστές, οι αριστεροί θεωρούνται κακοποιά στοιχεία και οι Ρωμιοί  υφίστανται διωγμούς προκειμένου να εγκαταλείψουν την πόλη.

Ο ήρωας της ιστορίας, ο Νίκος, Ρωμιός, φοιτητής του Πολυτεχνείου, στην αρχή της ιστορίας φαίνεται αδιάφορος για την πολιτική, δείχνοντας ενδιαφέρον μόνο για τις σπουδές του. Κι όμως η ιστορία ξεκινάει με τον ίδιο να ανακρίνεται στο αστυνομικό τμήμα της προηγούμενης γειτονιάς του. Ο  λόγος δεν είναι ξεκάθαρος. Η αστυνομία φαίνεται σαν να τον κάλεσε τυχαία προκειμένου να συλλέξει πληροφορίες για τι συμβαίνει με τις αριστερές οργανώσεις στο Πολυτεχνείο.  Εκεί θα αναφερθεί όχι μόνο η DEV – GENC, γνωστή αριστερή οργάνωση, ιστορικά υπαρκτή  αλλά κι η Α-Άμυνα, μια μικρή οργάνωση όπου κανείς δεν φαίνεται να ξέρει ούτε καν τι σημαίνει αυτό το πρώτο «Α», όπου όμως την κατηγορούν ως υπεύθυνη από εμπρησμούς αυτοκινήτων μέχρι δολοφονίες.

Η ανάκριση φαίνεται αρχικά να μην σημαίνει τίποτα ιδιαίτερο, τον Νίκο θα τον αφήσουν να φύγει με την προειδοποίηση όμως ότι η επόμενη φορά που θα κληθεί δεν θα είναι τόσο ανώδυνη. «Σας διαβεβαιώνω ότι δεν κάνουμε τίποτα εναντίον της Τουρκίας», θα πει στον αστυνομικό, που θα του απαντήσει «Δεν κάνετε όμως και τίποτα υπέρ».

Ο Νίκος αγαπάει την πόλη του, του αρέσει να κάνει συγκεκριμένες βόλτες, να βλέπει τον Βόσπορο, να περιδιαβαίνει στο Πέραν να ζει την ομορφιά της, μέσα από καθημερινές συνήθειες. 

Όλα αυτά όμως διαταράσσονται όταν αρχίζει να υποψιάζεται ότι βρίσκεται υπό παρακολούθηση. Άραγε είναι τρελός; Το φαντάζεται ή όντως συμβαίνει;  Και ξαφνικά στη ζωή του εμφανίζεται μια κοπέλα. Μια συμφοιτήτριά του, η Φιντάν,  μία από τις δύο γυναίκες που παρακολουθούν μαθήματα στο Πολυτεχνείο και επιδιώκει την παρέα του, ξεκαθαρίζοντας όμως ότι δεν τον βλέπει ερωτικά. Οι βόλτες τους γίνονται μια καινούργια συνήθεια και η Φιντάν βρίσκεται πάντα κοντά του όταν την χρειάζεται.

Ο Νίκος θα συνεχίσει να πηγαίνει στο Πολυτεχνείο, ενώ τα περιστατικά βίας της αστυνομίας απέναντι στους αριστερούς αυξάνονται και  η έκφραση «συμπατριώτη, μίλα τούρκικα» ακούγεται όλο και πιο συχνά, δημιουργώντας φόβο σε όσους ανήκουν σε άλλη εθνότητα.  Ακόμα και μεταξύ των συμφοιτητών του αισθάνεται ανεπιθύμητος, παρότι κρατάει χαμηλούς τόνους. «Δεν κατάλαβα. Για οποιαδήποτε διαφορά έχετε με την Ελλάδα, εγώ θα είμαι υπεύθυνος;”

Ο συγγραφέας αποδίδει δυναμικά  τις ιδιαιτερότητες της κατάστασης που βιώνουν οι Έλληνες της Κωνσταντινούπολης. «Πώς μπορεί κάποιος να καταλάβει την έννοια “Ρωμιός”; Δεν τα καταλαβαίνω αυτά τα πράγματα. Άνθρωποι που γεννήθηκαν στην Τουρκία, ζουν στην Τουρκία, έχουν τουρκική υπηκοότητα αλλά είναι Έλληνες! Πολύ περίεργο και καθόλου βολικό», θα διαπιστώσει ο Χάνσελ, μια καινούργια παράξενη γνωριμία, που δηλώνει δημοσιογράφος αλλά κάνει τον Νίκο να αναρωτηθεί εάν θα μπορούσε να είναι κατάσκοπος ή άνθρωπος της αστυνομίας.  Αν είναι πάντως κατάσκοπος διαφέρει πολύ από ό,τι έχει διαβάσει ο Νίκος.

«Πιθανόν όμως οι πραγματικοί κατάσκοποι να κατανοούν τα πολιτικά ζητήματα, αλλά να μην τα κατανοούν οι συγγραφείς των κατασκοπευτικών μυθιστορημάτων, επομένως και οι ήρωές τους. Ή να πιστεύουν ότι δεν ενδιαφέρονται οι αναγνώστες τους».

Ο Νίκος με τουρκική ταυτότητα, με την ελληνική και την τουρκική ως γλώσσα επικοινωνίας, νιώθοντας ως πατρίδα του την Κωνσταντινούπολη, το μέρος που γεννήθηκε, θα κληθεί να σκεφτεί εάν θα πρέπει να εγκαταλείψει την  Πόλη, όπως έκαναν και άλλοι πριν από αυτόν. Και πού να πάει όμως;  Σε μια Αθήνα που φαίνεται να μην καταλαβαίνει τίποτα από ό,τι συμβαίνει στην Τουρκία; Σε μια Αθήνα που δεν αντιλαμβάνεται τι πρόκειται να συμβεί στην Κύπρο; Σε μια Αθήνα που θεωρεί Τούρκους αυτούς που οι Τούρκοι θεωρούν Έλληνες;

Οι σκέψεις του Νίκου, στην Τουρκία του 1971, θα μπορούσαν ίσως να μεταφερθούν και στο σήμερα: «Και να σταματήσει ο ραδιοφωνικός σταθμός Αθηνών να λέει σε κάθε επιθετική δήλωση των Τούρκων ότι πρόκειται για “προκλητικές” εξαγγελίες. Δεν είναι προκλητικές, αλλά δηλωτικές των προθέσεών τους. Θα πρέπει επιτέλους να το καταλάβουν αυτό στην Αθήνα». Κι όταν τα πράγματα γίνονται πραγματικά δύσκολα οι Έλληνες δεν βοηθάνε.  Ούτε αυτοί θέλουν τους ξένους. Εξάλλου στο διαβατήριό του υπάρχει το κόκκινο αστροφέγγαρο.

Σε μια Τουρκία που βράζει, σε μια εποχή έντονα πολιτικοποιημένη, που τα Πανεπιστήμια μετατρέπονται σε χώρους μάχης, που η αστυνομία κοιτάζει αλλού όταν δέρνουν αριστερούς,  ο Νίκος νιώθει όλο και περισσότερο την αστυνομία να βρίσκεται στο κατόπι του, καθώς μετατρέπεται σε πιόνι στη διεθνή σκακιέρα.  Η ζωή του, η τύχη του δεν έχουν σημασία, αρκεί να μεταδοθεί εκεί που πρέπει το μήνυμα.

Διακριτικά εντυπωσιάζει με τον τρόπο γραφής του ο συγγραφέας. Όπως στο μικρό απόσπασμα: «Ο θόρυβος δεν αφήνει ίχνη. Διασπά όμως τον χρόνο. Δημιουργεί την αίσθηση του πριν και του μετά.  Τα πράγματα άλλοτε αρχίζουν αθόρυβα, άλλοτε με μια έκρηξη».

Κι όταν τα πράγματα γίνονται πραγματικά δύσκολα ο Νίκος θα αναζητήσει την ασφάλεια  στο Νησί. Εκεί που περνάει από μικρός τα καλοκαίρια του. «Πηγαίναμε κάθε καλοκαίρι», λέει ο Νίκος και γενικά υπονοείται μια οικογένεια, η οποία όμως δεν είναι πουθενά παρούσα, σαν να αποφεύγει ο συγγραφέας να μιλήσει για κοντινούς ανθρώπους στον Νίκο. Υπάρχουν κάποιοι συμφοιτητές, γνωστοί, μέλη της ελληνικής λέσχης, κανένας όμως αρκετά κοντινός.

Και όλοι μιλάνε για πολιτική, τα Πανεπιστήμια είναι χώροι ανταλλαγής ιδεών αλλά και πυροβολισμών.  Οι ιδέες που διατυπώνονται στις συζητήσεις διαφορετικές και ενδιαφέρουσες:

«Προσωπικά δεν με ενδιαφέρει ούτε όλη αυτή η διαμάχη μεταξύ αριστερών και δεξιών. Ο κόσμος είναι κανονισμένος, άλλοι γεννιούνται πλούσιοι , άλλοι φτωχοί, όπως άλλοι γεννιούνται ωραίοι και άλλοι άσχημοι… Αν αφήσεις έναν λαό ελεύθερο, θα διαλέξει τους πιο διεφθαρμένους που θα του υποσχεθούν προεκλογικά διάφορες χάρες και ρουσφέτια, που αν έχουν και λίγο μυαλό, δεν θα τα ικανοποιήσουν ποτέ».

Ένα κλειστοφοβικό μυθιστόρημα, παρότι ο ήρωας δεν σταματάει να κινείται.  Οι  επιλογές του όμως λιγοστεύουν, βρίσκεται διαρκώς υπό παρακολούθηση, ο κόσμος του  μικραίνει, γεγονότα που τον αφορούν γίνονται χωρίς τη συμμετοχή του.  Και οι απαγορεύσεις πληθαίνουν.

Εντυπωσιακό σε πόσες απαγορεύσεις μπορεί να προβεί διαχρονικά ένα καθεστώς, απαγορεύσεις συχνά παράλογες, άλλη μια αντιστοίχιση με το σήμερα. Έτσι κάπως απαγορεύονται τα ποδήλατα. “Ωσάν τα ποδήλατα να μπορούσαν να διαταράξουν τη δημόσια τάξη, να χρησιμοποιηθούν για να πραγματοποιηθεί διαδήλωση ή δεν ξέρω τι υπέρ της απελευθέρωσης του προέδρου, του πρωθυπουργού και των υπουργών της προηγούμενης Κυβέρνησης”.

Όποιος έχει πάει Κωνσταντινούπολη θα αισθανθεί σαν να περπατάει στους δρόμους της, θα νιώσει τις μυρωδιές της, μια Κωνσταντινούπολη που δεν ωραιοποιεί ο συγγραφέας αλλά διαβάζοντας κάποιος τις γραμμές του νιώθει την επιθυμία να βρεθεί εκεί.

Πολλοί Ρωμιοί όμως θα αφήσουν την Κωνσταντινούπολη. «Προσπαθούσαν να αποκοπούν από ένα παρελθόν, που όμως ήξεραν κατά βάθος ότι θα τους στοίχειωνε πάντα. Πολλοί θα είχαν και πρόβλημα επιβίωσης. Θα έπρεπε να ξεκινήσουν από την αρχή».

«Η προσμονή όμως του καινούργιου γεννά ελπίδα». Το τέλος μένει ανοιχτό, ενώ ο συγγραφέας έχει φροντίσει να μην αφήσει απορίες στον αναγνώστη, έστω κι αν ο ήρωάς του μόνο να υποθέσει μπορεί  το τι έχει στην πραγματικότητα συμβεί.

 

 

 

 

 

Αφήστε μια απάντηση

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.