Loading...
ΒιβλιοπαρουσιάσειςΠΡΟΣΕΓΓΙΣΕΙΣ

Ανθούλα Δανιήλ: Νάντια Στυλιανού, Ο χορευτής και ο γητευτής, Εκδ. Καστανιώτη, 2021

Η Νάντια Στυλιανού με στολή χορευτή και γητευτή, βγάζει στη σκηνή τον αρσενικό εαυτό της, ως alter ego της, και μπαίνει στην ποιητική ατμόσφαιρα χορεύοντας, γητεύοντας,  σκηνοθετώντας. Η ποιητική συλλογή της Ο χορευτής και ο γητευτής, τίτλος που παραπέμπει στον ανάλογο του Νάσου Βαγενά Ο ποιητής κι ο χορευτής, αναφερόμενος στο έργο του Γιώργου Σεφέρη, αποτελεί εξ αρχής ένα φως πορείας για τον αναγνώστη στα είκοσι ποιήματα της συλλογής, όπου ο Λόγος, χορεύοντας, γητεύοντας και αντλώντας από την πλούσια ελληνική παρακαταθήκη προεκτείνει, μεταπλάθει και αλλάζει και, για να χρησιμοποιήσω ένα ρήμα του Οδυσσέα Ελύτη, στον έργο του οποίου έχει κάνει τη διδακτορική της διατριβή, «ξανακαιργιώνει» αυτό που παρέλαβε και αυτό από το οποίο η ίδια γοητεύτηκε. Παραδίδει τρυφερά στον αναγνώστη τη σκυτάλη για να του δανείσει την ευαισθησία της να δει και αυτός τον κόσμο μας σήμερα, αλλά και τον μίτο της θλίψης που έρχεται από μακριά, ξεκινημένη σαν μοίρα.  Στην εικόνα της όλα λειτουργούν τελετουργικά. Το φεγγάρι, ο αρχαίος μύθος, ο νεότερος θρήνος, ο ποιητικός λόγος, το έπαθλο με το χρυσό στεφάνι «από τα φύλλα της νύχτας / και του καταργημένου χρόνου». Γιατί στην ποιητική «Τελετουργία» της ο χρόνος δεν υπάρχει.

Τα σύνεργα της σκηνής όλα έτοιμαˑ τα προσωπικά βιώματα, τα κοινωνικά φαινόμενα, τα καθημερινά συμβάντα, η ιστορία και ο μύθος,  μια φύση πανευδαιμονική να βλέπει, η υποβλητική νύχτα, φαντασμαγορική, το φεγγάρι – προβολέας  να φωτίζει το πάθος και το πάθημα, ο προσωπικός πόνος και η ερωτική έλλειψη, οι πρόσφυγες, το τώρα της ζωής και το ανέκαθεν του μύθου, της ιστορίας η επανάληψη, το νήμα της Αριάδνης που οδηγεί πίσω και μπρός  ή φέρνει άνω και κάτω τα της ζωής και όπως οι περιστάσεις το επιβάλλουν.

Θαλασσινά τα τοπία της νησιώτισσας ποιήτριας με όλη την ελληνική και ειδικά την κυπριακή της κληρονομιά. Ο κοινωνικός της προβληματισμός, από το κέντρο του πληγωμένου εγώ της, φτάνει στην περιφέρεια του  φλέγοντος ζητήματος για τον αιώνα μας, το προσφυγικό:

 «κάποιοι που δεν μπόρεσαν να περάσουν τα σύνορα / για να σωθούν», «βάρκες που βούλιαξαν/ οδοιπόροι δεν έφτασαν», «τα παιδάκια που τα πήρε η νύχτα αναπάντεχα». Βουλιάζει ο κόσμος με όλη την ανθρώπινη πραμάτεια, θα λέγαμε μιμούμενοι τον Γιώργο Σεφέρη, με παρόμοια βιώματα πάντα νωπά στη μνήμη. Και πλάι σ’ αυτά πάντα το ηδονικό τραγούδι των  Σειρήνων που τραβάει τον ταξιδιώτη της ζωής. Γιατί, ταξίδι και ζωή είναι όμορφα και ας είναι δύσκολα.  

Η ποιήτρια, σε κάθε ανθρώπινη δραστηριότητα, αίσθημα, επιθυμία, βλέπει τον τεράστιο «τοίχο» που ορθώνεται για να εμποδίσει την προσπάθεια, ενώ μέσα στην ψυχή «μια πεταλούδα πάλλει». Έτσι, το μέσα με το έξω βρίσκεται σε διαρκή αντινομία.  Δεν είναι τυχαία η αναφορά της στον Κώστα Καρυωτάκη. Μετατοπισμένη η εποχή του και τα δικά της δεινά, εκατό χρόνια μετά, την ίδια ανθρώπινη περιπέτεια επαναλαμβάνει. Κάνει κύκλους σαν το φεγγάρι στο γνωστό τραγουδάκι, όπως και στο ποίημα: «Το φεγγαράκι απόψε στο γυαλό/ θα πέσει, ένα βαρύ μαργαριτάρι», λέει το μότο που επέλεξε η ποιήτρια από τον Καρυωτάκη και ό,τι το όμορφο φεγγάρι σαν μαργαριτάρι συμβολίζει θα βουλιάξει.  Θα χαθεί η μαγική πολύτιμη συγκυρία. Οι άνθρωποι δεν θα μπορέσουν να συνομιλήσουν, να επικοινωνήσουν, να συνεχίσουν, να ευτυχήσουν. Στίχος που μας θυμίζει ανάλογη καταγραφή του Σεφέρη (Μέρες Γ΄ , 21 Ιουνίου, 1937, Βόλος, σελ. 70):

«Το φεγγάρι πάνω στο ήσυχο πέλαγο, σα μολύβι του κλήδονα χυμένο μολύβι στο νερό», όπου ο απαισιόδοξος Σεφέρης ξεπέρασε τον απαισιόδοξο Καρυωτάκη εκεί που ο στοχαστικός Κάλβος έβλεπε τις ώρες ωσάν πυρός σταλάγματα στη θάλασσαˑ ωραίες μικρές φωτιές που βούλιαζαν και χάνονταν. Έτσι είναι η ζωή, μικρές ή μεγάλες φωτιές, ευκαιρίες που χάθηκαν.

Η Στυλιανού με αφομοιωμένη την ποιητική μας παράδοση βρίσκεται μάλλον με το μάτι στον φακό που περιστρεφόμενος επαναφέρει το ίδιο θέμα με άλλον φωτισμό, σε παραλλαγή.  Συγκλονιστικά, τα σύγχρονα προσφυγικά πάθη επανέρχονται στο ποίημα-προσευχή προς τη «Θλιμμένη Παναγία του Βορρά», για «Γυναίκες γέροντες παιδιά / που οι θύμησες ξερίζωσαν τα μάτια τους/ αντάριασαν το βλέμμα τους». 

Ο κόσμος σπασμένος σε άπειρα κομμάτια, ταξιδεύει σε τρύπιες βάρκες, σε σαπισμένα θαλάσσια ξύλα, όπως λέει ο Σεφέρης, μεταφέροντας μνήμες παλιές από τον Κάλβο, δείχνοντας και πάλι το αιμάτινο ποιητικό νήμα και τη συνέχειά του, ζώντας καθένας από την δική του εποχή πάλι τα ίδια και τα ίδια που και οι μέλλουσες γενιές θα κι αυτές θα ζήσουν, διαπιστώνοντας αυτά που οι κύκλοι του Ηράκλειτου αναδεύουν και περιστρέφουν στη μεγάλη χύτρα της ζωής.  Σαν να γυρίζει ο κόσμος, πάντα χορεύοντας κι ο άνθρωπος, καθένας στο σκοπό του, αλλάζει και ίδιος μένει. Είμαστε όλοι ηθοποιοί που παίζουμε ένα ρόλο στο ριμέικ της Ιστορίας. Αμιλλητήρες κύκλοι της μεταφέρουν από τον βυθό εικόνες και πάθη, θυμίζοντάς μας  πόσο σύγχρονα είναι  τα «αρχαία Λαβδακιδάν», πόσο σύγχρονος ο Οιδίπους, η Ισμήνη, η Αλκμήνη, η Κασσάνδρα και τα πατρογονικά πάθη και λάθη. Οι άνθρωποι πιόνια στην μοίρας, πόσο γλυκός ο ζυγός της γλυκιάς ζωής, όμως με την κατάρα να διασκελίζει τα χρόνια και να κάνει πολλαπλή την ενοχή.

Η ποιητική συνείδηση δεν ησυχάζει. Μια αναταραχή στην  καρδιά σαν πεταλούδα πάλλει, στο σώμα ένα πουλί φτεροκοπάει, «χιλιάδες φωνές ποιητών της εξορίας/ σαν φωτεινές παλάμες που ενώνουν χέρια… δεν κελαηδάει/ δεν έχει όνομα/ φτεροκοπά/ και απλά κοιτάζει».

Θα τολμούσα να πω πως η ποιήτρια συχνά μου θυμίζει την αρχαία Σαπφώ, τις νύχτες που αγρυπνούσε μόνη της, γράφοντας παθητικούς στίχους για τη δική της τη «Σελάνα» καθώς διαβάζω για τις νύχτες  της Στυλιανού: «τρέμουλο νοσταλγίας / πάνω σε χείλη / που διψάς ακόμα ν’ ακουμπήσεις», «χάρτινο βαρκάκι/  που αφήνει το αγόρι/ πάνω στο ηρακλείτειο ποτάμι/ να κυλήσει», «εγκυμονούσες λέξεις / που δεν πήραν ακόμα σάρκα στο χαρτί», «Κόκκινα αστέρια / σε ερημικά ακρογιάλια»,  «η μικρή μας κιβωτός/ τοπίο που λάμπει/ που ανθοφορεί / σε πλήθος μυημένα μάτια/ είναι οι νύχτες».

Όμως, όσο πιο άγρυπνες οι νύχτες των ποιητών, τόσο πιο γόνιμες είναι,  σαν τα άστρα που έβλεπε ο Σεφέρης και διάβαζε το συμπονετικό αλφαβητάρι τους.  Η Στυλιανού θα δει τον «ξένο» που έρχεται  «κοφτερός σαν λεπίδα», «λαμπερός και σκοτεινός σαν έρωτας», «παγερός ο αέρας/ κι ένας άγγελος χωρίς φτερά/ μ’ ένα μαύρο πανί / μου σκεπάζει μάτια/   Βράδιασε φαίνεται ο έρωτας». Ο έρωτας που «βράδιασε», που πέρασε απέξω, θολή εικόνα πίσω από το τζάμι. Σε άλλο ποίημα, το βλέμμα της θα στραφεί στο άγαλμα της πλατείας που ήταν και απέμεινε με δύο τρύπες μάτια, «ένα μνημείο…  Ένα στοιχείο μουσειακό. Ένα ανδρείκελο».

Η μακρά περιπλάνηση στα τοπία της ιστορίας του μύθου, της ζωής και της ψυχής θα κλείσει με το πολύστιχο ποίημα «Κασσάνδρα». Ένας νοερός διάλογος με την ομηρική μάντισσα, που είναι «τοπίο» και μάτια», αγωνία και πόνος, πλοίο και άνεμος και μπουνάτσα, όνειρα για μια «Γλυκεία Χώρα/ μια πατρίδα χωρίς φυλάκια… / μελωδίες να ηχούν το “Γλυκύ μου Έαρ”». Το ποίημα θα κλείσει με έναν καβαφικό «θίασο μουσικών φωνών» που απομακρύνεται, αφήνοντα σαν ίχνος  το «θαλασσινό κουπί/ που έμοιαζε με φεγγάρι».

Τίποτα δεν είναι τυχαίο στη σκηνοθετημένη φαντασμαγορία της Στυλιανού. Κάθε στοιχείο, εντάσσεται στο μύθο του και διαβάζεται με όλες τις συνδηλώσεις του, αφήνοντας μια θλιβερή αίσθηση πικρής συγκομιδής κάθε χαράς κι ελπίδας ματαιωμένης. Ή αλλιώς, θα λέγαμε πως η Νάντια Στυλιανού έφερε, σαν τον Ηράκλειτο τον κόσμο άνω κάτωˑ τα πάντα, ήρθαν κι έφυγαν από τη σκηνή, αφήνοντας «μια πικρή γεύση τρικυμίας στα χείλη» και δεν είναι τυχαίος ο στίχος που αναδύθηκε για να δείξει πως Ο Χορευτής κι ο γητευτής  έπαιξε τους ρόλους του και τώρα αποσύρεται. Όμως η παράσταση της ζωής δεν τελειώνει, όσο υπάρχουν «κορίτσια με πολύχρωμα μαντίλια/ [που] μας κάνουν νεύμα» και το «πλωτό φεγγάρι/ […] στο Ερεχθείο των πουλιών». Δεν έκρυψε τυχαία στους στίχους της τον Οδυσσέα Ελύτη, την  Ελλάδα και στην Ελπίδα

 

                                              

 

 

 

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.