Loading...
ΒιβλιοπαρουσιάσειςΠΡΟΣΕΓΓΙΣΕΙΣ

Ανθούλα Δανιήλ: Τηλέμαχος Κώτσιας, Στη δίνη του ψυχρού πολέμου. Εκδ, Νίκας 2022

« Όλα τα γεγονότα και οι άνθρωποι που περιγράφονται στο παρόν βιβλίο είναι πραγματικοί. Η φαντασία βοήθησε ελάχιστα, κυρίως στο να θολώσει την ταυτότητα των συνυπαίτιων, οι οποίοι έχουν φύγει επίσης προ πολλού από τη ζωή», γράφει ο συγγραφέας στο ΥΓ.

Όλοι έχουν φύγει από τη ζωή.

 

Και η ιστορία αρχίζει «το 1929, τη χρονιά που γεννήθηκε ο Βαγγέλης Δήμος, το μικρό του ορεινό χωριό Κλεισιάρι μόλις λίγα χρόνια είχε που ένιωθε την αποκοπή του από τον ελληνικό εθνικό κορμό. Μέχρι το 1923 που τα χωριά της Άνω Δρόπολης επιδικάστηκαν οριστικά στην Αλβανία όταν επικυρώθηκε η συμφωνία των Μεγάλων Δυνάμεων του 1913, υπήρχε ακόμα κάποια ελπίδα στις καρδιές των απλών ανθρώπων ότι τα μέρη αυτά θα ενώνονταν με τον εθνικό κορμό, η οποία με το πέρασμα του χρόνου γινόταν όλο και πιο αμυδρή –μέχρι που τελικά κατέληξε σε ψευδαίσθηση. Οι άνθρωποι πίστευαν ότι η αδικία που τους είχε γίνει ήταν κατάφορη και εντελώς αδιανόητη. Ποιός ο λόγος να μείνουν έξω από την πατρίδα με το έτσι θέλω; Ήταν σίγουροι ότι δεν θα μπορούσε να επιτρέψει ο Θεός τέτοιες χοντρές αδικίες για το ποίμνιό του. Στο τέλος θα επενέβαινε όπως πάντα η Θεία Πρόνοια και θα έλυνε το θέμα». 

Έτσι αρχίζει ο  Τηλέμαχος Κώτσιας το  βιβλίο του  με τον τίτλο Στη δίνη του ψυχρού πολέμου, των εκδόσεων Νίκας. Το  βιβλίο αυτό θα μπορούσε να καταχωριστεί στα παραλειπόμενα της Ιστορίας, σ’ εκείνα που δεν καταγράφει η Ιστορία, στα ντοκουμέντα, στα χρονικά, γιατί ανήκει σε όλα αυτά. Ο Τηλέμαχος Κώτσιας ήθελε να γίνει συγγραφέας και έγινε. Έγραψε για την πατρίδα του. Κάποτε ήρθε στην Ελλάδα και θέλησε να ξεφύγει από τα στενά «πατριωτικά» του, να γράψει  για τα γενικότερα, τα εδώ συμβαίνοντα,  αλλά δεν τα κατάφερε και δεν τα κατάφερε επειδή  η ψυχή του είναι σημαδεμένη από όσα είδαν τα μάτια του, έζησε ή διάβασε ή άκουσε ή του αφηγήθηκαν οι πρωταγωνιστές των γεγονότων σε μια εποχή σκληρή και αδυσώπητη. Στον τόπο του εγκλήματος λοιπόν, εκεί θα γυρίσει και γι’ αυτόν θα μιλήσει.

Και όσο ο  χρόνος τρέχει, έρχονται στο φως νέα στοιχεία, ανοίγουν  τάφοι,  στόματα και αρχεία και έρχεται στο φως το κακό που έγινε κάποτε. Έτσι τα λένε οι μεν, αλλιώς οι δε,  ο καθένας από τη δική του πλευρά θεωρεί δικό του το δίκιο∙ Πάντων χρημάτων μέτρον άνθρωπος– έλεγε ο Πρωταγόρας και η «αλήθεια» -ποια αλήθεια; Είναι εκείνη που υποστηρίζει όποιος έχει τη δύναμη να την επιβάλει. Η αλήθεια δεν είναι μία αλλά πολλές. Καθένας έχει τη δική του.  Η αλήθεια είναι μια πλάνη λέει ο Πλάτων, όμως, αλλά μια πλάνη μέσα στην οποία κινούνται οι μεν και οι δε πεπεισμένοι ότι αυτοί κατέχουν το δίκιο.

Στη λογοτεχνία η οπτική γωνία  του αφηγητή είναι φυσικά προσωπική, μερική, ελλιπής, γιατί μόνο ο παντογνώστης αφηγητής τα ξέρει όλα- και παντογνώστης δεν είναι κανένας κοινός θνητός, επομένως ο αφηγητής ξέρει μόνο όσα μπορεί να ξέρει ένας άνθρωπος. Κι έτσι δεν μπορεί ο Βαγγέλης και οι ομοϊδεάτες του να καταλάβουν γιατί οι Αμερικάνοι δεν επισπεύδουν την ένωση. Προφανώς, δεν ξέρουν πως έχουν μοιράσει τις χώρες επιρροής οι μεγάλοι, ερήμην των λαών.

           Αλλού ο λαιμός κι αλλού το μαχαίρι, λέει ο Ελύτης.

Τίποτα λοιπόν δεν μας ξαφνιάζει από όσα γράφει ο Κώτσιας γιατί έχουμε και μείς ζήσει Στη Δίνη του Ψυχρού πολέμου και οι άνθρωποι όπως ο Βαγγέλης που πριν είχαν ζήσει και τον θερμό πόλεμο.

Ο Βαγγέλης ήταν το ένα από πέντε παιδιά του Δήμου και της Βασίλως. Στο χωριό με τις 70 οικογένειες περίπου, οι άνθρωποι είχαν τα χωράφια τους, τα ζωντανά τους, τις πατάτες τους, το μαλλί τους, είχαν οπωροφόρα και περνούσαν σχετικώς καλά.  Μερικοί είχαν και συγγενείς στην Αμερική που τους έστελναν επιταγή, ε, αυτοί ήταν οι «πλούσιοι».  Από το 1932 λειτουργούσαν και τα ελληνικά σχολεία κι έτσι ο Βαγγέλης, όταν ήρθε η ώρα του, πήγε στο σχολείο  για να μάθει γράμματα Ελληνικά.

«Το 1943 όμως από το χωριό είχαν βγει αρκετοί αντάρτες στον αντιφασιστικό αγώνα κατά των κατακτητών κι ένα νέο κίνημα είχε αρχίσει να εμφανίζεται στον ορίζοντα, εκείνο του κομμουνισμού. Μέσα στις εμφύλιες αναταραχές, μαζί με τον πόλεμο κατά των κατακτητών, οι τσέτες των κομμουνιστών εκτέλεσαν τον δάσκαλο στο πλαίσιο των εκκαθαρίσεων των αντιπάλων τους και της κόκκινης τρομοκρατίας. Ο δάσκαλος αυτός, συντηρητικός και αντικομμουνιστής, έπαιξε σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωση της συνείδησης όχι μόνο του μικρού Βαγγέλη, αλλά και πολλών άλλων συγχωριανών. … Για όλους τους απλούς κατοίκους του χωριού, που δεν είχαν καμία σχέση με τα πολιτικά, η εκτέλεση του δάσκαλου ήταν βαρύ πλήγμα. Ήταν απλώς ένα έγκλημα». Αυτός ο δάσκαλος ήταν αδελφός της Βασίλως και θείος του Βαγγέλη.

«Ο ελληνικός εμφύλιος βρισκόταν στο αποκορύφωμα και ήταν μοιραίο, αναπόφευκτο και συνάμα τραγικό οι Έλληνες κομμουνιστές να συνεργάζονται ανοιχτά με τις υπηρεσίες της αλβανικής Ασφάλειας και οι Αλβανοί φυγάδες να συνεργάζονται με την ελληνική Ασφάλεια. Η λέξη «προδότες» ήταν ο κυριότερος εκατέρωθεν χαρακτηρισμός γι’ αυτούς τους ανθρώπους». Η νομενκλατούρα της Αλβανίας στελεχώθηκε με Έλληνες που έφυγαν από την Ελλάδα, πράγμα που εξόργιζε την Ελλάδα, γιατί η «πολιτική ορθοδοξία» (όπως αποκαλούσε τον φανατισμό ο Σεφέρης) είναι διαφορετική στις δύο χώρες και η ένωση δεν επρόκειτο να γίνει διότι αυτό που δεν ήξεραν και οι μεν και οι δε ήταν  ότι το παιχνίδι είχε τελειώσει,  οι αποφάσεις είχαν παρθεί και οι δύο όμορες χώρες βρίσκονταν σε διαφορετικούς κόσμους. Απλώς τώρα οι μισοί έτρωγαν  τις σάρκες των άλλων μισών.

Και ο Βαγγέλης γυρόφερνε με το μένος εναντίον των κομμουνιστών. Οι περιστάσεις τον έφεραν στην Ελλάδα, στο Λαύριο, συγκεκριμένα, όπου  σε ένα στρατόπεδο μαζί με άλλους Βορειοηπειρώτες αλλά και Αλβανούς που έλεγαν ότι είναι Έλληνες αλλά ελληνικά δεν ήξεραν, εκπαιδεύονταν για να γίνουν κατάσκοποι. Εκεί η εκπαίδευση ήταν σκληρή και η προπαγάνδα εννοείται, η σκληραγωγία μεγάλη αλλά τα παιδιά έτρωγαν καλό φαΐ, είχαν καθαριότητα -και να επισημάνω ότι ο συγγραφέας μιλάει πολύ συχνά για την καθαριότητα. Όταν, δηλαδή,  οι νεαροί από το χωριό τους κατέβαιναν στα Γιάννενα  εντυπωσιάζονταν από τη διαφορά στον τρόπο ζωής και από την καθαριότητα. Στο στρατόπεδο λοιπόν όλα ήταν σκληρά και οι αγριοφωνάρες συνεχείς. Και ο Βαγγέλης θυμήθηκε τα σκυλιά. Όσο πιο πολύ τους φωνάζεις τόσο πιο άγρια γίνονται.

 Τέλος πάντων, τα μαθήματα ολοκληρώθηκαν και έφυγε. Ξαναβρέθηκε στα σύνορα, τα σύνορα έκλεισαν, ανέλαβε μαζί με ένα  φίλο του να εκτελέσει μια επικίνδυνη  αποστολή. Να πάει στο χωριό και να φέρει τη γυναίκα και τη μικρή κόρη του Δημοσθένη Νάτση, ο οποίος είχε έρθει ειδικά από την Αμερική γι’ αυτόν τον σκοπό. Με πολλούς κινδύνους και δυσκολίες τα κατάφερε, η γυναίκα βέβαια τους φοβήθηκε αλλά και δεν μπορούσε να κάνει αλλιώς. Οι δυο είχαν εντολή αν δεν υπακούσει να την σκοτώσουν…. Για να μην πέσει στα χέρια των κομμουνιστών. Πληρώθηκε καλά για τη δουλειά και δεν πέρασε από το πατρικό του για να μη βάλει σε κίνδυνο την οικογένεια. Όμως, όταν έγινε γνωστή η φυγάδευση και οι πληροφορίες οδήγησαν στον Βαγγέλη, άρχισε η ανάκριση της Βασίλως. Και  τι τράβηξε η δόλια η Βασίλω για να μαρτυρήσει στον κομμουνιστή ανακριτή αν πέρασε ο γιος της από το σπίτι. Μέχρι  τον τάφο της την έβαλε να σκάψει, μέσα στα παγωμένα νερά με γυμνά μελανιασμένα πόδια την ανέκρινε, παραλίγο να πεθάνει από το κρύο…

Κι εδώ, μπορούμε να θυμηθούμε αυτό που έγραψε ο Θουκυδίδης για τον μεγαλύτερο πόλεμο που έγινε στην εποχή του∙ τον Πελοποννησιακό. Είπε ότι η αιτία του πολέμου είναι ο αγώνας για πολιτική ισχύ και επικράτηση. Πέρα όμως από την πολιτική ισχύ και επικράτηση είναι οι αρχέγονες ορμές και άγρια ένστικτα που έχει ο άνθρωπος μέσα του. Αυτό το είδαμε να επαναλαμβάνεται πολλές φορές στην Ιστορία. Και στον εμφύλιο μέσα στην Ελληνική Επανάσταση και στον εμφύλιο που ακολούθησε τον Δεύτερο παγκόσμιο Πόλεμο και στη Δικτατορία  και και και. 

Ο Κώτσιας, με το βιβλίο του, θέλει αποκαταστήσει την αδικία της ιστορίας απέναντι στα θύματα της άγριας εμφύλιας βίας. Σ’ αυτούς που έζησαν και πέθαναν χωρίς να μάθει κανείς γι’ αυτούς,  όπως είναι η μοίρα των κατασκόπων. Θέλει να κάνει το δικό του μνημόσυνο, στον δικό του άγνωστο ήρωα  στον Βαγγέλη. Γι’ αυτό και το ύφος του είναι λιτό και απέριττο. Οι προτάσεις του, η μια πλάι στην άλλη, στέκονται σαν στίχοι δημοτικού τραγουδιού. Η αφήγηση είναι ευθύγραμμη, όμως παράλληλα με τα φριχτά γεγονότα, μας δίνει με μικρές αναδρομές στο παρελθόν: αναμνήσεις, περιγραφές της φύσης, τα αρώματα από τα δέντρα, τα κορίτσια που σεργιανίζουν, το ερωτικό ξύπνημα, τα τηγανητά αβγά με βούτυρο της μάνας του και το καψαλισμένο ψωμί,  την άσπρη μαντίλα της, το χωριό… όλα ολοζώντανα στη μνήμη του. Όσο όμως και να θέλει να είναι αντικειμενικός είναι υποκειμενικός. Φωτίζει την πλευρά των θυμάτων. Όλοι  γενικώς είμαστε με την πλευρά των θυμάτων. Γιατί ο Βαγγέλης δεν έχει βάψει τα χέρια του με αίμα, αλλά και η κατασκοπεία, έστω και η απλή μεταφορά πληροφοριών, και αυτή πράξη φοβερή είναι μέσα στις συγκεκριμένες  συνθήκες και ονομάζεται «εσχάτη προδοσία». Τίποτα από την ιστορία του Βαγγέλη δεν μας  ξαφνιάζει και «η φρίκη /δεν κουβεντιάζεται γιατί είναι ζωντανή/γιατί είναι αμίλητη  και προχωράει», μας λέει ο Σεφέρης  που την είδε και αυτός με τα ίδια του τα μάτια.  

Αυτή την ολοζώντανη  φρίκη ο Κώτσιας την έζησε. Κι επειδή τα βιώματα δεν ξεχνιούνται ζει και γράφοντας προσπαθεί να θεραπεύει την ψυχή του.…

 

                               

 

 

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.