Loading...
ΘέατροΠρωτοσέλιδοΤΕΧΝΗ

Ανθούλα Δανιήλ: Οιδίποδας- Σε σκηνοθεσία Τόμας Οστερμάιερ με την βερολινέζικη Σαουμπύνε στην Επίδαυρο, 3-5 Σεπτεμβρίου  2021.

Από την παραπάνω εισαγωγική φράση διαπιστώνουμε ότι δεν έχουμε όνομα δημιουργού. Όμως η σκέψη του Έλληνα, η σκέψη του τακτικού επισκέπτη, η σκέψη του προσκυνητή, θεατή του αρχαίου θεάτρου της Επιδαύρου, τρέχει στον Σοφοκλή. Μόνο ο Σοφοκλής έγραψε Οιδίποδα και ένας μόνο Οιδίπους υπάρχει στην παγκόσμια δραματουργία. Όλοι οι άλλοι είναι απλώς μεταγραφές ή αποτελέσματα επινοήσεων, οπότε ο δημιουργός οφείλει να αναφέρει ότι παίρνει την αφορμή από τον αρχαίο δημιουργό για το δικό του δημιούργημα. Αλλιώς, το όλον μοιάζει, σαν να διορθώνουμε τον Σοφοκλή, για να τον ανανεώσουμε και να τον φέρουμε στα μέτρα της εποχής μας. Ένα είδος Προκρούστη, με άλλα λόγια.  

Ο θεατρολόγος καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, κριτικός και όχι μόνον, Κωνσταντίνος Μπούρας έγραψε τα ακόλουθα με αφορμή όλες τις «φιλόδοξες» απόπειρες μεταφοράς του αρχαίου μύθου σε ένα σύγχρονο δράμα:

«Όταν ο Ευγένιος Ο’Νηλ γράφει «Το Πένθος ταιριάζει στην Ηλέκτρα», όταν ο Ζαν Ανούιγ γράφει την «Αντιγόνη» του και ο Ζαν-Πωλ Σαρτρ τις «Μύγες» (Ερινύες), δεν διανοούνται να προτάξουν (και να καπηλευτούν) τα ονόματα των τριών αρχαίων τραγικών που διασώθηκαν και έφτασε κουτσουρεμένο και πολύ-αντιγεγραμμένο το έργο τους έως εμάς για να μπορούμε να το κακομεταχειριζόμαστε κατά το δοκούν.

Όταν ανεβάζουμε διασκευές των αρχαίων τραγωδιών ως αστικά δράματα, που δεν ταιριάζουν καθόλου με το κοίλον των αρχαίων θεάτρων, πρέπει να έχουμε την παρρησίαν και την τόλμην να μην χρησιμοποιούμε ως «κράχτη» (κατά το κοινώς λεγόμενον) τα ονόματα των: Αισχύλου, Σοφοκλή, Ευριπίδη… γιατί έτσι κινδυνεύουμε να κατηγορηθούμε ότι «πουλάμε φύκια για μεταξωτές κορδέλες» (Σεπτέμβριος 7, 2021, Δημιουργική οργή… Αρχαίο θέατρο, πλαστογραφίες, ελευθερίες και ελευθεριότητες παντός είδους…).

Ο Ντάνιελ Μέντελσον στο πολύ ενδιαφέρον βιβλίο του με τίτλο Περιμένοντας τους Βαρβάρουςετάφραση, Μαργαρίτα Ζαχαριάδου, Εκδ. Πατάκη, 2016), μελετά όλες τις σκηνικές και κινηματογραφικές μεταφορές αρχαιόθεμων έργων και ως καλός φιλόλογος αποφαίνεται τι παίχτηκε, πώς έπρεπε να παιχτεί και πού έπρεπε να πέσει το βάρος. Κατόπιν τούτου, ο θεατής που επιχείρησε το ταξίδι στην Επίδαυρο, με δύσκολες καιρικές συνθήκες -η παράσταση του Σαββάτου λόγω βροχής διακόπηκε  και της Κυριακής λίγο έλειψε, ευτυχώς ολοκληρώθηκε και καταχειροκροτήθηκε- ήταν μία καλή παράσταση και είχε θέμα της έναν σύγχρονο άνθρωπο τον Μίχαελ (όχι τον  Οιδίποδα), την σύζυγό του Κριστίνα (όχι την Ιοκάστη), τον κουνιάδο του Ρόμπερτ (όχι τον  Κρέοντα) και την σύζυγο εκείνου Τερέζα (όχι την Ευρυδίκης, η οποία, άλλωστε, δεν συμμετέχει στον ένα ή στον άλλο Οιδίποδα, του Σοφοκλή, αλλά μόνο στην Αντιγόνη).

Και εδώ εντοπίζεται η πρώτη απόκλιση από το γνωστό. Η  παράσταση ξεκίνησε μέσα σε ένα αστικό σπίτι, εγκιβωτισμένο στην ορχήστρα της Επιδαύρου, τελείως διαφανές, όπου η Κριστίνα, με προχωρημένη εγκυμοσύνη (δεύτερο σημείο απόκλισης), ετοιμάζει ένα φρουτοχυμό στο μίξερ, ενώ σε κινηματογραφημένη προβολή βλέπουμε αφενός τον Ρόμπερτ να έρχεται με μια τεράστια λιμουζίνα (σαν να διατρέχει την παραλιακή της Βουλιαγμένης) και να παρκάρει έξω από την ορχήστρα και ο Μίχαελ να μπαίνει τρέχοντας από το τζόγκιν του. Πρόκειται για μία οικογένεια Γερμανών βιομηχάνων που κάνει διακοπές στην Ελλάδα και μέσα στο ελληνικό φως εκτυλίσσεται η δική τους οικογενειακή υπόθεση, η οποία εν πολλοίς θυμίζει τα αρχαία Λαβδακιδάν. Η σχέση του ζεύγους και οι ερωτικές διαχύσεις κάνουν τον Ρόμπερτ να μορφάζει «σχετλιαστικά». Κουβέντα στην κουβέντα, οι δυο άντρες θα έρθουν στα χέρια, θα δαρθούν, θα κυλιστούν στο έδαφος, θα αποκαλυφθεί ότι ο Μίχαελ ήταν παιδί βιασμού της Κριστίνας από τον πατέρα του και γι’ αυτό εκείνη το μισούσε και ήθελε τον θάνατό του. Τέλος θα αποκαλυφθεί ποιος σκότωσε ποιον.

Όπως είπε η Μάγια Τσάντε (που επαναδημιούργησε τον Οιδίποδα-Μίχαελ), «έχει γράψει ένα καινούργιο έργο που συνομιλεί με τον Οιδίποδα του Σοφοκλή» και πως «Ο άνθρωπος είναι υπεύθυνος για τα δεινά του πλανήτη». «Δεν ήθελα να γράψω ένα έργο με αποκλειστικό ήρωα έναν άντρα. Γι’ αυτό κι αναδεικνύω την Ιοκάστη ως κεντρική φιγούρα, δημιουργώντας μάλιστα μια ισορροπία τεσσάρων προσώπων, δύο γυναικών και δύο αντρών». Βεβαίως η Ιοκάστη δεν είναι βουβό πρόσωπο, σαν την Ευρυδίκη στην Αντιγόνη, διότι και παρουσία έχει και λόγο ιδιαίτερα μαχητικό και σοφιστικά διδαγμένο. Ωστόσο, ο σκηνοθέτης δεν θέλει να πιστέψει  στους θεούς που προκαλούν τις συμφορές αλλά στο ότι «Ο εχθρός βρίσκεται μέσα μας», όπως είπε αναφερόμενος και στη γνωστή ρήση «γνώθι σαυτόν». Κι ακόμα είπε πως  «Ο άνθρωπος είναι υπεύθυνος για τα δεινά του πλανήτη», στρέφοντας το ενδιαφέρον του  στα σύγχρονα προβλήματα. 

 Στην παράσταση, η Κριστίνα νίπτει συνεχώς τα χέρια της στον νεροχύτη,  κίνηση που μας θυμίζει τον Πιλάτο, αλλά και προοικονομία του δικού της «εγκλήματος» στο οποίο, όπως θα αποκαλυφθεί στο τέλος εμπλέκονται όλοι, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, και η Τερέζα, ειδικά, που εν σπέρματι ο ρόλος της εμπεριέχει τον ρόλο του βοσκού της τραγωδίας και που, μετά τις αποκαλύψεις, ζητάει συγγνώμην από την Κριστίνα, την οποία προσπαθεί, κοπτόμενη, να πείσει ότι πάντα την θεωρούσε φίλη της.

Η παράσταση, στο είδος της ήταν πολύ καλή. Ήταν άριστη. Οι τέσσερεις ηθοποιοί κατέθεσαν πνεύμα και σώμα στην ορχήστρα. Η σκηνοθεσία, η μουσική, τα σκηνικά, τα κοστούμια, οι φωτισμοί, όλα λειτούργησαν τέλεια.

Η Κατερίνα Ευαγγελάτου, καλλιτεχνική Διευθύντρια του Φεστιβάλ, που κάλεσε τον Οστερμάιερ στην Επίδαυρο δοκίμασε το κάτι «άλλο» και στον βαθμό που αφορά την έκπληξη το πέτυχε. Η Επίδαυρος αποδεικνύεται ανοιχτή στις νέες ιδέες αντέχει , δεν αντέχει, αντέχει, όπως μαδάς μια μαργαρίτα, θα έλεγε ο Γιώργος Σεφέρης.  

 Μόνο… που κάποια στιγμή οι υπέρτιτλοι έσβησαν και οι ηθοποιοί πάλευαν στη γλώσσα τους να μεταδώσουν το αμετάδοτο μήνυμα.

Κάποιοι από το κοινό φώναξαν: «δεν ξέρουμε όλοι γερμανικά!», κάποιοι άλλοι διαμαρτυρήθηκαν επίσης, οι ηθοποιοί στάθηκαν αμήχανοι σαν αγάλματα, από τα μεγάφωνα ακούστηκαν πάλι και πάλι συγγνώμες, οι ηθοποιοί αποσύρθηκαν και έπειτα επανήλθαν χειροκροτούμενοι. Το Φεστιβάλ έληξε με έναν σπαραγμένο Μιχαήλ στον τόπο του προ-προ-προπάππου του Οιδίποδα στην βρεγμένη Επίδαυρο. Κανείς δεν έβγαλε τα μάτια του παρά μόνο οι τέσσερεις ηθοποιοί τα κατασπαραγμένα σωθικά τους.  Όσο για τον Οιδίποδα, μάλλον γκρεμίστηκε από το παράθυρό του που έβλεπε στα βράχια.  

Και επειδή ο Οιδίπους έχει πολλές εκδοχές, ανάλογα με τις εποχές και τα προβλήματά τους, ας ακούσουμε, για επίλογο, την Εισαγωγή του Μεγάλου μας Μίκη Θεοδωράκη στο «Οιδίπους Τύραννος», έργο, το οποίο ο συνθέτης άρχισε να γράφει το 1947 (!!!), ολοκλήρωσε στο Παρίσι το 1958. Η Κρατική μας Ορχήστρα το ερμήνευσε για πρώτη φορά τον ίδιο χρόνο,  στις 8-12-1958 με Διευθυντή τον αρχιμουσικό Ανδρέα Παρίδη και δύο χρόνια αργότερα, το 1960, ηχογραφήθηκε από το ίδιο σύνολο, όπως μας πληροφορεί η μουσικοκριτικός Σοφία Θεοφάνους με σημείωμά της στην εφημερίδα Εστία, στις 7-9- τρέχοντος έτους. Εδώ  https://www.youtube.com/watch?v=agYxYIDpeC0 με τη Συμφωνική Ορχήστρα του Λονδίνου, το 1970, διευθύνει ο ίδιος, ενώ είναι έκδηλη η βαρυθυμία και της εποχής γέννησης του έργου καθώς και της εκτέλεσης.  Αλλά επ’ αυτού και λεπτομερώς θα επανέλθουμε.

 

 

 

                                         

 

 

 

.

 

 

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.