Loading...
ΒιβλιοπαρουσιάσειςΠΡΟΣΕΓΓΙΣΕΙΣ

Ανθούλα Δανιήλ: Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Βαρδιάνος στα Σπόρκα. Φιλολογική επιμέλεια Ν.Δ. Τριανταφυλλόπουλος, Επίμετρο Δημήτρης Κοσμόπουλος, Εκδ. Ερατώ 2021

Ο Δημήτρης Κοσμόπουλος γράφει ένα εξαιρετικό Επίμετρο στην νέα έκδοση της νουβέλας του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη Βαρδιάνος στα Σπόρκα και δεν είναι η πρώτη φορά που καταπιάνεται με τον Σκιαθίτη πεζογράφο. Στην ποιητική του συλλογή Θέριστρον (εκδόθηκε από τις εκδόσεις Κέδρος και τιμήθηκε με το Βραβείο Ποίησης 2018 του  Ιδρύματος Κώστα και Ελένης Ουράνη), είχε επιχειρήσει να συνθέσει κατάλογο αγαπημένων απόντων με τον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη πρώτον. Το Κρούσμα, εκδ. Κέδρος 2011, το Κρυπτόλεξο, εκδ. Δόμος 2013, ήταν συλλογές που αφορούσαν και πάλι τον μεγάλο μας πεζογράφο, αν και σε καμία συλλογή του δεν είναι εύκολο να τον παρακάμψει. Θα έλεγα πως από τον Παπαδιαμάντη τραβιέται ο Κοσμόπουλος όπως, κατά τον Οδυσσέα Ελύτη,

από τον Θεό τραβιέται ο άνθρωπος όπως ο καρχαρίας από το αίμα

με μία έλξη φυσική δηλαδή και ακατανίκητη, όπως του εκατομμυρίων ετών καρχαρία στον χώρο του και του πανταχού παρόντος Θεού. Αλλά και Αι ψυχαί οσμώνται καθ’ Αίδην, όπως μας λέει ο Ηράκλειτος.

Έτσι και ο Κοσμόπουλος έλκεται από τον Παπαδιαμάντη με μία φυσική δύναμη που είναι δύναμη ψυχής και πνεύματος.

Ο Βαρδιάνος στα Σπόρκα είναι η νουβέλα, η  οποία αποσπώμενη από το σύνολο των έργων του Παπαδιαμάντη των εκδ. Δόμος, σε επιμέλεια Ν.Δ.Τριανταφυλλόπουλου, επαναδημοσιεύεται σε νέα αυτόνομη και καλλιτεχνική έκδοση από τις εκδ. Ερατώ. Η νέα έκδοση έχει χοντρό εξώφυλλο, κοσμημένο με έργο του Μάρκου Καμπάνη. Είναι ένα κόσμημα που ανανεώνει εκδοτικά το ενδιαφέρον μας για τον μεγάλο Σκιαθίτη δημιουργό, ανεξαρτήτως των όποιων άλλων εκδόσεων έχουμε στο ράφι μας και πολλοί έχουμε πολλές. Τούτο σημαίνει πως το ανεξάντλητο ενδιαφέρον της κάθε εποχής απαιτεί και μία νέα έκδοση. Κάθε εποχή και ο Παπαδιαμάντης της. Ο Παπαδιαμάντης, που δεν ευτύχησε να δει καμία όσο ζούσε, εκατό χρόνια μετά, θα έτριβε τα μάτια του με έκπληξη,  θα δοξολογούσε τον Θεό και θα έσκυβε το κεφάλι με σεμνότητα, όπως τον ξέρουμε ήδη από τη φωτογραφία που του τράβηξε στη Δεξαμενή ο Παύλος Νιρβάνας το 1906. Ο Παπαδιαμάντης απεχθανόταν τις φωτογραφίες σαν να εφάρμοζε κατά γράμμα την 2η εντολή: «Ου ποιήσεις σεαυτώ είδωλον, ουδέ παντός ομοίωμα, όσα εν τω ουρανώ άνω και όσα εν τη γη κάτω και όσα εν τοις ύδασιν υποκάτω της γης. Ου προσκυνήσεις αυτοίς ουδέ μη λατρεύσεις αυτοίς». Ευτυχώς που ενέδωσε και έτσι έχουμε εικόνα του ανθρώπου, γιατί η ανυπαρξία είναι πράγμα πολύ σκληρό. Ο Ανδρέας Κάλβος π.χ. μια διαρκής απουσία, ένα κενό.

Ο γνωστός και βραβευμένος ποιητής, λοιπόν, ο Δημήτρης Κοσμόπουλος  καταξιωμένος στον χώρο και αγαπημένος  στων ιδεών την πόλη, αναλαμβάνει να σχολιάσει εκτενώς τον Βαρδιάνο  αλλά,  για να αποφύγει την ύβριν, μας προλαβαίνει λέγοντας «ότι το να μιλάς για να περιγράψεις συνιστά τεκμήριο μιας αναπόφευκτα περιγραφικής αποτυχίας. Ειδικά όταν περιορίζεις την προσέγγισή σου στην αισθητική αποτίμηση –εκείνο που ο Ζήσιμος Λορεντζάτος χαρακτήριζε  αισθητική επιφάνεια- δίχως τα κριτήρια εκείνα τα οποία θα επέτρεπαν την καθολικότητα στην οπτική μας, που βιώνεται όταν συνδέσουμε το  ποιητικό γεγονός με τις πνευματικές προϋποθέσεις γεννήσεώς του». Παρόλα αυτά δεν παραμένει στην «αιθητική αποτίμηση», προεκτείνει τη μελέτη του συναποκομίζοντας τις γνώμες και άλλων, του Μαλακάση και του Παλαμά, με τον ένα να  μιλά για την ποιητική και τον άλλο για τους ήρωές του, οι οποίοι ήταν άνθρωποι «λυτρωμένοι από την αρρώστια της ιδέας». Ο Κοσμόπουλος θα διευκρινίσει τι είναι το ποιητικό, πώς «ο Παπαδιαμάντης τοποθετείται και επιχειρηματολογεί, αντιδρά ή αντιφάσκει προς τα συμβαίνοντα, με ρεαλισμό και ζωντάνια» και εν ολίγοις θα μας πει ότι η ποιητικότητα δεν είναι μόνο αισθητική αλλά και ιερότητα και πράξη.

Στη συνέχεια θα κάνει λόγο για την εθνική ιδεολογία, τη  λαϊκή συνείδηση, τις αντιφάσεις, την Εκκλησία, την κραυγή του στρατηγού Μακρυγιάννη για ό,τι συμβαίνει στην ελληνική επικράτεια: «Διάλυσαν τα μοναστήρια, συμφώνησαν με τους Μπαυαρέζους και πούλαγαν δισκοπότηρα και όλα τα γερά (ιερά) εις το παζάρι∙…». Το θέμα θα επεκταθεί στην Αυτοκεφαλία της Εκκλησίας το 1833   και τις τρομακτικές κοινωνικές απώλειες. Στα χρόνια του Παπαδιαμάντη η Εκκλησία είναι φορέας της εθνικής ιδέας. Ο Παπαδιαμάντης δεν αδιαφορεί ούτε περιφρονεί το έθνος, το κρατούσε όμως έξω από τις ιδεολογίες και τις συγκρούσεις.   

Ο Βαρδιάνος στα σπόρκα  δημοσιεύτηκε σε συνέχειες στην εφ. Ακρόπολις,  στο διάστημα   14 -8 με  5-9 του 1893,  και σχόλιο του Βλάση Γαβριηλίδη, ο οποίος εκθειάζει τον συγγραφέα. Ο Βαρδιάνος είναι διήγημα με βάση «χολερικάς αναμνήσεις» και είναι η εποχή που ο Παπαδιαμάντης έχει αρχίσει να δοκιμάζεται στο μυθιστόρημα, έχοντας βρει «τον τόνο της απαρομοίαστης προσωπικής του φωνής». Δεν προσπαθεί, όπως έλεγε ο ίδιος,  να γαλβανίσει «την περιέργειαν του αναγνώστου». Όλα είναι απλά μέσα στην ιερότητα του κόσμου και, βεβαίως, «Δεν καταγράφει απλώς την πραγματικότητα, αλλά αποκαλύπτει τις κρυφές συνιστώσες της, οι οποίες οδηγούν στην ανάδυση  μιας θαλπωρής σιγηλής και ζωντανής, που κατευθύνει  τους ανθρώπους και τα πράγματα», γράφει ο Κοσμόπουλος.

Η μελέτη είναι εκτενής, από την οποία εδώ ψηφίδες μόνο καταθέτουμε και κρατάμε την ουσία που άυλη περιφέρεται πίσω και πάνω από τις λέξεις και είναι εκεί σε ένα  κόσμο μικρό κλειστό, όπου τα αντίθετα συνυπάρχουν, οι αντινομίες της ζωής συνεχίζονται και αναδεικνύονται, μέσα σε ένα δίχτυ «που απλώνει η ματιά του, δηλαδή η καρδιά του», αλλιώς η πανδημία του 1865.  Και να πώς ένα βιβλίο από παλιά έρχεται να γίνει επίκαιρο και όχι από τα πολύ γνωστά ενός καθόλα γνωστότατου και αγαπημένου συγγραφέα.

Η υπόθεση έχει ως εξής: Ο γιος της θεια-Σκεύως βρίσκεται στα σπόρκα. Δηλαδή βρίσκεται σε ένα πλοίο που έχει μολυνθεί από την χολέρα, μολυσμένος και ο ίδιος. Μεταφέρεται στην νήσο Τσουγκριά όπου γίνεται ο αγώνας για την επιβίωση, αλλά τα θύματα είναι πολλά Η θεια-Σκεύω θέλει να τρέξει κοντά του, αλλά δεν επιτρέπεται κανείς να πλησιάσει εκτός από τις βάρκες του εφοδιασμού και τους φύλακες, τους βαρδιάνους, δηλαδή. Γι’ αυτό, με τη βοήθεια του μπαρμπα –Νίκα, του συμπέθερού της, θα ντυθεί άντρας –παρενδυσία λέγεται αυτή η ενδυματολογική αλλαγή- για να πάει κοντά στον γιο της να τον φροντίσει.

Τη δύσκολη ώρα οι άνθρωποι δοκιμάζονται και δείχνουν τον  πραγματικό τους χαρακτήρα. Τη αγάπη για τον συνάνθρωπο ή για τον εαυτό τους μόνο ή  για το κέρδος και τον ευκαιριακό πλουτισμό, αλλά και την αλληλεγγύη  και την αδιαφορία, την άγνοια και την έωλη πληροφορία, τον φόβο για τις συνέπειες, τον ανθρωπισμό τους ή τον ρατσισμό τους.

Το κακό συμβαίνει στην περίπτωση που «η τόλμη ενίκησε την φρόνηαιν», όταν ο  όχλος δρα «τυφλός από τον θυμόν», επειδή «η διοίκησις είναι ρωμέικη, τι τα θέλεις;». Κ όμως, μέσα σ’ αυτήν την κατάσταση ο γιατρός Βουνδ που ήρθε από την Γερμανία και κλείστηκε στη νήσον Τσουγκριάν με τους αρρώστους,  κομίζει από την Ευρώπη ήθος, ευσυνειδησία, ορθολογισμό, είναι γεμάτος αγαθότητα και, «επειδή όμοιος ομοίω αεί πελάζει»,  συναντήθηκε με τη «θυσιαστική αγάπη της θεια-Σκεύως», σχολιάζει ο Κοσμόπουλος. Στο νησί βρίσκεται και ο ιερομόναχος Νικόδημος, επιφορτισμένος να φυλάει τα αγαθά της Μονής του Ευαγγελισμού. Μακρύς ο κατάλογος των αγαθών, τα οποία ο Παπαδιαμάντης αναφέρει λεπτομερώς –πλάγιο σχόλιο;-   ενώ ο κόσμος γύρω πεινάει, οπότε αρπάζει ό,τι μπορεί, σύμφωνα με την  κολλυβάδικη ακτημοσύνη. Ο Νικόδημος ο φύλακάς τους, «αναστέλλοντας τη μοναστική του αυτοσυνειδησία», θα παραχωρήσει ακόμα  και το κελί του στη Σκεύω και στον γιο της και θα φύγει μακριά: «Εγώ είμαι καλόγερος, και δεν μπορώ να έχω σκοτούρες του κόσμου…». Έτσι ο Παπαδιαμάντης εμφανίστηκε διακριτικά πίσω από το ράσο του Νικόδημου που για λίγο καιρό, έγινε κοσμικός με την  κοσμοπλημμύρα του Τσουγκριά, θα λέγαμε. Ο Κοσμόπουλος όμως κρίνει ότι η συμπεριφορά του Νικόδημου και της Σκεύως «καθορίζεται από τη σχέση τους με τον Χριστό και τις εντολές του. Αυτή η σχέση κατευθύνει τον τρόπο της ζωής τους». Αυτή είναι και του Παπαδιαμάντη που έχει αγάπη για όλους μέσα του, η οποία απλώνεται από την καρδιά του μέχρι εκεί που φθάνει η ματιά του για να συμπεριλάβει και να κατανοήσει τα πάντα και τους πάντες, φωτίζοντας τον καθένα κατά τα έργα του.

«Εκείνο που μένει στον αναγνώστη», γράφει στον Επίλογό του ο Κοσμόπουλος, «είναι η δροσιά ενός παραμυθητικού ίσκιου αγάπης, που αντιμάχεται τον θάνατο και το Κακό. Ένας ίσκιος από  “μονήρες δέντρο, δρυς, εκτοπισθείσα εκεί μακράν …διά να δροσίζει με την σκιάν της τους εν στεναχωρία και αποκλεισμώ ταξιδιώτας, τους τελούντας την κάθαρσιν εις το λαζαρέτον”.. Ίσκιος μεγάλου δέντρου, όπου προστρέχουμε όλοι, ορφανοί και ξεμεινεμένοι. Ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης είναι η βασιλική μας δρυς». Κι έτσι τελειώνει το Επίμετρό του Κοσμόπουλου.

Θα κλείσω με μία μικρή περιήγηση  και μερικές παρατηρήσεις που μου ανήκουν και παραμένουν ως εντύπωση από τα φοιτητικά μου χρόνια: πρώτα πρώτα είναι το διακείμενο του Παπαδιαμάντη∙ τα πρόσωπα, οι τόποι και τα ονόματα που επανέρχονται στα κείμενά του. Συγκεκριμένα,  ο πάτερ Σισώης που τον ξαναβρίσκουμε στο «Όνειρο στο κύμα», ως «ο Σωτηράκης ο δάσκαλος», καθώς ξαναβρίσκουμε και τη Μονή του Ευαγγελισμού, όπου φύλαγε τα γίδια του ο νεαρός βοσκός. Ξαναβρίσκουμε το τσιμπούκι του Κυρ Μόσχου να το φουμάρει τώρα ο  γιατρός Βουντ. Ακόμα, ο Νικόδημος, που από την αναστάτωση «δεν είχε πλέον ύπνον εις τους οφθαλμούς του ουδέ στα βλέφαρά του νυσταγμόν» μας θυμίζει τη θεια- Χαδούλα στη «Φόνισσα». Μια άλλη ανταπόκριση  συνίσταται από την πεθαμένη νεαρή μητέρα και το βρέφος της που «είχεν εξέλθει προχθές ακόμη εις τον λειμώνα του κόσμου», όπως στο «Μυρολόγι της φώκιας» το κοιμητήριο είναι το «αλώνι του Χάρου» και ο «κήπος της φθοράς». Και είναι πολλά ακόμα εκείνα που ανακυκλώνονται και επαναμυθεύονται, σαν ο συγγραφέας  να μας επαναλαμβάνει την ταυτότητα του τόπου και τους ήρωές του που με τον ένα ή τον άλλο τρόπο επανέρχονται στη σκηνή, κρίκοι μιας αλυσίδας παρόμοιων παθών, ίδιοι και αλλιώτικοι.  

Ένα άλλο στοιχείο είναι το κωμικό. Παρά την τραγικότητα της περίστασης, ο Παπαδιαμάντης δεν θα χάσει την ευκαιρία να μας δώσει νότες διαλείμματος στην πένθιμη ατμόσφαιρα. Στο ερώτημα του αναγνώστη, πόσα «ρώμια έπιεν ο μπαρμπα Νίκας»; Η απάντηση έρχεται με χιούμορ και ευρηματικότητα: το σύνηθες το «πρωινόν» του, το δεύτερον το «ταχτικό» του, μετά  ένα ακόμη (τρίτο), στη συνέχεια άλλο ένα το «γιατρικό» του (τέταρτο), ύστερα ήρθε η ώρα για το «δυναμωτικό» του (πέμπτο), έπειτα ζήτησε το «ούλτιμο» (έκτο) και μετά από αυτό το «κόντρα ούλτιμο» (έβδομο). Στην αλλαγή της σκηνής εμφανίζεται και ένα «πρίμο σεγκόντο» (όγδοο) κι έτσι η μέρα φτάνει τη νύχτα και ενώνεται με την επόμενη, σε μία αλυσίδα γεγονότων, όπου τα «ρώμια» του μπαρμπα-Νίκα  αποτελούν χρονολογικούς δείκτες και σταθμούς στην αέναη κίνηση του χρόνου.

Τέλος, είναι η σκηνοθεσία των τόπων, τα σκηνικά, τα ενδύματα, οι περιγραφές των προσώπων και η διαγραφή των χαρακτήρων -κανονικά πορτρέτα- οι ήχοι –ομιλίες, φωνές, πουλιά, ζωντανά- τα τοπία -αστικός χώρος, εξοχή, θάλασσα- τα ειδυλλιακά  χρώματα της φύσης σαν  πίνακες ζωγραφικής –tableau vivant- και είναι πολλά ακόμα που δίνουν στο γραπτό κείμενο θεατρικότητα. Και αυτή είναι η αιτία που αξιοποιήθηκαν τόσο θεατρικά, κινηματογραφικά και τηλεοπτικά τα έργα του Παπαδιαμάντη.  

Ο Παπαδιαμάντης είναι η «βασιλική δρυς», σωστά το είπε ο Κοσμόπουλος,  και στον ίσκιο της απολαμβάνουμε κάτι από τον γνώριμό μας παράδεισο της ψυχής του.

Οι εκδόσεις Ερατώ έκαναν μία πολύ ωραία και συγκινητική κίνηση με την έκδοση του Βαρδιάνου στα Σπόρκα και ευχόμαστε να έχει συνέχεια και με τα άλλα  αριστουργήματα που μας κληροδότησε ο αγαπημένος μας Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης.

 

                    

                              

    

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.