Loading...
ΘέατροΠρωτοσέλιδοΤΕΧΝΗ

 Ανθούλα Δανιήλ: Ελένη του Ευριπίδη στην Επίδαυρο, Σε σκηνοθεσία Βασίλη Παπαβασιλείου, 12 και 13 Αυγούστου 2022

Εκείνο που κάνει εντύπωση εφέτος στις παραστάσεις αρχαίου δράματος της Επιδαύρου είναι ότι στο πρόγραμμα που διανέμει δωρεάν το φεστιβάλ, αναγράφεται  κεφαλαιογράμματο όνομα του σκηνοθέτη και από κάτω, με πολύ μικρότερα κεφαλαία, ο τίτλος του έργου και με πεζά το όνομα του ποιητή. Όπου χρειάζεται προβάλλεται και το θέατρο (Εθνικό, Κρατικό θέατρο  Βορείου  Ελλάδος κ.ά). Ο μέσος θεατής δεν θα ασχοληθεί με αυτό. Για τον προσεκτικό όμως είναι μια ειδοποίηση, ότι δεν πρόκειται να δει το έργο που αναγγέλλεται, αλλά το έργο που προέκυψε από τη διασκευή στην οποία το υπέβαλε ο σκηνοθέτης. Και αν τυχόν διαβάζει κανείς και τα εισαγωγικά κείμενα του εντύπου που αναφέραμε  τότε θα δει ότι  η Διευθύντρια του Φεστιβάλ, κυρία Κατερίνα Ευαγγελάτου, μας προειδοποιεί ότι οι παραστάσεις του 2021, όπως και οι φετινές του 2022, εντάσσονται στο πλαίσιο Contemporary Anciens… επενδύοντας «στο μέλλον, στους μελλοντικούς καλλιτέχνες και στο μελλοντικό Κοινό…».  Για το Αρχαίο Θέατρο της Επιδαύρου, περί ου και  ο λόγος σήμερα, η πρόταση είναι να γίνει «μια ευρεία γκάμα παραστάσεων, από την Ελλάδα και το εξωτερικό, ρηξικέλευθων, ανανεωτικών, αλλά και πιο κλασικών». Γι’ αυτό «Θα πρέπει να εργαστούμε όλοι και όλες με στόχο να ξαναεγγραφεί στη συνείδηση του Κοινού πόσο ασύγκριτη εμπειρία είναι η παρακολούθηση μιας παράστασης  στην Επίδαυρο»…

Αν τα είχαμε προσέξει εγκαίρως όλα αυτά, δεν θα είχαμε αναλωθεί σε κριτικά σχόλια και δεν θα πηγαίναμε στην Επίδαυρο καθόλου, αφού δεν θα βλέπαμε τα κλασικά μας έργα, έτσι όπως  τα ξέραμε από τότε που αρχίσαμε να πηγαίνουμε στην Επίδαυρο,  σαν σε σχολείο, για να διδαχτούμε, όπως οι Αρχαίοι μας πρόγονοι. Εφέτος,  αυτό το   Contemporary Anciens, στο οποίο θα επανέλθω, αφού ολοκληρωθούν τα δρώμενα του Φεστιβάλ,  εξόργισε τους αμύητους με τις Contemporary παραστάσεις. Ειδικά οι ξένες παραγωγές που ήρθαν να παίξουν στην πλάτη μιας μακρόχρονης παράδοσης το παιχνίδι τους απώθησαν το κοινό που προσήλθε να δει αρχαίο δράμα και όχι Contemporary. Αν το πράγμα συνεχιστεί έτσι η Επίδαυρος θα χάσει το κοινό της και οι προσερχόμενοι θα μοιάζουν με τους Ποσειδωνιάτες που έλεγαν τα τραγούδια και έκλαιγαν χωρίς να ξέρουνε τι λένε (για περισσότερα στον Κ.Π. Καβάφη). Και το μέλλον δεν θα δικαιώσει την κυρία Ευαγγελάτου, αν, με όλα αυτά, κοπεί τελικά η συνέχεια, άρα οι μέλλουσες γενιές δεν θα έχουν ιδέα από τι έπαιζαν οι παλιές, αν υπάρξουν νέες που θα θέλουν να πάνε στην Επίδαυρο.

Και τώρα στην Ελένη του Ευριπίδη, την οποία τόσο καλά ξέρουν όσοι ξέρουν, που αλλιώς τα λέει ο Όμηρος κι αλλιώς ο Ευριπίδης, ότι δεν πήγε δηλαδή ποτέ στην Τροία, το είδωλό της μόνο, η ίδια ήταν στην Αίγυπτο και περίμενε τον Μενέλαο να έρθει να την λυτρώσει από τον    Θεοκλύμενο που ήθελε να την παντρευτεί. Κι έτσι, ενώ οι Έλληνες σκοτώνονταν για ένα πουκάμισο αδειανό για μια Ελένη, όπως πολύ τραγικά λέει ο Γιώργος Σεφέρης, η Ελένη έπαιζε το retardatio, όπως και η Πηνελόπη με το ράβε – ξήλωνε στην Ιθάκη, περιμένοντας κι εκείνη τον Οδυσσέα.

Το έργο είναι χαρακτηρισμένο ως τραγικωμωδία. Έχει δηλαδή σε ίσα μέρη τραγικό και κωμικό στοιχείο. Το στοιχείο αυτό το αναγνωρίζουμε σε πολλά σημεία, αλλά κυρίως  στους στίχους 553-596, όπου Μενέλαος και Ελένη αναγνωρίζουν/δεν αναγνωρίζουν ο ένας τον άλλον με μία στιχομυθία, ένα βήμα μπρος και ένα πίσω, σαν ξιφομαχία, γεμάτη εκπλήξεις και με μια προσθήκη, εκτός κειμένου,  για τα κρυφά σημάδια του κορμιού που συνήθως βρίσκεται στο δημοτικό τραγούδι. Το συγκεκριμένο όμως, επινοημένο από τον σκηνοθέτη  ή τον  μεταφραστή, δεν υπάρχει ούτε στο δημοτικό τραγούδι και είναι και πικάντικο.

Το έργο κινείται ανάμεσα στην αλήθεια και στο ψέμα, σ’ αυτό που φαίνεται και σ’ αυτό που είναι. Και τα δύο βεβαίως ισχύουν ανάλογα με την όχθη από την οποία βλέπει κανείς.  Κι ο Πάρης με ένα ίσκιο πλάγιαζε σαν να ήταν πλάσμα ατόφιο, φτιαγμένο από αιθέρα, νεφέλη, θα πει ο Σεφέρης… γιατί έτσι το θέλαν οι Θεοί. Ποιοι θεοί; Οι δυνάμεις εκείνες που αγνοούμε, ωστόσο επηρεάζουν τη ζωή μας, το απρόβλεπτο και η Τύχη. Η Ελένη λοιπόν δεν πήγε στην Τροία αλλά το είδωλό της και η ίδια βρέθηκε στην Αίγυπτο, όπως η Ιφιγένεια δεν σφάχτηκε στην Αυλίδα αλλά ένα ελάφι, ενώ η ίδια βρέθηκε ιέρεια στη χώρα των Ταύρων. Του αρέσουν του Ευριπίδη αυτά τα παραμύθια, δίνοντας χώρο στο παράδοξο,  το παράλογο που ανθούσε στην αρχαία ελληνική παράδοση, όπως έχει διαπιστώσει και ο Dodds. Αρέσουν στο κοινό τα μεταφυσικά και τα ακατανόητα, η παρέμβαση του θείου, ο από μηχανής θεός σαν δείγμα εκείνου που αθέατο δρα, δείχνοντας ότι δεν είναι σε θέση να τα κατανοήσει όλα ο άνθρωπος με τη λογική, όπως και ο Ηρόδοτος συχνά έδειξε.

Η Ελένη παίχτηκε το 412 π.Χ. μετά τη Σικελική εκστρατεία και τη συνακόλουθη καταστροφή. Σαν παρηγοριά. Αν υπολογίσουμε ποια ήταν η τύχη των νικητών της Τροίας, άλλοι έπεσαν στη μάχη -ο Αχιλλέας και  Πάτροκλος, ο Αίας αυτοκτόνησε, αλλά και ο άλλος Αίας και ο Παλαμήδης βρήκαν άδοξο θάνατο- από τους άλλους, όσοι επέζησαν, καμιά ευτυχία δεν γνώρισαν. Ο Μενέλαος έφτασε στην Αίγυπτο καραβοτσακισμένος, ο Αγαμέμνων, βρήκε κατειλημμένο τον θρόνο του και θανατώθηκε, ο Οδυσσέας απειλούμενο από πολλούς μνηστήρες το βασίλειό του και τους σκότωσε, ο Διομήδης κατειλημμένο τον θρόνο του και τη γυναίκα του ξαναπαντρεμένη, οπότε πήρε τους δρόμους της ξενιτιάς και πάλι… Εν ολίγοις και οι νικητές, χαμένοι βγήκαν. 

Ο σκηνοθέτης Βασίλης Παπαβασιλείου στο εμπεριστατωμένο σημείωμά του μας λέει ότι ο Κρατίνος είχε βρει συγγένειες ανάμεσα στον Αριστοφάνη και τον Ευριπίδη. Ο ένας καταπατά στα οικόπεδα του άλλου και αυτή η «αλληλοκαταπάτηση εδάφους μεταξύ των ποιητών … απαθανατίστηκε με ένα απαρέμφατο ευριπιδαριστοφανίζειν…». Στις Θεσμοφοριάζουσες μάλιστα ο  Αριστοφάνης «εμφανίζει ως θεατρικό ήρωα τον συνάδελφό του και  συνομιλεί συγκεκριμένα, μέσα από πλήθος   παραθέματα, με την Ελένη». Και μια ακόμα προσφυγή στους μεγάλους μας∙ ο Εμμανουήλ Ροΐδης  είχε πει ότι «αν η κωμωδία δεν είναι συνεχώς και αδιαλείπτως κωμική, έτσι και τραγωδία μπορεί να είναι τραγική κατ’ εξαίρεσιν, ήγουν τραγικωμωδία: “είδος μεικτόν, αλλά νόμιμον”, όπως θα έλεγε και ο Διονύσιος Σολωμός».

Έτσι. Η αίσθησή μου είναι ότι, στην τραγικωμωδία που παρακολουθήσαμε, το κωμικό στοιχείο υπερτερούσε του τραγικού, το οποίο, ωστόσο, ήταν διακριτό στο μάτι και, κυρίως, στο αφτί του επαρκούς αναγνώστη-θεατή, καθώς μια αίσθηση κενού δημιουργούσε ένα κοχύλι με το τραγικό κλεισμένο μέσα του. Αν μάλιστα λάβουμε υπόψη μας τις αντιδράσεις των θεατών που κατέλαβαν και τις πιο προωθημένες θέσεις  μέχρι τα πεύκα, στο πάνω διάζωμα, η παράσταση είχε επιτυχία. Επιτυχία είναι να φτάνει στο κοίλον του θεάτρου  ο λόγος, η κίνηση, η μουσική, να φαίνεται το σκηνικό, να ακούγονται καθαρά οι ηθοποιοί και ο κόσμος να απολαμβάνει το έργο, ας είναι και σε ένα πρώτο επίπεδο μόνο.

Ελένη, η Έμιλυ Κολιανδρή, με ομορφιά και χάρη και νάζι και γνώση και πονηριά και τσαχπινιά. Επιτέλους η Ελένη δεν είναι μόνο μια φιγούρα, αλλά έχει φωνή και ξέρει να υπερασπίζεται τον εαυτό της.  Μενέλαος, ο Θέμης Πάνου, με όλα τα χαρακτηριστικά για να είναι «Πέπων», όπως τον αποκαλεί ο Αγαμέμνων στην Ιλιάδα. Θεονόη, η Αγορίτσα Οικονόμου, παράστημα, κίνηση, ύφος που αρμόζει σε μια μάντισσα, μάγκισσα, με την τεράστια μαγική κάπα, εσάρπα της, σαν τη «βασίλισσα της νύχτας» του Μότσαρτ. Θεοκλύμενος, ο Γιώργος Καύκας σαν, τηρουμένων των αναλογιών, alter ego του Μενέλαου. Τεύκρος ο Δημήτρης Μορφακίδης, με το τόξο του να στοχεύει τα άστρα, υπενθυμίζοντάς μας πως ήταν κι αυτός στον πόλεμο τοξότης το ριζικό του ενός ανθρώπου που ξαστόχησε, ή σαν Ρομπέν των Δασών που όμως δεν ξαστόχησε. Οι άλλοι, Γερόντισσα, Αγγελιοφόρος Α΄ και Αγγελιοφόρος Β΄, Θεράπων, Διόσκουροι, επιτέλεσαν λαμπρά το ρόλο τους.

Ο χορός. Μετά από τόσους ακατανόητους, ατσούμπαλους, άμουσους και απροσδιόνυσους  Contemporary χορούς, επιτέλους κι ένας χορός, χορός γυναικών,  που είχε ρυθμό, αρμονική κίνηση, ζωντάνια, λάμψη, ομορφιά, ομοιομορφία, έμοιαζε σ’ αυτό που όφειλε να είναι –χορός- μία σαν όλες και όλες σαν μία και ήταν το αποτέλεσμα της δουλειάς του Δημήτρη Σωτηρίου και της βοηθού του Σοφίας Παπανικάνδρου.

Ο τελευταίος χορός του Θεοκλύμενου με την Ελένη, ένα ωραίο προγαμιαίο ταγκό που έκλεινε το μάτι στον θεατή: πίσω έχει η αχλάδα την ουρά, θα θέλαμε να ήταν μεγαλύτερο. Η μουσική  ήταν του Άγγελου Τριανταφύλλου, η μουσική διδασκαλία της Χρύσας Τουμανίδου. Οι μουσικοί βγήκαν στη σκηνή και μετά αποσύρθηκαν  στην άκρη τους με τα ωραία κοστούμια τους σαν μέλη μεξικάνικου σχήματος, παλιότερης εποχής∙ Γιώργος Δούσιος, Δάνης Κουμαρτζής, Θωμάς Κωστούλας, Παύλος Μέτσιος, Χάρης Παπαθανασίου, Μανώλης Σταματιάδης.

Το σκηνικό, ο κόσμος όλος στην ορχήστρα. Εδώ οι  μικρές πυραμίδες και τα λιλιπούτεια φοινικόδεντρα, τοπόσημο της Αιγύπτου, πάνω ψηλά οι πεσσοί της κατεστραμμένης Τροίας, κάτω αριστερά η Σπάρτη -δυο τρείς πεσσοί ο ένας πάνω στον άλλο και τίποτ’ άλλο- και άλλα ψιλολόγια για να μας υπενθυμίζουν τι  γκρεμίζει ο Χρόνος και πόσο μικρά είναι τα έργα των ανθρώπων  απέναντι στην αιωνιότητα.

Και τα κοστούμια του Άγγελου Μέντη γεμάτα φαντασία. Ο χορός των γυναικών έδινε την εντύπωση πως δεν ήταν οι σκλάβες Σπαρτιάτισσες αυτές που συνόδευαν την Ελένη, αλλά μπαλαρίνες σε σχηματισμούς αστερισμών, ευκίνητες, αεικίνητες, σαν λαμπερές αστραπές και δεν άφησαν εκατοστό ανεκμετάλλευτο, γέμιζαν τη σκηνή και τα μάτια μας με την ομορφιά τους, με τα φανταχτερά κοστούμια τους. Για τα άλλα κοστούμια θα πω πως ήταν μέσα στο πνεύμα του ρόλου (της Θεονόης το σχολιάσαμε ήδη), τα δύο όμως της Ελένης εξαιρετικά. Το πρώτο, το λαμέ παρέπεμψε στο άγαλμα της κινηματογραφικής εταιρείας Columbia, γεμάτο από τη λάμψη μιας βασίλισσας που για χάρη της καταστράφηκε μια Τροία κι οι γέροντες είχαν πει εκείνο το «χαλάλι της». Το δεύτερο, το σκανδαλιστικά «πένθιμο», κομψότατο, αναδείκνυε την κορμοστασιά της θεϊκής βαθύκολπης Ελένης και με το σκίσιμο μέχρις εσχάτων από πίσω υπαινισσόταν και το ψεύτικο πένθος της και τον ψεύτικο γάμο της. Κατακαημένε Θεοκλύμενε, τι σου  ’μελλε να πάθεις… 

Σκηνοθέτης,  ο Βασίλης Παπαβασιλείου και βοηθός του η Άννα Μαρία Ιακώβου. Ο Παπαβασιλείου αξιοποίησε στο έπακρον τα κωμικά στοιχεία της παράστασης, έδωσε ανάσες στο έργο, ενώ δεν παρέλειψε να αναδείξει και τα τραγικά του στοιχεία, για να μην ξεχνιόμαστε. Ένα μόνο ερώτημα: γιατί ο  Αγγελιοφόρος Β΄ έπρεπε να είναι γυμνός (ενώ ο Ξέρξης που έπρεπε να είναι κουρελιασμένος ήταν κοστουμαρισμένος; Άλλου παπά ευαγγέλιο, θα μου πείτε, ήταν εκείνο και όχι του Παπαβασιλείου). Ερωτώ λοιπόν ευθέως: γιατί, Κύριε Παπαβασιλείου; Δεν μπορούσε να φοράει εκείνο το ωραίο αιγυπτιακό ελάχιστο ρούχο που φόρεσε στην υπόκλιση; Δεν είναι θέμα σεμνοτυφίας αλλά αισθητικής. Για να μην διαπράξετε την ύβριν της τελειότητας και σας φθονήσουν οι θεοί; Η μετάφραση του Παντελή Μπουκάλα λειτουργική, απολαυστική.

Πάντως, κόντρα στο Contemporary του φετινού φεστιβάλ, η Ελένη του Παπαβασιλείου, χωρίς να προδίδει τον Ευριπίδη, ήταν ή καλύτερη παράσταση του καλοκαιριού.  Και μια σημαντική, συγκινητική, αν και φαινόταν κωμική, λεπτομέρεια∙ η πρωταγωνίστρια ποτέ δεν πάτησε επάνω στη θυμέλη που όλο τη γυρόφερνε κι άλλοτε πηδούσε από πάνω της, δείχνοντας έτσι σεβασμό στην καρδιά του θεάτρου, στον βωμό του Διόνυσου στο κέντρο της Ορχήστρας, ενώ οι Contemporary ξενόφερτοι σκηνοθέτες την είχαν καταπλακώσει να μη φαίνεται!

Τέλος. Εξαιρετικό είναι και το Πρόγραμμα -Βιβλίο με τα σημειώματα του καλλιτεχνικού Διευθυντή, του μεταφραστή, του σκηνοθέτη, το Εργοβιογραφικό του Ευριπίδη, τις βιβλιογραφικές αναφορές, όλο το κείμενο της μετάφρασης, τις φωτογραφίες και τα ονόματα των συντελεστών.  

Μπράβο!!!

 

 

 

                                         

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.