Loading...
ΒιβλιοπαρουσιάσειςΠΡΟΣΕΓΓΙΣΕΙΣ

Αθηνά Βογιατζόγλου: Βάσος Η. Βογιατζόγλου, Το κρυφό μονοπάτι. Ημερολόγια και νυχτολόγια ενός περαστικού, Πλέθρον, Αθήνα 2021

 ΤΟ «ΚΡΥΦΟ ΜΟΝΟΠΑΤΙ» ΤΟΥ ΒΙΟΥ: ΣΧΟΛΙΑ ΓΙΑ ΜΙΑ ΑΥΤΟΒΙΟΓΡΑΦΙΑ

 

[]

 

          «Όλα όσα ο άνθρωπος εκθέτει ή εκφράζει είναι σημειώσεις στο περιθώριο ενός κειμένου που έχει σβηστεί ολοσχερώς. Από το νόημα της σημείωσης υποθέτουμε ποιο θα ήταν και το νόημα του κειμένου. Αλλά απομένει πάντα μια αμφιβολία και τα πιθανά νοήματα είναι πολλά», παρατηρεί ο Φερνάντο Πεσσόα.[1] Αν αντικαταστήσουμε τη λέξη «κείμενο» με τη λέξη «βίος», η αποφθεγματική φράση του Πεσσόα γίνεται ένα εύστοχο σχόλιο πάνω στην αδυνατότητα του αυτοβιογραφικού εγχειρήματος να συλλάβει το νόημα της ζωής του γράφοντος, καθώς τα «πιθανά νοήματα» του κάθε ανθρώπινου βίου «είναι πολλά». Αναπότρεπτα αιωρούνται αμφιβολίες για την ευστοχία της όποιας προσπάθειας κι εντέλει ο αναγνώστης μιας αυτοβιογραφίας καλείται να συμπληρώσει τα κενά, να γεφυρώσει τα χάσματα, να διαισθανθεί, να ερμηνεύσει, να μαντέψει, να δώσει τη δική του εκδοχή στον ιστορούμενο βίο. Αυτό θα κάνω κι εγώ στη συνέχεια, ως αναγνώστρια του βιβλίου Το κρυφό μονοπάτι του θείου μου Βάσου Η. Βογιατζόγλου, με τον οποίο μας συνδέει, πέρα από το αίμα, μια πολιτισμική καταγωγή που χάνεται στα βάθη της Μικρασίας, καθώς οι πατεροπαππούδες μας κατάγονταν από τη Σπάρτη της Πισσιδίας.

          Στην περίπτωση της αυτοβιογραφίας του Βάσου, οι εγγενείς στο είδος αυτό του λόγου αμφιβολίες πολλαπλασιάζονται, τα χάσματα πυκνώνουν, καθώς και ο ίδιος ο συγγραφέας επανέρχεται επίμονα στην αδυναμία του να συλλάβει το νόημα της ζωής του, το νόημα της ζωής γενικότερα· το κείμενό του είναι στην κυριολεξία διάστικτο από ερωτηματικά, απορίες, διερωτήσεις που ποτέ σχεδόν δεν απαντώνται, μένουν εκκρεμή.  Επιτυχημένος παιδίατρος και πατέρας ο ίδιος τριών παιδιών, μέλος της ανθρωπιστικής οργάνωσης «Γιατροί του κόσμου», διευθυντής και καθηγητής στη Σχολή Φιλοσοφικών και Κοινωνικών Ερευνών «Κύκλος», καταξιωμένος ποιητής και πεζογράφος, πληθωρικός συγγραφέας κάθε είδους δοκιμιακών κειμένων, ερευνητής της ιστορίας και του λαϊκού πολιτισμού των Ελλήνων της Μικρασίας, ο Βάσος Βογιατζόγλου γράφει, για παράδειγμα:

 

Δεν ξεκαθάρισα ποτέ ποιος ήταν ο στόχος μου αληθινά. Ο πιο σημαντικός θέλω να πω. Ούτε και τώρα ξέρω. Νοιώθω κάθε φορά που τον αναζητάω σαν να ξεφεύγει, σαν να χάνεται, να δραπετεύει σε κάποιο βάθος ενός άγνωστου ορίζοντα. Δίχως αρχή και τέλος. Κάποιοι τον είπανε Αλήθεια. Ήταν; (σ. 73)

 

ή:

         

η ερώτηση ετούτη [ποιος είμαι, τάχα;] μέχρι σήμερα δεν βρήκε απάντηση από κανέναν. Και μάλλον, ούτε που θα βρει ποτέ. (σ. 198)

 

ή και:

 

πάντα γύρευα κάτι, πάντα κάτι γυρεύω και πάντα περιμένω κάτι, τι ακριβώς δεν ξέρω, κι ακόμη μέχρι τώρα δεν έμαθα, ποια να ‘ναι άραγε η γνώση η μυστική που μου κρύβεις. (σ. 204)

 

Στο τελευταίο παράθεμα ο Βάσος απευθύνεται στον Θεό της Χριστιανοσύνης, στον οποίο συχνά μιλά κατά τη διάρκεια του βιβλίου του, με μια διάθεση κατανυκτική και σε ψυχική κατάσταση εμπύρετη. Τα δευτεροπρόσωπα αυτά χωρία καταγράφονται με πλάγια τυπογραφικά στοιχεία και καταλαμβάνουν το ένα τέταρτο περίπου της αυτοβιογραφίας του. Η υπόλοιπη μοιράζεται σε δυο αφηγηματικές φωνές, μια πρωτοπρόσωπη, μέσω της οποίας ο συγγραφέας καταθέτει σκέψεις και αναμνήσεις στον «εντιμότατο Φίλιππο» με τρόπο καπως αυστηρό και λιτό, και μια τριτοπρόσωπη, όπου  εμφανίζεται ως ο ήρωας του βίου του ιδωμένος από απόσταση κι έτσι πιο ελεύθερος να αναπτύξει σε πλάτος και με λεπτομέρειες την αφήγησή του – με διαφορετικές γραμματοσειρές καταγράφονται και πάλι οι διαφορές της αφηγηματικής φωνής. Η ‘πολυφωνία’ αυτή, η τριπλή εναλλαγή γραμματικού προσώπου, είναι ένα καίριο εύρημα του συγγραφέα για να δείξει, μεταξύ άλλων, την πολυπλοκότητα της ανθρώπινης ύπαρξης, τη σχετικότητα των εκφραστικών εργαλείων που έχει κανείς στη διάθεσή του για να μιλήσει γι’ αυτήν, τις διαφορετικές οπτικές γωνίες από τις οποίες μπορούμε να αρθρώσουμε λόγο αυτοβιογραφικό: αλλιώς μιλά κανείς για τον εαυτό σε τρίτο ενικό, αλλιώς όταν εξομολογείται σε εκλεκτό φίλο, αλλιώς όταν απευθύνεται στον Θεό – η γραμματική, που, όπως γράφει, τόσο αγάπησε από παιδί και που «οι κανόνες της φτάνουν ως τις ρίζες του Λόγου» (σ. 259), του προσφέρει στο βιβλίο αυτό ένα χρήσιμο εργαλείο.

          Η έκφραση «Το κρυφό μονοπάτι» του τίτλου μάς πηγαίνει στην καρδιά αυτού του αυτοβιογραφικού εγχειρήματος. Στο οπισθόφυλλο διαβάζουμε ότι το βιβλίο είναι «η καταγραφή μιας ιχνηλασίας του κεντρικού ήρωα στα διδάγματα μιας άγνωστης Δημιουργίας». «Ιχνηλασία» τιτλοφορούνται και τα ποιητικά άπαντα του συγγραφέα  (Ποιήματα 1966-2006, Ιωλκός 2018) – η σύμπτωση είναι κάθε άλλο παρά τυχαία. Ακούραστος, πεισματικός ιχνευτής της «Αλήθειας», έτσι μοιάζει να αντιλαμβάνεται τον εαυτό του ο Βάσος Βογιατζόγλου. Ο δρόμος του είναι «μονοπάτι» γιατί μόνο από έναν μπορεί να πατηθεί (χωριστό το μονοπάτι του καθενός μας)· και το μονοπάτι είναι «κρυφό» γιατί είναι κρυφή η «Αλήθεια»· γιατί ούτε εμείς ξέρουμε τη σημασία, τον σκοπό και το τέρμα της διαδρομής μας. Ο Θεός του Βάσου κωφεύει στις εκκλήσεις του να του φανερώσει το μυστικό, να τον λυτρώσει από την αγωνία του. Πεντακάθαρα το διατυπώνει ο συγγραφέας στα μέσα του βιβλίου μιλώντας στον Δημιουργό του:

 

Δείξε μου εκείνο το κρυφό μονοπάτι που μ’ έβαλες ν’ αναζητώ για χρόνια και που σαν το πλησιάζω όλο το πας πιο απόμακρα, πίσω απ’ τη λάμψη των πραγμάτων. (σ. 181)

 

          Η επίγνωση του αχανούς βάθους του αινίγματος της ύπαρξης δεν αποθαρρύνει τον Βάσο αλλά αντίθετα οξύνει τη μαχητικότητά του, τη θέληση για συνέχιση της προσπάθειας.

Όπως γράφει στο βιβλίο του Προ των πυλών, όπου έχει συγκεντρώσει αποφθεγματικές φράσεις του: «Στις επάλξεις, πάντα στις επάλξεις. Παραμένοντας, υπομένοντας. Και πάντα πολεμώντας» (σ. 45), αλλά και: «Το μεγαλείο στον βίο μας δεν είναι η νίκη αλλά ο τρόπος που θα πολεμήσουμε. Που είναι το ήθος μας. Που είναι, τελικά, η δόξα μας» (σ. 44).[2] Όσα μας προτρέπει να κάνουμε, στην αυτοβιογραφία του εμφανίζεται να τα εφαρμόζει και ο ίδιος. Πολλές είναι οι αντιξοότητες που αντιμετώπισε, ήδη από τα πρώτα παιδικά του χρόνια, με τον πόλεμο, την κατοχική πείνα, τις αφηγήσεις του πατέρα του για τον ξεριζωμό από τη Μικρασία, που «στάλαζαν φαρμάκι στην ψυχή και πίκρα» (σ. 15)·  προχωρώντας, αγωνίζεται επί πολλά χρόνια να πάρει το πτυχίο της ιατρικής σε συνθήκες σκληρής φτώχειας, αντιμετωπίζει στη συνέχεια πλήθος προβλημάτων στον επαγγελματικό χώρο του, βιώνει το επώδυνο διαζύγιο από τον πρώτο του γάμο, την απώλεια των γονιών του, απογοητεύσεις κάθε είδους, μια σοβαρή ασθένεια της πρώτης κόρης του, δικά του σωρρευτικά προβλήματα υγείας, το επελαύνον γήρας. Ποτέ όμως δεν βλέπουμε το βήμα να κοντοστέκεται, τις αμφιβολίες να θολώνουν το βλέμμα, την ψυχή να λυγίζει. Ούτε διακρίνουμε ίχνη δίψας για δάφνες και εφήμερες νίκες. Ο αγώνας είναι διπλός: εξωτερικός, στο κοινωνικό πεδίο, και εσωτερικός· και είναι αυτός ο δεύτερος που βαραίνει περισσότερο: ο αγώνας με τον εαυτό, ο αγώνας για την αναζήτηση του «Κρυφού μονοπατιού» που θα οδηγήσει στη λύτρωση.

          Είναι εντυπωσιακό το γεγονός ότι στη σχέση του ήρωα με τη γραφή οι αναφορές είναι σπάνιες, και ας έχει γράψει σαράντα περίπου βιβλία. Όπως ελάχιστες είναι και οι αναφορές του  στην πολυσχιδή κοινωνική προσφορά του, είτε αυτή αφορά την αφιλοκερδή ιατρική περίθαλψη σε άπορα παιδιά είτε, αργότερα, μέσα από τους «Γιατρούς του κόσμου», την υπηρεσία του στις Γυναικείες Φυλακές του Κορυδαλλού και της Θήβας, στους καταυλισμούς των Τσιγγάνων, σε απόμακρες περιοχές της Ελλάδας. Το αυτοβιογραφούμενο υποκείμενο δεν επιφυλλάσσει για τον εαυτό του ρόλο πρωταγωνιστικό. Είναι πολύ χαρακτηριστικό ότι τους μαθητές του στον «Κύκλο» τους αποκαλεί «συμμαθητές» (σ. 246) – «δεν ήμουν δάσκαλος, ένας εκπαιδευτής ήμουν», σημειώνει (σ. 266)· με τους ασθενείς του νιώθει ομοούσιος, και το επάγγελμά του το αντιλαμβάνεται κάθε ώρα και στιγμή ως λειτούργημα. Στο θέατρο της ζωής είναι κομπάρσος μαζί με τους συνανθρώπους του και η υπαρξιακή αγωνία του υποχωρεί μόνο όταν είναι χρήσιμος στους γύρω του· η επιτακτική αυτή ανάγκη τον συντροφεύει συνεχώς. Ο μεγάλος ήρωάς του – πέρα από το πλήθος των άλλων ανώνυμων και επώνυμων ηρώων που παρελαύνουν στο βιβλίο -υπήρξε ο πατέρας του, Ηλίας Βογιατζόγλου, και τα λόγια που του είπε όταν ήταν μόλις πέντε χρονών χάραξαν, κυριολεκτικά, τη διαδρομή του:

 

«Κάνε παιδί μου για τους άλλους ό,τι μπορείς, όσο μπορείς κι όπου μπορείς και να ‘χεις πάντα την ευχή μου» […] κι όλο τέτοια του έλεγε, «ένα ρόλο θα παίξουμε όλοι έτσι κι αλλιώς στο δράμα του Κόσμου, να τονε παίξουμε σωστά», αυτά του έλεγε. (σ. 13)

 

 

          Η ζωή είναι ενιαία, ένα είναι το μονοπάτι του βίου κι ας έχει ανηφοριές, κατηφοριές, στροφές και λακκούβες. Ο συγγραφέας επιλέγει λοιπόν να μη χωρίσει το υλικό του σε κεφάλαια, όπως αντίθετα γίνεται συνήθως στα εκτενή αυτοβιογραφικά κείμενα. Οι τριακόσιες σελίδες του βιβλίου κυλούν η μία μετά την άλλη από την αρχή ως το τέλος του  χωρίς διακοπή και είναι χαρακτηριστικό ότι ακόμη και οι διάσπαρτοι χρονολογικοί δείκτες  τοποθετούνται κάθετα στο περιθώριο της σελίδας, έτσι που αν κανείς δεν είναι παρατηρητικός είναι πιθανό να μην τους προσέξει. Η εναλλαγή των γραμματικών φωνών, ωστόσο, συνοδευμένη από την εναλλαγή των τυπογραφικών στοιχείων, δημιουργεί μια εσωτερική ποικιλία, που σε συνδυασμό με την ένταση του ύφους και τις μεταπτώσεις από τη λυρική έξαρση στη ρεαλιστική αναπαράσταση και αντίστροφα, κρατούν τον αναγνώστη σε εγρήγορση.

          Το Κρυφό μονοπάτι ανοίγει και κλείνει με σκέψεις του ηλικιωμένου πλέον Βάσου (γεννημένου το 1935) για το χρέος της μνήμης και το νόημα της ζωής. Η πορεία του στον κόσμο ορίζεται κυρίως από τόπους-σταθμούς: πάνω απ’ όλα από την αγαπημένη του πολιτεία, την πάτρια Νέα Ιωνία, όπου γεννήθηκε, μεγάλωσε, άνοιξε το παιδιατρικό ιατρείο του, που υπηρέτησε για σαράντα σχεδόν χρόνια, διηύθυνε και δίδαξε επί σειρά ετών στη Σχολή του «Κύκλου», έκανε τον δεύτερο, ευτυχισμένο γάμο του με την Όλγα, την καθοριστική γυναίκα-παραστάτη του βίου του, μεγάλωσε τις τρεις κόρες του και μένει ακόμη μέχρι σήμερα. Στην κεντρική  λεωφόρο και στους δρόμους της Νέας Ιωνίας τον παρακολουθούμε συχνά να περπατάει, για την ακρίβεια να περιπλανιέται, τα βράδια συνήθως, και να τη ζει στα διαδοχικά στάδια της εξέλιξής της, καθώς άνθρωποι και οικήματα βρίσκονται σε μια έντονη  ρευστότητα από τα χρόνια της Κατοχής μέχρι σήμερα, σε μια εποχή που διόλου δεν θυμίζει πια το προσφυγικό παρελθόν της και πληγώνει, με τον κενό και ανερμάτιστο εκμοντερισμό της, τον συγγραφέα. Όμως αυτός επιμένει στις μνήμες του και κάθε νυχτερινή βόλτα στους δρόμους της είναι κι ένα προσκλητήριο νεκρών, η ανάκληση ενός κόσμου που έχει χαθεί αλλά που παραμένει ζωντανός στο εικονοστάσι της ψυχής. Διαλέγω, στην τύχη, ένα από τα πολλά παραδείγματα αυτών των κατανυκτικών νεκρόδειπνων που διατρέχουν το βιβλίο:

 

…και αχ! πρωινά της ειρήνης, με τα φιλιά της μάνας μου και με τον γαλατά και τα τροπάρια του πατέρα κι εκείνα τα σούρουπα της προσευχής με τα κάρα του γυρισμού και με τ’ άλογα σκυφτά από τα χωράφια κι ο μπαρμπα-Γιώργης και ο κυρ-Βασίλης, ζωντανό ριζικό και απόμακρο με νύχτα και σιωπή και λύπη απ’ τις χαμένες μας πατρίδες.

          Λες και σε άλλους τόπους να ‘γιναν ετούτα όλα, οι αυλές, τα πηγάδια και οι σταύλοι, τα σοκάκια, ο Τάσος ο μουσούλιας, ο Μιλτιάδης ο γόης, ο Γιάννης ο ατσάλης, ο Τσιβιτζής ο Μιχάλης και ο Νεοκλής ο ντελαμόρε, ο Δημητρός που τον έλεγαν τσιμπλάκο και ο σακάτης ο Λάζαρος, ένα πάνινο τόπι, μια χούφτα τζιτζίκια, τα μούρα και τα τζίτζιφα. Τα βατράχια στο ρέμα παίζουν όλα τώρα με τ’ άστρα και με τις μορφές των αγίων, με ψαλμούς και μ’ ευχές και καρτερία (σ. 21)

 

          Ο πιο γοητευτικός, όμως, από τους τόπους όπου έζησε, για λιγότερο ή περισσότερο, ο Βάσος (Σκόπελος, Πάτμος, Πρέσπες, Παρίσι κλπ.) είναι αναμφίβολα η Σκύρος. Τα δυόμιση χρόνια που έζησε εκεί ως υπεύθυνος του Υγειονομικού Σταθμού του νησιού (από τον Δεκέμβριο του 1964 ως τον Ιούνιο του 1967) ξετυλίγονται σε πενήντα ολόκληρες σελίδες, καταλαβάνοντας το ένα έκτο του βιβλίου. Οι αριθμοί, οι αναλογίες, μιλούν από μόνα τους. Ο χρόνος στη Σκύρο πυκνώνει εντυπωσιακά για τον Βάσο («αξία δεν έχει τόσο το μήκος του βίου όσο η σπουδαιότητά του», σημειώνει και ο ίδιος, σ. 173), το νησί γίνεται γι’ αυτόν κάτι ανάλογο μ’ εκείνο που υπήρξε για τον Παπαδιαμάντη η Σκιάθος: μια μικρογραφία του κόσμου, με το μεγαλείο και τη μικρότητά του, με τη συναρπαστική ανθρωπογεωγραφία του. Όχι μόνο αυτό: και ο ίδιος, περνώντας εκεί από την τρίτη στην τέταρτη δεκαετία της ζωής του, ανακαλύπτει πτυχές του εαυτού του και δεξιότητες που ως τότε του ήταν άγνωστες. Καταρχάς, έχοντας αναγκαστικά διακόψει την ειδίκευσή του στην Παιδιατρική για να αποκτήσει τον τόσο αναγκαίο, τότε, μισθό, εργάζεται εκεί ως γενικός γιατρός υπηρετώντας τους πάντες, κάτι που τον γεμίζει συγκίνηση, πυρετώδη υπαρξιακά ερωτήματα και μια πρωτόγνωρη αίσθηση χρέους. Είναι χαρακτηριστική και με ξεχωριστή ζωντάνια δοσμένη η ‘πρώτη πράξη’ του λειτουργήματός του στο νησί και όσα αυτή ενεργοποίησε στην ψυχή του ήρωα:

 

Τότε πρόσεξα έναν μεγαλόσωμο άντρα που με περίμενε υπομονετικά στο ιατρείο, κρατώντας το δεξί του μάγουλο με την παλάμη του, είχε πονόδοντο μου είπε όλη τη νύχτα, ξενύχτησε, τέτοια μου έλεγε και ήθελε, λέει «να τον σώσω». «Μα εγώ δεν είμαι οδοντίατρος», τόλμησα ν’ απαντήσω όσο πιο ήρεμα μπορούσα, «και πού θέλεις να πάω, στον παππά της ενορίας», μου είπε πάλι εκείνος κι εγώ για λίγο έμεινα σιωπηλός […]

έτσι ήταν τα πράγματα εκείνο το πρωί, μια σκηνή στο Μεγάλο σου Θέατρο, η Μαρία η μαμή μού έφερε μια συλλογή από εργαλεία για οδοντίατρο, άθικτα ήταν όλα κι Εσύ, μου φαινόταν αστείο, μ’ έβαλες τότε να τα δοκιμάζω, ποια οδοντάγρα θα ήτανε η πιο κατάλληλη για κείνο το δόντι του Μιχάλη του Σκαντάλη, έτσι τον λέγανε τον άντρα εκείνο, μανάβης ήταν, τελικά τα έκανες ήρεμα όλα και γλυκά, βγήκε το δόντι εύκολα, κουνιόταν άλλωστε έτσι κι αλλιώς, ήταν η πρώτη πράξη μου ιατρική που ξεκίνησε μ’ επιτυχία την ολόψυχη αφιέρωσή μου, την οριστική, σε τούτο το νησί, ένιωθα μέσα στην καρδιά μου ένα πελώριο κύμα μιας ασυγκράτητης ευγνωμοσύνης να σκεπάζει τη στιγμή, το χώρο, την ύπαρξή μου ολόκληρη κι έψαχνα κάπου να Σε βρω […] ποιος ήμουν τάχα εγώ, αυτό το παθιασμένο τέρας που ήθελε να κατευθύνει πάντοτε την ύπαρξή μου σαν μαριονέτα ή μήπως ήμουν Εσύ; επιτέλους, πότε θα μου φανέρωνες κάτι από την Αλήθεια; (σ. 141-142)

 

Η ζωή του νησιού, με τη φύση και τις εργασίες των ανθρώπων του, απογειώνει τον συγγραφικό οίστρο του Βάσου και δυνατές εικόνες ακολουθούν η μία την άλλη, επιχειρώντας να περιγράψουν «μια προαιώνια ζωή σε τούτη την ουράνια πολιτεία» (σ. 145), όπου

 

Έμοιαζαν όλα σαν γιορτή. Και ήταν οι φούρνοι σαν  ναοί σκοτεινοί που μέσα τους, θαρρείς, ιερουργούσε σε  μια τελετή προϊστορική ιερέας αόρατος. Κι η ευωδιά του ψωμιού ανέβαινε μετέωρη στο βαθυγάλαζο ουρανό της Σκύρου, θυμίαμα δοξαστικό στους αιώνες. (σ. 170)

 

Πέρα από το να γιατρεύει τους νησιώτες και να περιηγείται στη φύση, ο Βάσος μαθαίνει  ξυλογλυπτική στο εργαστήρι του Γιάννη του Μπαμπούση, ακούει την αγαπημένη του κλασική μουσική, απολαμβάνει, μέσα στη μοναξιά του, την παρέα του σκύλου του του Ιβάν και της γάτας του της Ευλαμπίας, κουβεντιάζει με τους τσοπάνηδες, τους ψαράδες, κάθε είδους ντόπιους μαθαίνοντας τη γλώσσα, την ιστορία, τις παραδόσεις τους, διαβάζει τους αγαπημένους του Έλληνες και ξένους ποιητές, γράφει «κρυφά», όπως χαρακτηριστικά λέει, ψέλνει στο μοναστήρι του Άη–Γιώργη, ζει με χίλιους δυο τρόπους, ξεδιπλώνεται. Κι έτσι νικηφόρα ξεπερνά τη βαθιά κρίση που μαστίζει το νησί, τον πολιτικό διχασμό, την πόλωση, τον εναντίον του πόλεμο. Οι άμυνες που με κόπο αλλά και αποφασιστικότητα χτίζει είναι γερές και θα τον συντροφεύσουν και στην υπόλοιπη ζωή του.

          Τρεις τομές στη ζωή του Βάσου συντελούνται στα δυόμιση χρόνια της διαμονής του στη Σκύρο: ο θυελλώδης έρωτάς του για τη Μαίρη, που θα οδηγήσει αργότερα στον πρώτο γάμο του, η επίσκεψή του στο Άγιον Όρος, «μια οδοιπορία που θα σημάδευε πια τον υπόλοιπο βίο μου. Οριστικά» (σ. 164) και η γνωριμία και φιλία του με τον Στρατή Τσίρκα, που διάβασε τα ποιήματά του και μεσολάβησε για να εκδοθεί η πρώτη συλλογή του στον Κέδρο,[3] «τιμή αναπάντεχη και γεγονός που θ’ άνοιγε μπροστά μου έναν άλλον πλέον ορίζοντα. Και που, πια, δεν θα τον εγκατέλειπα ποτέ» (σ. 159) – τον ορίζοντα της λογοτεχνικής συγγραφής.

          Πώς να χωρέσεις μια πυκνή σε προσωπικά και ιστορικά γεγονότα, συγκινήσεις, στοχασμούς ζωή σε ένα κριτικό σημείωμα; Θα σταματήσω εδώ, με την παρατήρηση ότι τα κυριότερα νήματα που διατρέχουν τον βίο του Βάσου Η. Βογιατζόγλου δίνοντάς του συνοχή είναι η θρησκευτική πίστη, η μέθεξη με τη φύση, η γυναίκα και ο έρωτας, η συγγραφή (αν και η δραστηριότητα αυτή ελάχιστα εμφανίζεται στο βιβλίο, καθώς η αυτοπροβολή του ως δημιουργού δεν είναι διόλου στους στόχους του Βάσου) και η απόλαυση της τέχνης, πάνω απ’ όλα της μουσικής. Η τέχνη αυτή τον μάγευε από μικρό παιδί, όταν, στην Κατοχή,

 

κολούσα το αυτί μου του στο ραδιόφωνό μας ακούγοντας την κλασική μουσική σε ξένους σταθμούς […] Πιο πολύ μ’ έπαιρνε πάντα η Μουσική μαζί της και συχνά δεν με γύριζε πίσω. Τέτοιος ήταν ο έρωτας που είχα μαζί της εξ αρχής. Και παραμένει αντέχοντας ίσαμε σήμερα. (σ. 35)

 

Πολλά από τα κορυφαία βιώματα της αυτοβιογραφίας του, από τις στιγμές έκλαμψης, αφορούν ακροάσεις, δημόσιες ή κατ’ ιδίαν, σπουδαίων μουσικών έργων αλλά και εκτελεστών αγαπημένων του. Αισθάνεται κανείς ότι η μουσική είναι για τον Βάσο ένα βαθιά μεταφυσικό βίωμα, καθώς η τέχνη αυτή (αλλά και η μουσική της φύσης, των πουλιών, των εντόμων, των φυλλωμάτων) φτάνει στον ίδιο τον πυρήνα της δημιουργίας και συνέχει το σύμπαν:

 

δραπέτευα στη μουσική, τη μεγάλη μου, κρυφή ερωμένη […] Πίστευα πάντα πως η μουσική είναι μέσα μας, γύρω μας, παντού. Και πως πρέπει μόνο να την ακούσουμε. Και τότε όλα, άνθρωποι και εικόνες γίνονταν ένας ουρανός. Δίχως αρχή και δίχως τέλος (σ. 242).

 

 

Μόνο στο αίσθημα της αγάπης επιφυλάσσει έναν παρόμοιο ρόλο, μια παρόμοια δύναμη ο συγγραφέας, και συνεπώς θα έλεγε κανείς ότι μουσική και αγάπη είναι άρρηκτα συνδεδεμένα στην κοσμοθεωρία του. Γράφει:

 

Βαθειά μέσα μου, πίστευα πάντα πως η αγάπη είναι η ουσία του Θεού, που συγκρατούσε τη Δημιουργία ολόκληρη στην τόσο μυστηριακή της ενότητα. Και πως ιδέες και μορφές, αισθήματα, σώματα, προοπτικές, αστερισμοί και γαλαξίες, ορατά και αόρατα, συγκροτούσαν το Ένα και ομοούσιο και αδιαίρετο μέσα στη ροή του χρόνου. (σ. 257)

 

                                                                      *

 

          Ο Βάσος Βογιατζόγλου δεν είναι βέβαιος για το τι τον παρακίνησε να αφηγηθεί τη ζωή του, όπως δεν είναι βέβαιος και για καμία άλλη από τις επιλογές του. Πιστεύει ακράδαντα ότι «είμαστε μάρτυρες στα γεγονότα. Όχι δράστες» (σ. 243). Προς το τέλος του βιβλίου λέει στον «εντιμότατο Φίλιππο»:

 

Αναρωτιέμαι συχνά γιατι άραγε σου τα έγραψα όλα ετούτα που μέχρι τη στιγμή αυτή σου ιστορώ; κι ακόμη, σου τα έγραψα όπως, αλήθεια, τα θυμάμαι ή μήπως όπως θα ήθελα να τα θυμάμαι; Είναι τάχα μια ηδονή κρυφή αυτή, ανομολόγητη, δική μου, ή μήπως η αγωνία μου να κρατηθώ μες στη φυγή από κάπου;» (σ. 278).

 

Όπως και να έχει το πράγμα, ό,τι και να τον ώθησε να γράψει το Κρυφό μονοπάτι, σημασία έχει ότι κατορθώνει στις σελίδες του να αναγάγει το προσωπικό σε συλλογικό, σε εθνικό  και συχνά σε οικουμενικό, και να μας προσφέρει κάτι που αφορά όλους μας. Μέσα από τον αναστοχασμό της ζωής του μας αφήνει παρακαταθήκες πολύτιμες, ανάμεσα στις οποίες θα ξεδιαλέξω για τις ανάγκες αυτού του σημειώματος την εξής:

 

Τώρα που πια το σώμα καταρρέει μέρα με τη μέρα, περιμένοντας το τελευταίο σήμα, κάτι μέσα μου ολοζώντανο που πάντα ζει έξω από τον Χρόνο το ακούω να μου ψιθυρίζει ολοκάθαρα πως το να ζω δεν είναι δική μου επιλογή […] είναι υποχρέωση. Απέναντι στην ανθρωπότητα που με φιλοξενεί. Που με τρέφει, με υπηρετεί, με διδάσκει. (σ. 314).

 

          Τελειώνοντας το βιβλίο του, ο Βάσος λέει στον Θεό και στους αναγνώστες του: «έκανα ό,τι μπορούσα και είναι ώρα να αποσυρθώ στη σιωπή». Θα ευχόταν κανείς να μην πραγματοποιήσει την πρόθεσή του και να συνεχίσει να γράφει – για τα βιώματά που αποκόμισε, ας πούμε, από την πολύχρονη κοινωνική προσφορά του στις γυναικείες φυλακές, στα ορφανοτροφεία, στους τσιγγάνους, στους μετανάστες· συγγραφικό σχέδιο εξαιρετικά ελκυστικό, για το οποίο μου είχε κάνει κάποτε κουβέντα.

         

 

 

 

 

[1]     Fernando Pessoa, Marginalia, μτφρ. Μαρία Παπαδήμα–Χάρης Βλαβιανός, Gutenberg, Αθήνα 2015, σ. 17-18.
[2]     Β. Η. Βογιατζόγλου, Προ των πυλών. Σημειώσεις ενός περαστικού, Ιωλκός, Αθήνα 2019.
[3]     Β. Η. Βογιατζόγλου, Δανάη, Κέδρος, Αθήνα 1966.
Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.