Loading...
ΔΙΑΝΘΙΣΜΑΤΑΕλευθέρας βοσκήςΠρωτοσέλιδο

Ανθούλα Δανιήλ: Παύλος Καρρέρ, ο Έλληνας Βέρντι και η όπερα  Μάρκος Μπότσαρης

(Το παρακάτω κείμενο βασίζεται στο βιβλίο του Διονύση Ν. Μουσμούτη  Παύλος Καρρέρ:  Η «σκοτεινή» περίοδος (1850-1857), εκδ. Πλέσσα 2017, και στο κείμενο της Αύρας Ξεπαπαδάκου, Ο Μάρκος Μπότσαρης του Παύλου Καρρέρ: μια “εθνική” όπερα. Μουσικός Λόγος 5 (2003): 27-63.)

 

Ο Παύλος Καρρέρ (1829-1869) γεννήθηκε και πέθανε στη Ζάκυνθο και είναι ένας από τους σημαντικότερους Επτανήσιους συνθέτες του 19ου αιώνα . Το όνομά του έχει συνδεθεί με την απόπειρα δημιουργίας εθνικής όπερας στην Ελλάδα του 19ου αιώνα,  και η Φιλόμουσος Εταιρεία Κερκύρας με επιστολή της, στις 12 Ιανουαρίου 1849,  του ανακοίνωσε  ότι τον αναγόρευσε επίτιμο εταίρο της, επειδή «θεραπεύει την εθνικήν μουσικήν» και επειδή ως «Έλλην προσφέρει εις την πρόοδον της μουσικής». Έκτοτε ο Καρρέρ αποκαλείται Socio Onorario Della Filarmonica Corcirese.

Ο Καρρέρ σπούδασε πιάνο στο Λονδίνο και στη Ζάκυνθο με  τον Giuseppe  Cricca και τον Francesco Mirangini. Συνέχισε στο Μιλάνο με επιφανείς δασκάλους, αλλά και με τον Νικόλαο Μάτζαρο.

Η τιμητική του διάκριση από τη Φιλαρμονική Εταιρεία τον ενεθάρρυνε να ασχοληθεί με τη σύνθεση «άλλων ευρύτερων μουσουργημάτων», όπως σημειώνει ο Διονύσης Μουσμούτης, μεταξύ των οποίων τα σημαντικότερα είναι το μελόδραμα Dante e Bice (Δάντης και Βεατρίκη) που ανέβηκε στο θέατρο Carcano, στις 24 Αυγούστου 1852. Άλλα έργα του και πολύ σημαντικά είναι το κωμικό μπαλέτο Cadet, Il barbiere (1853), το ερωτικό δράμα  Isabella d’ Aspeno, με το λιμπρέτο βασισμένο στο έργο του Walter Scott, The house of Aspen, που και εκείνο είχε βασιστεί σε ένα ρομαντικό ιστορικό δράμα του Leonhard Wȁchter του τέλους του 18ου αιώνα.

Η όπερα La Rediviva,  όπερα seria, η οποία γνώρισε  μεγάλη επιτυχία, έδωσε την πρώτη παράσταση της στις 19 Ιανουαρίου του 1856, ενώ την παράσταση   στις 25 Δεκεμβρίου/7Ιανουαρίου 1858 στο θέατρο San Giacomo παρακολούθησε και «ο Μάντζαρος από το θεωρείο ο οποίος  φώναξε: «ma che ! Questo Carrer è un diavolo». Μάλιστα στην τρίτη παράστασή του «την ευεργετικήν» είχαν παρευρεθεί και ο Σπυρίδων Ρώμας, γραμματέας της Γερουσίας και ο ποιητής Γεράσιμος Μαρκοράς, ο οποίος του υποσχέθηκε ότι θα γράψει ένα λιμπρέτο  για να το μελοποιήσει, ενώ η Παλιγγενεσία της Κέρκυρας, μεταξύ άλλων επαινετικών γράφει ότι «ο Κύριος Καρρέρης υπόσχεται μέγα μέλλον   εις το Έθνος» (Μουσμούτης, σελ.113-114).

Η ιστορία του Μπότσαρη αρχίζει. Στις 7 Ιουνίου 1857 ο Καρρέρ υπέγραψε συμβόλαιο με τον λιμπρετίστα Giovanni Caccialupi «ίνα αυτός γράψη τον Μάρκον Βότζαρην  εις τέσσαρας   πράξεις».

Η γνωριμία του Καρρέρ με τον νεαρό ποιητή Caccialupi και οι πολλές συζητήσεις πάνω στο θέμα ήταν εκρηκτική: «Ω ! το αντικείμενον το έχωμεν ενώπιόν μας και ημείς φλυαρούμεν τόσην ώραν αδίκως και παραλόγως (…) Εγώ δεν κατάλαβα αμέσως… ‘Αντικείμενον Ελληνικόν’ μοι απαντά ‘θέλεις καλλίτερον και ωραιότερον; Την καταστροφήν του Μεσολογγίου  … α! όχι …τον Μάρκον Βότζαρην’ Εγώ εσκίρτησα ακούοντας αυτό το όνομα… ενθουσιασμός μας κατέλαβε αμφοτέρους» (από τα Απομνημονεύματα του Καρρέρ, Ξεπαπαδάκου, σελ. 3).

 Με τον Caccialupi τον είχε φέρει σε επαφή ο γνωστός συγγραφέας και δημοσιογράφος «Giuseppe Rovani, από αριστοκρατική οικογένεια του Μιλάνου …εθελοντής στον πόλεμο του 1848-1849 που εξορίστηκε στην Ελβετία». Ο Rovani επηρεασμένος από τα γεγονότα της ελληνικής Επανάστασης ήθελε να συνεχίσει την ιστορία του François Pouqueville,  για τούτο ζήτησε πληροφορίες από τον Γεώργιο Κανδιάνο Ρώμα, ο οποίος «απήντησεν λεπτομερέστατα εις όλα όσα επιθυμούσεν ο Ροβάνης» (Μουσμούτης, σελ. 126).  Ιδέα του Ροβάνη ήταν να συνθέσει ο Καρρέρ όπερα με θέμα τον Μάρκο Μπότσαρη, του οποίου η μορφή ήταν προσφιλής στην Ευρώπη και μάλιστα δική του ιδέα ήταν να την αφιερώσει στους βασιλείς Όθωνα και Αμαλία.

Ο Caccialupi παρέδωσε το λιμπρέτο για τον Μάρκο Μπότσαρη μέσα σε σαράντα ημέρες. Το λιμπρέτο περιελάμβανε διάφορα γεγονότα από την Ελληνική Επανάσταση, επικεντρώνοντας το ενδιαφέρον όμως στον ήρωα στα χρόνια 1821-1823, στην πολιορκία του Μεσολογγίου.

Η μελοποίηση του  Marco Botsaris καθώς και η προτροπή του  Rovani κέντρισαν την επιθυμία επιστροφής του Καρρέρ στην Ελλάδα «όπου ουδείς μουσουργός Έλλην υπήρχεν, και εκεί να στήσω, ούτως ειπείν την φωλεάν μου, διαδίδων την ωραίαν τέχνην μου, μελοποιών ελληνικά μελοδράματα και άσματα». Έτσι στις 29 Ιουλίου 1857 έφυγε από το Μιλάνο και μέσω Τεργέστης και Κερκύρας έφτασε στη Ζάκυνθο (Μουσμούτης  σελ.129).  

Τον Απρίλιο του 1858 ο Καρρέρ ταξίδεψε στην Αθήνα, όπου κατόπιν μεσολάβησης του Βρετανού πρεσβευτή στην Αθήνα, τον δέχτηκαν οι βασιλείς στα Ανάκτορα.  Σε δεύτερη επίσκεψή του, αυτή τη φορά με πρόσκληση από τους βασιλείς κατευθείαν, έπαιξε στο πιάνο αποσπάσματα από την όπερα Μάρκος Μπότσαρης, την οποία η βασιλείς παρακολούθησαν με «ευαρέσκεια».  Ωστόσο, παράσταση του Μάρκου Μπότσαρη είχε παρουσιαστεί το 1854 στο Teatro dei Parnasiani,  έργο το οποίο η Αύρα Ξεπαπαδάκου ονόμασε Ο Ψευδομάρκος Μπότσαρης ή  αλλιώς Ο πασάς της Σκόδρας, ένα ηρωικό δράμα του Σπυρίδωνος Γιορκ βασισμένο στο έργο Ελληνικαί Σκηναί  του Angelo Brofferio. Η παράσταση προκάλεσε «μέγα σκάνδαλο στην αγγλοκρατούμενη ζακυνθινή κοινωνία, όταν ο γνωστός πρωταγωνιστής Διονύσιος Μιχαλόπουλος ως μαινόμενος Μάρκος κατήγγειλε τον παρευρισκόμενο Άγγλο αρμοστή και τους αξιωματικούς του για την άτιμη συνεργασία τους στην καταστροφή του Σουλίου και την παράδοση της Πάργας, προκαλώντας παταγώδη χειροκροτήματα  ουρανομήκεις υπέρ της Ελλάδος κραυγάς» με συνέπεια το κλείσιμο του θεάτρου και την διάλυση του θιάσου (Ξεπαπαδάκου, σελ. 3).  

Η «ευαρέσκεια» του βασιλικού ζεύγους οδηγεί στην εντολή να παιχτεί ο Μάρκος Μότσαρης στην Αθήνα και ο «εργολάβος» του χειμερινού θεάτρου Αθηνών (πρόκειται για το θέατρο Μπούκουρα), ο Θεόδωρος Καμπούρογλου, στέλνει τον Καρρέρ στην Ιταλία να καταρτίσει θίασο.  Ο Καρρέρ τελειώνει και την τέταρτη πράξη του έργου, ενσωματώνει μεμονωμένα δημοτικά τραγούδια, όπως το Νανούρισμα και το τραγούδι Ο Γερο-Δήμος, σκοπεύοντας στη συστηματική αναζήτηση της ελληνικότητας μέσα στη μουσική. Και ενώ ο Καρρέρ βρίσκεται στη Μπολόνια λαβαίνει επιστολή από τον Γραμματέα του Όθωνος, στην οποία του απαγορεύεται ρητώς να παρουσιάσει το έργο στην Αθήνα, λόγω σοβαρών πολιτικών λόγων. Οι λόγοι αφορούν μάλλον το «αντιτουρκικό» περιεχόμενο και τις τριβές με την γείτονα χώρα. Κι έτσι το έργο του δεν παίζεται ούτε στην Αθήνα ούτε στα αγγλοκρατούμενα Επτάνησα. Εκείνος ασχολείται πλέον με τραγούδια όπως το Έχετε γεια ψηλά βουνά  και Εγέρασα μωρέ παιδιά, ο  μετέπειτα  ο Γερο-Δήμος που θα ενσωματωθεί τελικά τον Μπότσαρη. Αλλά η λογοκρισία και πάλι επεμβαίνει. Από τις τρεις συναυλίες που έχουν προγραμματιστεί στην Αθήνα,   δίνονται οι δύο με μεγάλη επιτυχία. Το κοινό ενθουσιάζεται, ξεσηκώνεται, αποθεώνει τους καλλιτέχνες  -τον Καρρέρ και τη σύζυγό του, την σοπράνο Ισαβέλα- πετώντας ψηλά τα φέσια και κραυγάζοντας «Και στην Αγιά –Σοφιά». Κι ενώ ο αστυνομικός Διευθυντής διατάζει το ζεύγος Καρρέρ να αποχωρίσει από την Αθήνα το συντομότερο, η εφημερίδα Ήλιος καταδικάζει το συμβάν και εκφράζει τον σεβασμό του αθηναϊκού κοινού στον «Πρώτον Έλληνα Μουσουργό»  (Ξεπαπαδάκου, σελ. 7).

Οι εκδηλώσεις αυτές οδήγησαν στην έξωση του Όθωνα και οι φουστανελοφόροι που παρακολούθησαν τη συναυλία πρωτοστάτησαν στην έξωση. Παράλληλα, οι νέοι φόρεσαν καπέλα με γαλανόλευκες ταινίες, δείχνοντας την συμπαράστασή τους στους καλλιτέχνες, πράγμα που θεωρήθηκε επαναστατική πράξη γι’ αυτό και τους κατεδίωκε η αστυνομία.

Το 1861 ο Μάρκος Μπότσαρης πρωτοεμφανίζεται στην Πάτρα, αλλά αντιδρά ο Αρχιεπίσκοπος Μισαήλ, εκφράζοντας γενικά τη στάση της Εκκλησίας. Παρόλα αυτά η παράσταση δόθηκε με μεγάλη επιτυχία, σε ατμόσφαιρα αντίστασης και εθνικό ενθουσιασμό. Φθινόπωρο του 1866 δίνουν παράσταση στη Σύρο, ενώ μαίνεται η κρητική Επανάσταση και πολλοί    επαναστάτες καθώς και γριβαλδίνοι βρίσκονται στη Σύρο. Ο Δήμαρχος Γεώργιος Παπαδάκης αγοράζει τα εισιτήρια τριών ημερών για να έχει ελεύθερη είσοδο το κοινό. Με τον ερχομό στο θρόνο του βασιλιά Γεωργίου και της Όλγας αποτυγχάνει και πάλι η συνεννόηση για παράσταση του Μάρκου Μπότσαρη. Ωστόσο, θα φτάσουμε στα 1875 για να γίνει θριαμβευτική παράσταση στο νέο θέατρο «Απόλλων» στην Πάτρα και στην Αθήνα όπου ανάμεσα στο κοινό παρευρίσκονται και τελευταίοι απόγονοι του ήρωα. Ο θρίαμβος ήταν μεγάλος αλλά ο Καρρέρ επεσήμανε την «επιδεικτική απουσία της Αυλής», ενώ αν ήταν απλός κομματάρχης και όχι απλώς μουσικός θα είχε τιμηθεί με το «παράσημον των Ανωτέρων Ταξιαρχών», όπως γράφει ο ίδιος στα Απομνημονεύματά του (Ξεπαπαδακου, σελ. 10).

Στις 6 Ιουλίου 1886 σε επιστολή του στον Ιωάννη Τσακασιάνο, αναφέρει: «τω 1857 απελθών εξ Ιταλίας εις την πατρίδα μου αφοσιώθην εις την μουσούργησιν εθνικών αντικειμένων όπως εισάξω τούτο το άγνωστον παρ’ ημών μουσικόν κλάδον και δια του παραδείγματός μου ενθαρρύνω την μουσικόφιλον νεολαίαν μας» (Μουσμούτης, σελ. 129).

Στην παράσταση στην όπερα του Καΐρου και της Αλεξάνδρειας  το κοινό επί τρεις ώρες «ανετριχίασεν, έκλαυσεν, μετεωρίσθη εις αιθερίους ορίζοντας δόξης, ενετρύφησεν εις την μουσικήν, δι ης εψάλη η  ελευθερία του   και εκστάς είδε πώς ο πατήρ του απέθνησκεν αφίνων αυτώ ελευθέραν την πατρίδα». Το 1889 στο θέατρο του Νέου Φαλήρου τα εισιτήρια είχαν προπωληθεί σε χιλιάδες θεατές. Ο Μπότσαρης παίχτηκε με επιτυχία σε πολλές πόλεις εκτός Ελλάδας – Τεργέστη, Μασσαλία, Βραΐλα, Γαλάτσι Οδησσό- Αλεξάνδρεια, Κάιρο, Σικάγο, Σιένα, Βουκουρέστι, Βράιλα στους Μεσοολυμπιακούς του 1906, με Διευθυντή τον Λαβράγκα. Οι παραστάσεις σιγά σιγά αραιώνουν, παίζονται μόνο για εθνικούς λόγους όπως στον εορτασμό της Παλιγγενεσίας, το 1930, από την Εθνική Λυρική Σκηνή τον Νοέμβριο του 1944 και πάλι από  την Εθνική Λυρική Σκηνή, το 1973, στις 25 Μαρτίου (Ξεπαπαδάκου σελ. 17).  

Ας προσθέσουμε και την εκδήλωση στο Κέντρο Πολιτισμού «Ελληνικός κόσμος» την προηγούμενη δεκαετία με Διευθυντή τον Βύρωνα Φιδετζή, πριν λίγα χρόνια Διευθυντή της ΚΟΑ,  που έκανε και την ενορχήστρωση αφού η αυθεντική έχει χαθεί.  

Το θέμα είναι πολύ μεγάλο και οι παράμετροι των περιπετειών του έργου  άπειρες.  Το βιβλίο του Διονύση Μουσμούτη καθώς και η μελέτη της Αύρας Ξεπαπαδάκου προσφέρουν μία καταπληκτική, γοητευτική, συγκινητική περιήγηση στο θέμα.  Ωστόσο εδώ θέλαμε απλώς να δείξουμε πώς αυτό το έργο, εμπνευσμένο από τον πιο αγνό Έλληνα της Επανάστασης, έγινε μουσικό έργο, ελληνικό και όπου παίχτηκε συγκίνησε και συγκινεί ακόμα το κοινό.

 

Μπορείτε να απολαύσετε το έργο στις παρακάτω ηλεκτρονικές  διευθύνσεις:

 

 https://youtu.be/Ns6M5-j2BWQ

https://youtu.be/WmReyqUOAnU (Ο Γερο- Δήμος πέθανε)

https://youtu.be/nkPhf3TVZB4 (Νανούρισμα)

 

 

 

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.