Loading...
ΒιβλιοπαρουσιάσειςΠΡΟΣΕΓΓΙΣΕΙΣ

Ανθούλα Δανιήλ: Αντώνης Σανουδάκις, Κλειστό ποδηλατάδικο, Εκδόσεις Ταξιδευτής, 2021

Και μουσηγέτης δέομαι υπέρ των μικρόψυχων υπεναντίων

 

Η ποίησις είναι ανάπτυξι στίλβοντος ποδηλάτου, είπε ο Ανδρέας Εμπειρίκος κάποτε και νομιμοποίησε στην Ποίηση  το ποδήλατο αλλά και την στιλβηδώνα  που γεννιέται από τη σχέση τους.

Ο Αντώνης Σανουδάκις  ανέπτυξε αυτή τη σχέση έχοντας, ως ιππότης ακροβάτης  και αυτός τους δικούς του δεσμούς με τους τροχούς. Είναι γνωστός για το «Πατίνι με αυτόματο πιλότο», ως  «Επιβάτης υπεραστικού λεωφορείου»,  μοτοσικλετιστής που στοίχειωσε την «Διανυκτερεύουσα πλατεία», από το σφαιριστήριο λαβυρίνθου» και γενικά, από τα πάνω από πενήντα βιβλία του όπου υπάρχουν και πολλοί-πολλοί τροχοί, και ρόδες και ποδήλατα και κρυφοί καημοί .

Ο Σανουδάκις έχει έναν μεγάλο δεσμό, ιερό και απαραβίαστο, με τη γλώσσα κι έναν ακόμα με την παράδοση κι έναν επίσης με την ιστορία. Και μια τεχνική δεσπόζουσα∙ τον άγιο υπερρεαλισμό που του επιτρέπει να κάνει σούζες, να πετάει και να φεύγει. Ιστορία-μαρτυρίες- συνεντεύξεις, ποίηση, πεζογραφία όλα μετέχουν της  ίδιας ουσίας και όλα εκφράζονται με την τεχνική που ανοίγει φτερά στο στήθος, που οι σκέψεις γίνονται  ελεύθερα τα πουλιά να πετάξουν ψηλά ή βαθιά , στο μέλλον ή στο παρελθόν, ενώ η μαγική κλωστή όλα τα συνέχει και όλα τα δένει με το άγιο ελληνικό χώμα, το χώμα της πατρίδας, το χώμα της Κρήτης, τους αγώνες τα πάθη και τα πένθη.

Στο εξώφυλλο , το σχέδιο του ζωγράφου Μανώλη Σαριδάκη – μια πόρτα αστικού σπιτιού, παλιότερης εποχής  κλειστή,  κι ένα ποδήλατο σταθμευμένο- υπαινίσσονται ότι πέρασαν οι εποχές της δόξας τους και των σημαινομένων τους, σαν τα όπλα του πολεμιστή κρεμασμένα στον τοίχο. Ωστόσο, και το σπίτι-η πόρτα- είναι εκεί, κρατώντας σφιχτά στην αγκαλιά του τα μυστικά του, ενώ το ποδήλατο όρθιο περιμένει με μια νέα πνοή να επανακάμψει η «μαινόμενη έφιππη αυλητρίδα επί ποδηλάτου», το όνειρο δηλαδή που δεν πραγματοποιήθηκε, ο πόθος που είναι γραμμένος στο στήθος ή στον ουρανό ή στη μουσική του αέρα. Γιατί, όσο και αν υποθέσουμε ότι το Κλειστό ποδηλατάδικο υπαινίσσεται ότι πέρασε ο καιρός της δράσης και της ορθοπεταλιάς, τίποτα δεν έχει τελειώσει. Η εποχή  έχει αλλάξει, αλλά και αυτή με τροχούς τρέχει και η  ποίηση που ποτέ δεν παραιτείται επίσης.

Στα 44 ποιήματα της συλλογής ο αναγνώστης βρίσκεται μπροστά σε ένα μεγαλόπρεπο μωσαϊκό ή ψηφιδωτό. Είναι ο ουρανός με τα άστρα που κοιτούσε πάντα με τον παππού και διάβαζε σαν τους παλιούς μάγους τα πάθη των ανθρώπων. Σε μια σύμπλεξη του αίματος που χύθηκε στην Τροία με εκείνο που χύνεται στους δρόμους, με τον Χάρο οδηγό και ματωμένες τις ύλες των άστρων, διατρέχει τον χρόνο που του δόθηκε. Εκεί λοιπόν θα καταλήξουν οι ιππότες ποδηλάτες και οδηγοί των μηχανών του ολέθρου;  

 

Κοιτάζοντας τους τίτλους των ποιημάτων, παρατάσσοντάς τους τον έναν κάτω από τον άλλο, νέο ποίημα συντίθεται από πηλό, αίμα καημούς  και όνειρα, από μικρές λέξεις, σαν τηλεγράφημα της ανάγκης που έρχεται όπως οι παλιοί μαντατοφόροι κομίζοντας κωδικοποιημένο  το μήνυμα. Από τον μύθο στην πραγματικότητα, στην ιστορία- τη μνήμη- τα πάθη και από αυτήν στην υπερπραγματικότητα, ο ποιητής καλύπτει όλο το διάνυσμα από το παντού στο οπουδήποτε, χωρίς να πάψει να κρατάει γερά το νήμα που τον οδηγεί στη γη του, στην ψυχή του, στο ποδηλατάδικό του.

Για παράδειγμα, δεν είναι η ημέρα της γυναίκας  μια γιορτή για να προσφέρουμε λουλούδια στις μητέρες, για θυμηθούμε ότι υπάρχουν, αλλά και ημέρα που ξυπνά μνήμες οδυνηρές όταν «η κάθε μια / κουβαλώντας το ματωμένο / σύννεφο της ανατολής  και την αγάπη/ ως την κουρασμένη δύση… / δίχως φωνή να τραγουδούν / την πυρκαγιά που καίει/ χρόνια αιώνες και καιρούς/ στη φυλακή του στέρνου τους». Ο Σανουδάκις δεν παρασύρεται από τη φαντασμαγορία των εμπορευματοποιημένων εορτασμών και των εορυταζόντων στην επιφάνεια των πραγμάτων. Σκύβει καλά στην ιστορία για να δει τι είναι και τι σημαίνει «ημέρα γυναίκας» και ποιας γυναίκας κυρίως.  Κι οι μάνες είναι για να κλαιν, οι άντρες για να παλεύουν λέει ο Οδυσσέας Ελύτης, υπαινισσόμενος αυτές που κλαιν τους γιους τους,  αλλά παρόλα αυτά  στέκονται ορθομέτωπες στη συμφορά του χρόνου, λέει ο άλλος και αλύγιστες υπομένουν τη μοίρα που χτύπησε το σπίτι, που «πορεύονται με το όνειρο στο στήθος / κι ένα αγριοπούλι στην υπερήφανη ματιά / χωρίς ανάπαψη», «Παντάνασσες… που γίνονται καλοκαίρι και ορθρινό ταξίδι, που τραγουδούν «δίχως φωνή /την πυρκαγιά που καίει/ χρόνια αιώνες και καιρούς/ στη φυλακή του στέρνου τους». Έτσι ήταν οι μητέρες ενός άλλου καιρού, τότε που η αγάπη τους δεν ξοδευόταν σε υλικά άμεσης κατανάλωσης αλλά σε πράξεις, κρατώντας φυλαγμένη μέσα τους τη φωτιά που είχε κατακάψει τα στήθη τους κάποτε. Ειδικά η δική του μάνα, στην οποία  αφιερώνει ένα ολόκληρο ποίημα, «Σκέπη και κραταίωμα» «στη μάνα μου, Ειρήνη» που άντεξε τις συμφορές της Ιστορίας, που  βγήκε στην Πανεπιστημίου και τη Σταδίου, που όταν «ήρθαν καιροί  αλλοπρόσαλλοι κι αλλοπαρμένοι/… η μάνα σήκωνε το χέρι της γροθιά/…/ αντίθετη στη βία των βασανιστών / αντιστεκόμενη στην εξουσία των εξουσιαστών/ σκέπη και κραταίωμα του παιδιού της».

Στα ποδήλατα της συλλογής, θα βρούμε τα άσπρα ποδήλατα της άμωμης νεότητας, θα νιώσουμε την  απάτη των ονείρων, θα ακούσουμε τον κόκορα που ξυπνάει συνειδήσεις και σημαίνει: προδοσία ή ένα  νέο ξημέρωμα. Όμως πού ξημέρωμα; Εδώ ή αλλού. Η μέθεξη στην ποιητική ουσία έχει πολλούς δαιδαλώδεις δρόμους, λαβυρίνθους, και ο ποιητής, Δαίδαλος και αυτός, νους δημιουργός,  κινείται στον αρχαίο κόσμο και ανασύρει θησαυρούς. Απομεινάρια παλιάς  ευτυχίας ή ελπίδας, κληροδοτήματα στην  τωρινή.

Ο Αναγνώστης, πέραν του θέματος, πέραν της αλήθειας του ποιήματος, έχει να αντιμετωπίσει την απαστράπτουσα γλώσσα. Γιατί ο  Σανουδάκις, και το έχουμε ξαναπεί,  έχει στη διάθεσή του ένα πλήρες, ένα πλούσιο όργανο, από όλους τους χώρους του γλωσσικού μας θησαυρού, αλλά και μία ικανότητα  σύνθεσης έτσι ώστε ο στίχος του να αποκτά μια αστραφτερή επιφάνεια, να θυμίζει το πολύτιμο παρελθόν του, αλλά να μη μιμείται, όντας συγχρόνως στο εδώ και στο παντού, να βλέπει τον ήλιο να φυτρώνει μέσα από τη θάλασσα, να μιλά για το «μηδέν της εμβρόντητης καρδιάς», για τη «θάλασσα της ασήμαντης καθαρότητας», να αντιλαμβάνεται ότι «όλες οι δίκες παίζονται… στη θεόκουφη ρουλέτα των δικαστηρίων».

Η απόπειρα αποδόμησης της αυτοπροσωπογραφίας του, «Είμαι ένας από τους παρατρεχάμενους ολιγοφρενείς Μαθουσάλες», μπορεί να παίζει με κάτι που δεν είναι της μόδας πια αλλά παραπέμπει στον  Νέστορα  της Ιλιάδας , στον οποίο ανήκει πάντα ο λόγος ο γλυκύς και συνετός. Ή, ας το πούμε και αλλιώς, όπως το θέλει η λαϊκή σοφία, από μικρό παιδί, από μεθυσμένο ή τρελό μαθαίνεις την αλήθεια ή, ακόμα πιο διανοουμενίστικα: Δώσε μου μια μάσκα και θα σου πω ειλικρινώς τι σκέφτομαι. Έτσι, με σκόπιμες παραμορφώσεις, ψηφίδες πολλές και διαφορετικές,  συνθέτει ένα ενιαίο πρόσωπο, μια εποχή, ένα όνειρο, όλα σε κωδικοποιμένο μήνυμα που φέρει τον τίτλο «κλειστό ποδηλατάδικο».  Με την αλλαγή του καιρού άλλωστε, είναι γνωστό πως πόνοι  παλιοί επανέρχονται. Το «ποδηλατάδικο» είναι ένας πόνος που ποτέ δεν πέρασε. Είναι ένα όνειρο που εκκρεμεί. Είναι ένα σημείο μυστικής συγκέντρωσης φίλων που μαζεύονταν χαρούμενοι κάθε Τρίτη. Είναι η μουσική που έρχεται από τα νιάτα μας, τότε  που θα «άξιζε να πεθάνουμε στο συλλαλητήριο/ για να λευτερωθούμε από τη θεωρία/ του οράματος» ή «να γλιτώσουμε/από την απατηλή σαγήνη /μιας ψευδούς μυθολογίας» ή να λυτρωθούμε από «Το κυνήγι της απόλυτης βεβαιότητας» ή είναι «ένα φτερό φυγής», αφού  «η αλήθεια των συναισθημάτων /και η τρέλα εμφανίζονται / με την ίδια φλόγα στη ζωή».

Όλα περνούν,  αυτή είναι η φύση των πραγμάτων, και τίποτα δεν μένει σταθερό. …  Έρωτες, αγώνες. Τίποτα δεν ολοκληρώνεται και όλα αφήνουν μια σκιά πίκρας, μελαγχολίας, απείκασμα αχνό του άλλοτε λαμπερού οράματος,  στον χυλό της καθημερινής τρέχουσας ασημαντότητας. Και «το πιο σημαντικό απ’ το άπειρο αποδείχνεται/ το μηδέν της εμβρόντητης καρδιάς». Το «μηδέν» και πώς να το χωνέψεις.  Όμως, παρόλα αυτά, επειδή, όλα κάνουν τον κύκλο τους, επανεμφανίζονται, δίνοντας νέο νόημα στο σημάδι της  αποτυχίας που ο άνθρωπος πιστεύει πως πάει, πέρασε πια. Η ζωή συνεχίζεται χτίζοντας πάνω στο ήδη υπάρχον. Και όλα αυτά που μας απογοητεύουν κάποτε, όλα αυτά επιβιώνουν στο μεταμορφωμένο μοντέρνο σήμερα, ΓΙΑΤΙ

«Η αγάπη / δεν είναι στο όνομα /ούτε στο πόσο κρατεί/ το τραγούδι της εορτής/ ούτε όσο θάλλει η ωραιότητα/ παρά μόνο η αιχμαλωσία / των αισθημάτων/ στην καρδιά που χορεύει/πορφυρογέννητη/σε μονοπάτια ονειρόδενδρα».

Ο Σανουδάκις, και το έχουμε υποστηρίξει και άλλες πολλές φορές, δεν επιλέγει την ευθεία οδό που μεταφέρει το μήνυμα από τον δημιουργό στον αναγνώστη.  Δεν επιλέγει την καθημερινή, την τρέχουσα έκφραση, αλλά επιδιώκει τη διαρκή αστραπή με τη σύνθεση φαινομενικά αταίριαστων λεκτικών μονάδων όπως είναι η «μαύρη νύχτα της γλυκιάς ασημαντότητας», η «μαλαματένια αμηχανία της ναυτίας του ταξιδιού» που κάνουν το ποίημα να ηχεί σε διαφορετικούς τόνους και να παίζει και ποικίλα επίπεδα συγκίνησης και πνευματικού κεντρίσματος, να θυμίζει σε όσους ξεχνούν πως ένα τοίχος με γκράφιτι είναι «Βροχή που έβρεξε βασανιστήρια»- αυτά τα κόκκινα σημάδια στον τοίχο  μπορεί να ’ναι κι από αίμα–  τραγουδάει ο Γιάννης Ρίτσος, «γιατί ο θάνατος τη ζωή χρονομετρά/ με τους μελωδικούς ρυθμούς μιας μπάντας», λέει πάλι ο θλιμμένος Σανουδάκις, συμπλέοντας  έναν Καρυωτάκη κι έναν Σαββόπουλο. Όμως η ελπίδα ποτέ δεν πεθαίνει. Γι’ αυτό και γράφει και γι’ αυτό λέει πως «το δρόμο μόνο η αγάπη μπορεί να τον αλλάξει/ σκορπώντας ελπίδα φωτός», γι’ αυτό την περιμένει την «έφιππη αυλητρίδα επί ποδηλάτου/ στις απάτητες βουνοκορφές του νου./ Το γέλιο της μια φωτισμένη επιγραφή/ στο αφρισμένο πέλαγος  του στήθους μου/ να με παιδεύει».

Όσο η ζωή διαρκεί κι ο νους και η ψυχή βρίσκονται σε  ταραχή… η ζωή κι η ποίηση θα τρέχουν. Το ποδήλατο στο εξώφυλλο περιμένει τον ποιητή που δεν θα βολευτεί σε μια Ιθάκη, κι ας πέρασε η νιότη. Η θάλασσα και η Κρήτη, η Ζωή και η Ποίηση,  με όλα όσα την έχουν σημαδέψει,  προκαλεί…  

 

  

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.