Loading...
ΘέατροΠρωτοσέλιδοΤΕΧΝΗ

Ανθούλα Δανιήλ: Θέατρο Πορεία/ Δύο έργα: Labor και Νυχιάνγκ

Ένας άνθρωπος που έχει ξεπεράσει τα τριάντα πέντε χρόνια στο θέατρο και έχει σημαδέψει το χρόνο με επιτυχίες είναι ο Δημήτρης Τάρλοου. 

Παιδί καλλιτεχνικής οικογένειας, από παππού, γιαγιά, πατέρα, μητέρα, περίγυρο γενικά, αλλιώς περιρρέουσα ατμόσφαιρα ενισχυτική, ήτοι γόνιμο έδαφος, φέρει στο DNA του  το θέατρο που έμελλε να κάνει. Φέρει τον συγγραφέα παππού του Μ. Κατραγάτση, τη ζωγράφο γιαγιά του Νίκη Καραγάτση, τον ζωγράφο πατέρα Φίλιππο Τάρλοου και τη συγγραφέα μητέρα Μαρίνα Καραγάτση. Σ’ αυτόν τον διακεκριμένο κύκλο, ας προσθέσουμε και το σχολείο, το Πανεπιστήμιο, το Εθνικό θέατρο, τους φίλους και τον περίγυρο που ήδη είπαμε. Ο Δημήτρης Τάρλοου καταφέρνει να μεγαλώσει τον καλλιτεχνικό οικογενειακό κύκλο και μύθο και να μην συνθλιβεί ανάμεσα στους ογκόλιθούς του, όπως ίσως κάποιος θα νόμιζε.

                                                      *

Ο Τάρλοου θα φιλοξενήσει στο θέατρό του, στο Θέατρο Πορεία,  νέους δημιουργούς,  δραστηριότητα της οποίας την ευθύνη έχουν ο Βαγγέλης Χατζηγιαννίδης και ο Θανάσης Τριαρίδης.

Έτσι, χθες, 12 Μαΐου 2022, είχαμε την τύχη να δούμε δύο  έργα που άφησαν τους θεατές, κατά κύριο λόγο, ομοτέχνους, άφωνους και εκστασιασμένους.  Το πρώτο, με τη σειρά που παίχτηκαν είναι το

                                               Labor

Το έργο έγραψε η Ανθή Τσιρούκη και το σκηνοθέτησε η Έμιλυ Λουίζου. Πρόκειται για ένα θρίλερ, το οποίο εξελίσσεται σε ένα σαλόνι – ιατρείο-χειρουργείο. Labor, όπως εργαστήριο όπου κανείς μοχθεί να φέρει σε πέρας το έργο του.

Ένα ζευγάρι χειρουργών έχει χάσει το παιδί του. Μένουν μόνοι. Κινούνται μέσα σε μια σαν αποστειρωμένη ατμόσφαιρα, όπου σαν άλλοι Δόκτορες Φραγκενστάιν προσπαθούν να επιβάλουν την προσωπική τους επιθυμία στον δύστυχο νεαρό, που μετά από ένα τροχαίο καταφθάνει στο σπίτι τους για να ζητήσει βοήθεια. Χτυπημένος, πληγωμένος και χωρίς μνήμη, ο νεαρός, παρά κάτι -λίγο η μύτη, λίγο τα χείλη, η μύτη του γιατρού, τα χείλη της γυναίκας του-  τους μοιάζει και έχει την ηλικία του γιου που έχασαν. Αυτός ο νεαρός θα αποκατασταθεί και θα αντικαταστήσει εκείνον.

  Η επιστήμη έχει προοδεύσει τόσο ώστε να μην είναι μόνο οι χειρουργικές επεμβάσεις που θα αλλάξουν την εμφάνιση, αλλά και εκείνες που θα του προσθέσουν επιλεγμένη  μνήμη και θα του εμφυτεύσουν συναισθήματα.  

Οι δύο κύριοι πρωταγωνιστές – Στέλιος Μάινας και Ιωάννα Παππά – δοκιμασμένοι στη σκηνή και καταξιωμένοι στη συνείδηση του κοινού, θα ερμηνεύσουν τους ρόλους. Σαν μαριονέτες, γραμμές τεθλασμένες, σώματα που κινούνται σπασμωδικά και χορεύουν σαν κουρδισμένα, τρώνε το φαγητό τους ιεροτελεστικά, όπως ιεροτελεστικά χειρουργούν και μιλούν αργά, αργά, ελέγχοντας κάθε συναισθηματική εκδήλωση. Σαν παγωμένοι από ό,τι τους έχει συμβεί. Και όταν το συναίσθημα πάει να ανθίσει είναι τόσο, μα τόσο, ελεγχόμενο, σαν γκριμάτσα. Ωστόσο, το νανούρισμα εκείνης έχει τη γλύκα της φωνής μιας μάνας.

 Δεν είναι τυχαίο το ένα μάτι εκείνου μαύρο σαν τρύπα και το πρόσωπο εκείνης κάτασπρο σαν μάρμαρο. Δυο γονείς που έχουν χάσει το παιδί τους, που ο χρόνος έχει σταματήσει εκεί, στο γεγονός που τον σημάδεψε, λίγο, πολύ λίγο, πριν από την τελική πράξη του δράματος, εκεί που τρώνε λουκουμάδες. Τα υπόλοιπα δεν κατονομάζονται, τα φανταζόμαστε. Σαν εξ ουρανού, λοιπόν, καταφθάνει στο σπίτι τους ο νέος που θα αντικαταστήσει εκείνον που έχασαν.  

Με τρυφερότητα και αγάπη, ψυχρά, ωστόσο, θα παραλάβουν το ξένο παιδί και θα το αλλάξουν. Ο ηθοποιός Ορέστης Χαλκιάς θα ερμηνεύσει καλά τον ρόλο εκείνου που δεν θυμάται τίποτα, δεν καταλαβαίνει και δεν είναι σε θέση να αντιδράσει.  Άβουλος, στην αρχή, λόγω του τροχαίου, και στη συνέχεια, λόγω των επεμβάσεων. Αφημένος στο έλεός τους θα γίνει η νέα μαριονέτα στο σαλόνι τους. Η μοίρα του, άλλωστε, ήταν προδιαγεγραμμένη. Στην άκρη του σαλονιού και σε περίοπτη θέση ένα ζευγάρι παπούτσια  ήταν εκεί, σε αναμονή εκείνου που θα του τα φορέσουν, όπως θα του φορέσουν και τα ρούχα του χαμένου παιδιού τους.  Όταν το θύμα λέει «πονάω» ακούει τη φωνή εκείνης: «φυσικά πονάς, θα περάσει». Εκείνος, πάνω στο χειρουργικό τραπέζι, γυμνός, συστρέφεται από την αλλοίωση που του έχει επιβληθεί, κι όταν είναι ακίνητος μοιάζει με τον Ιησού νεκρό, στον πίνακα του Αντρέα Μαντένια (1480), που… θα αναστηθεί ως νέος γιος.

Τα κοστούμια είναι και αυτά με τον τρόπο τους «ατμοσφαιρικά», παλαιά, μάρτυρες μιας εποχής, ειδικά, το μακρύ κόκκινο βελούδο και τα ασορτί γάντια της κυρίας, σαν να βγαίνουν  από το κάστρο ενός Δράκουλα.   Οι σκιές της στον τοίχο σαν επικίνδυνα ψαλίδια, σαν χέρια μιας τεράστιας, θανάσιμα, επικίνδυνης αράχνης, σαν από πλάνο Άιζενστάιν ή του Όρσον Ουέλς. Οι δυο μαζί συμπορεύονται σε μια γεωμετρικά σχεδιασμένη, ανατριχιαστική χορογραφία.

Στο τέλος, ο νεαρός θα γίνει αυτό που θέλουν. Ένας άνθρωπος  μαριονέτα, χωρίς παρελθόν,  με εμφυτευμένη μνήμη και συναισθήματα. Θα χορέψει μαζί τους σαν γιος τους στο σαλόνι.

Το έργο θέτει ένα πολύ σοβαρό θέμα. Πόσο η επιστήμη επιτρέπεται να παρεμβαίνει στη ζωή των ανθρώπων, να αλλάζει την ύλη και να κατασκευάζει το πνεύμα και τα συναισθήματα, καθώς και πόσο οι γονείς έχουν δικαίωμα να παρεμβαίνουν στην προσωπικότητα των παιδιών τους επιθυμώντας να επαναλάβουν το μοντέλο ή να κάνουν τα παιδιά τους ό,τι δεν έκαναν εκείνοι.   

                                                  *

                                      Νυχιάνγκ

Το δεύτερο έργο είναι το Νυχιάνγκ, το οποίο έγραψε η Ευαγγελία Γατσωτή, και σκηνοθετεί ο ίδιος ο Τάρλοου. Ο τίτλος αναφέρεται στα νύχια, αλλά με την κατάληξη -νγκ- αποκτά μια «αγκαθερή» επιθετικότητα.  Αν μάλιστα αλλάξουμε και το «χ» με ένα «γ», τότε αναδύεται η κινεζική σκέψη του Γιν  και Γιανγκ, η φωτεινή και σκοτεινή δύναμη που συνέχει τα πάντα στη ζωή. Πρόκειται για «σκοτεινή» κωμωδία, την οποία ερμήνευσαν δύο νεαρές και άξιες ηθοποιοί, η Αλεξία Καλτσίκη και η Θάλεια Σταματέλου, σε ένα ανηλεές παιχνίδι πινγκ πονγκ, από το οποίο θα βγουν και οι δύο ηττημένες.

Ο  χώρος θυμίζει γιαπωνέζικο σαλόνι, λιτό, με υπερυψωμένον στο κέντρο, σαν βωμό, ένα κώνο, όπου δυο κοπέλες, θα σταθούν αντικριστά, η Αργυρώ και η Κάλλια,  και η μία θα προσπαθήσει να εκμαιεύσει τα μυστικά της άλλης, με αφορμή την περιποίηση των νυχιών. Τα νύχια είναι η πλέον αμελητέα, ίσως,  λεπτομέρεια σε ένα σώμα που κρύβεται κάτω από διάφορα, εν είδει, κιμονό ρούχα. Όμως, κανένα ρούχο δεν μπορεί να κρύψει το πάθος που δεν μπορεί να ομολογηθεί. Όπως και το βερνίκι δεν μπορεί να κρύψει τη βαθιά ρωγμή στο νύχι,  σαν δείγμα της άλλης, της ψυχικής.

Για τη δημιουργία «ατμόσφαιρας» έχουν επιστρατευτεί αρωματικοί καπνοί που πείθουν τους επιρρεπείς  ότι λειτουργούν ως αποτροπαϊκά της κακής ενέργειας. Το κινητό που χτυπάει κάθε λίγο, με ήχο κλήσης ένα βαρύ λαϊκό τραγούδι, δίνει λάθος σήμα στην ερμηνεία.  Κουβέντα στην κουβέντα, οι ρόλοι εναλλάσσονται, και οι εκατέρωθεν εξομολογήσεις θα φέρουν στο φως, σιγά σιγά, το μεγάλο μυστικό.

Το ερώτημα της Αργυρώς «Υπάρχει άνθρωπος που σ’ έχει νιώσει πιο πολύ από μένα;» δείχνει ότι η Αργυρώ είναι,  κατά κάποιον τρόπο, ο  καθρέφτης της άλλης.  Είναι όμως; Στο τέλος, όταν η Κάλλια θα πετάξει τα ρούχα και σχεδόν θα γυμνωθεί αποκαλύπτοντας το μυστικό της, την ίδια ώρα η Αργυρώ θα σέρνεται προς την έξοδο, αποδεικνύοντας ότι δεν την είχε νιώσει, όπως νόμιζε, γιατί κανείς δεν μπορεί να μπει στην ψυχή του άλλου.

Οι δύο ηθοποιοί που μοιράστηκαν τους ρόλους  απέδωσαν τέλεια το κλίμα, η Αργυρώ με τον τρόπο της, την εκφορά του λόγου της και την επιμονή της λαϊκής εξομολογήτρας που όλα θέλει να τα ξέρει, και η Κάλλια με την επιθετικότητα και την κρυψίνοιά της. Η  γλώσσα- κραυγή, που βγαίνει από τα έγκατα της πληγής, τολμηρή και βέβηλη, φαίνεται να καταργεί την κοινωνική διαφορά της μίας ηρωίδας από την άλλη. Η βιαιότητα των λέξεων, άλλωστε,  είναι ανάλογη με το πάθημα, που όμως καθόλου δεν ξορκίζει το πολλαπλά τραυματικό ανομολόγητο μυστικό. Η Κάλλια ουρλιάζει όρθια, σαν να ελευθερώθηκε, η Αργυρώ όμως σέρνεται στο πάτωμα, προσευχόμενη, όπως σέρνεται στο πάτωμα η αρρώστια της ψυχής, η αμαρτία  που δεν αντέχεται.

Δεν μπορούμε παρά να συγχαρούμε θερμά τις δύο νεαρές συγγραφείς – την  Ανθή Τσιρούκη για το Labor, και την Ευαγγελία Γατσωτή, για το Νυχιάνγκ για τις πρωτότυπες ιδέες τους και για τη θαυμάσια παράσταση του έργου τους. Συγχαίρουμε επίσης τη σκηνοθεσία της Έμιλυς Λουίζου και του Δημήτρη Τάρλοου, τους ηθοποιούς και όλους τους συντελεστές των δύο σπουδαίων αυτών παραστάσεων, τις οποίες συνιστούμε ανεπιφύλακτα στο θεατρόφιλο κοινό.

 

                               

                     

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.