Loading...
ΘέατροΠρωτοσέλιδοΤΕΧΝΗ

Ανθούλα Δανιήλ: Το αίνιγμα του χαμένου θεού, του Χριστόφορου Χριστοφή στο Θέατρο Κατίνα Παξινού,  στο Αττικό Άλσος

  Ο Χριστόφορος Χριστοφής, «μετά δύο προηγούμενες μεγάλες παραστάσεις (Ευριπίδης Μαινόμενος και το Κάλεσμα του Προμηθέα – 1821, για την οποία του απονεμήθηκε φέτος το Βραβείο Κάρολος Κουν), παρουσιάζει ένα έργο βαθιά υπαρξιακό, στο οποίο χρησιμοποιεί και πάλι πραγματικά ιστορικά πρόσωπα για να αναδείξει και να φωτίσει διαχρονικά προβλήματα της ανθρώπινης ύπαρξης».

Με άλλα λόγια, ο διακεκριμένος συγγραφέας και σκηνοθέτης δημιουργεί μια σκηνογραφία, στην οποία τοποθετεί γνωστά ιστορικά πρόσωπα. Πρόσωπα,  τα οποία, παρά την απόσταση που τα χωρίζει από την εποχή μας, εξακολουθούν να έλκουν το ενδιαφέρον των θεατών και των αναγνωστών. Κυρίαρχος, αν και απών, είναι ο Μέγας Αλέξανδρος περιβεβλημένος από τον μύθο του  και το στρατιωτικό περιβάλλον του. Τόπος η Βαβυλώνα και χρόνος οι τελευταίοι οχτώ μήνες της ζωής του. Τα πρόσωπα, σοφά επιλεγμένα, με τα λεγόμενα και τα διαπραττόμενα, αποδεικνύουν πως η φύση του ανθρώπου δεν αλλάζει, τουλάχιστον στα πολύ βασικά και τα χρόνια που περνούν μόνο ένα ρετουσάρισμα φέρνουν. Τι κρατά από τον μύθο του Αλέξανδρου η Ιστορία; Την αίγλη από τις μεγάλες κατακτήσεις. Τι μας φέρνει επί σκηνής ο Χριστοφής και οι άγνωστες ιστορικές παραπομπές; Έναν άλλον άνθρωπο. Ποια είναι τα άλλα πρόσωπα που εισπράττουν την απογοήτευση από τον μεγάλο αρχηγό τους;  

Ο Καλλισθένης, ιστορικός και  ανιψιός του Αριστοτέλη που ακολούθησε τον στρατηλάτη για να καταγράψει το  χρονικό της εκστρατείας. Όμως κατηγορήθηκε ότι υποκίνησε την συνωμοσία των Παίδων –παιδιά επιφανών Μακεδόνων που ακολουθούν τον Αλέξανδρο για να μαθαίνουν αλλά και για να είναι όμηροι, αν συμβεί οτιδήποτε-  και γι’ αυτή τη συνωμοσία, που αμφισβητείται αν είναι αλήθεια, ο Αλέξανδρος τον τιμώρησε φριχτά. Πολλές είναι οι εκδοχές του θανάτου του, αλλά ο Χριστοφής επιλέγει τον εγκλεισμό σε κλουβί θηρίου, για να χάσει κάθε αίσθηση ανθρωπιάς. Λέγεται πως η κατηγορία ήταν άδικη.

Άλλος που ακολουθούσε τον Αλέξανδρο ήταν ο Πύρρων ο Ηλείος, ο φιλόσοφος και   ιδρυτής  της σκεπτικής   σχολής, φίλος     του Καλλισθένη. Ακολουθεί ο Πτολεμαίος, σημαντικός      Μακεδόνας στρατιωτικός, ο οποίος υπήρξε και ένας από τους επιγόνους του στην Αίγυπτο. Η ερωμένη του Πτολεμαίου και γνωστή  Αθηναία εταίρα Θαΐς, η οποία κυοφορεί το παιδί του. Ο Λύκων, Θηβαίος, ηθοποιός που  ερμηνεύει τον Διόνυσο   και     την    Αγαύη από  τις Βάκχες του Ευριπίδη  και  αλλά  έργα, ίσως και αυτοσχέδια.

 

Το αίνιγμα του χαμένου θεού, λοιπόν, αφορά τη ζωή του Μεγάλου Αλεξάνδρου, αλλά ιδωμένη από το τέλος της, από μέσα και από τα παρασκήνια,   από τις ραφές και τα ξέφτια της. Ο Αλέξανδρος δεν είναι ο λαμπρός στρατηλάτης που βγήκε να κατακτήσει την Ασία και να τιμωρήσει τους εχθρούς της Ελλάδας, αλλά είναι ο σκοτεινός, μέθυσος, βίαιος, άδικος, σκληρός που δεν ελέγχει τις αντιδράσεις του κι έτσι γίνεται θηρίο απέναντι σε ανθρώπους που τον ακολούθησαν από αγάπη και ενδιαφέρον.

Στο έργο αναφέρονται και άλλα πρόσωπα αλλά δεν εμφανίζονται, όπως δεν εμφανίζεται και ο ίδιος ο Αλέξανδρος, ο οποίος, αν και απών, είναι περισσότερο παρών με τη μεγάλη σκοτεινή πλέον προσωπικότητα που γίνεται αφορμή για μια βαθιά υπαρξιακή συζήτηση. Στο έργο τίθενται ερωτήματα πάνω στη ζωή και τη σημασία της, πάνω στον θάνατο και τι συμβαίνει μετά από αυτόν. Ο ένας των διαλεγομένων θέτει, ο άλλος αναιρεί, ο τρίτος αμφιβάλλει. Ο Χριστοφής βάζει στο στόμα των ηρώων του τον προβληματισμό, τις απαντήσεις που κάποιος θα ήθελε να ακούσει, αλλά και την αμφισβήτησή τους, γεμίζει τα κενά με τις πληροφορίες του, όσες έχει αντλήσει από τις διάφορες εξιστορήσεις  που αφορούν τη ζωή του Αλέξανδρου,  υπαινίσσεται, διορθώνει την οπτική μας, συμπληρώνει τις ελλείψεις, αξιοποιεί κάθε πληροφορία, η οποία συνάδει με το θέμα, φωτίζει τα μαύρα σκοτάδια της άγνοιας στο βαθμό που του επιτρέπουν τα στοιχεία. Δεν παραποιεί, δεν ωραιοποιεί, δεν αφαιρεί, δεν προσθέτει. Η βιβλιογραφία του είναι ό,τι υπάρχει…

Η παράσταση στο ωραίο Θέατρο Κατίνα Παξινού  στην καρδιά του  Αττικού Άλσους και στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αττικής, άρχισε. Τα φώτα χαμήλωσαν για το «περιώνυμο φονικό», λέει ο Γιώργος Σεφέρης στο «Επί σκηνής», ενώ στην άκρη της ορχήστρας ο αρπίστας Θοδωρής Ματούλας έστρωσε το μουσικό χαλί του για να προετοιμάσει και να συνδημιουργήσει το κατάλληλο κλίμα. Η μουσική ήταν σύνθεση του Νίκου Ξανθούλη. Η μουσική και η άρπα υπαινίχτηκαν το δράμα που ερχόταν… Στα αναλόγια με τη σειρά που ο  εμπνευσμένος σκηνοθέτης και συγγραφέας είχε επιλέξει, εμφανίστηκαν, με αλφαβητική σειρά οι: Βασίλης Αθανασόπουλος  /Βερόνικα Αργέντζη / Γιάννης Λασπιάς / Δημήτρης Μαύρος / Γιώργος Μπένος.

Εκείνο που εισπράττει ο θεατής αλλά και ο αναγνώστης του θεατρικού κειμένου, πέρα από την ηγετική μορφή του μεγάλου κατακτητή και τα ιστορικά συμφραζόμενα, είναι το μέγα θέμα της ίδιας της ζωής και πώς η ροή του χρόνου αλλάζει τα πάντα και ο λαμπερός στρατηλάτης παύει να είναι αυτό που έχει κρατήσει η ιστορία με πηχυαίους τίτλους, αλλά είναι ένας αχαλίνωτος άνθρωπος, παραδομένος στην ηδονή του κρασιού, των τιμών, της απόλαυσης κάθε είδους και της άγριας εκδίκησης εναντίον εκείνων που δεν σκύβουν το κεφάλι.  

Και δεν είναι μόνο ότι δεν σκύβουν με τον τρόπο τον βασιλικό των Περσών που επιθυμεί να του φέρονται οι Μακεδόνες του, αλλά κρίνει με θολωμένο νου και αποφασίζει πριν να σκεφτεί. 

 

 Οι ήρωες του έργου, στημένοι μπροστά μικρόφωνά τους στην ορχήστρα, εισπράττουν τον φόβο και τον τρόμο και τον μεταδίδουν  στους θεατές. Έτσι ο Καλλισθένης που τον ακολούθησε από αγάπη και μόνο και για την εμπειρία και τη γνώση από το ταξίδι, βρίσκεται μέσα σε ένα κλουβί σαν άγριο ξεδοντιασμένο λιοντάρι γιατί τόλμησε να διαφωνήσει:

Ποιος θα     το      έλεγε  ..ότι   θα      βρισκόμουν σε       μια     τέτοια          κατάσταση  … .όταν       ξεκινούσα με          το     θάρρος        και     την άγνοια… .βέβαιος πως   θα      έπαιζα         ζαριές          με     την          Ιστορία… θα         μάθαινα       όσο    κανείς                    άλλος ,          όλα    τα παράξενα          της    γης… .και    δεν     ήμουν          μόνος … όλοι   οι σύντροφοι           το ίδιο       … ένιωθαν   το      ίδιο… .εμπρός          για     το      άγνωστο! […] Που          είναι   εκείνος… της νιότης μας το ίνδαλμα …παραμένει  στη φαντασία  των    ανθρώπων   παρόμοιος   με      τα          αγάλματα του Λύσσιπου …αναλλοίωτος      ..κι     όμως δεν     είναι   …         

                   

Ο Λύκων, ο ηθοποιός που έφερε μαζί του ο Αλέξανδρος για τον διασκεδάζει εξωτερικεύει τη σκέψη του:

Είχαμε μια   λαχτάρα ..να   πλησιάσει   ο        στρατός       στην   Ιωνία … όλοι   οι       Έλληνες περίμεναν          να     έρθει. . .όλες          οι      πόλεις          … από την  Τροία μέχρι την Αλικαρνασσό  …      Ακούγαμε    για          κάθε στάση του,   κάθε  του βήμα… ήταν  για     μας    η        ελπίδα,          να βρούμε    την ελληνική          μας    ελευθερία     .. . την          αξιοπρέπεια .. Ω    τι νοιώσαμε όταν πήγε και        άφησε          δάφνες στο          τάφο  του Αχιλλέα… σείστηκε  η γη! 

 Όλοι οι φίλοι αγωνιούν, λυπούνται και βρίσκονται σε δεινή θέση και αμηχανία. Τι να κάνουν υπέρ ή κατά του Μεγάλου στρατηλάτη. Η Θαΐς έχει νοσταλγήσει τη θάλασσα, θέλει να επιστρέψει στην Αθήνα. Ο  Πύρρων στην πατρίδα του την Ήλιδα∙ δεν θέλει να χαθεί στην Ασία. Ο Πτολεμαίος έχει αποφασίσει:

Για     τον     Αλέξανδρο   έχω    ετοιμάσει  μυστικά  έναν   τάφο στην Μέμφιδα. Θα φροντίσω  να τον  έχω   εκεί    μαζί   με τις στάχτες του Ηφαιστίωνα.

Ποιος θα είναι ο χαμένος Θεός και ποιος  ο κερδισμένος μόνο η αόρατη γνώση  το   γνωρίζει.

Κι έτσι, με μια φράση που θυμίζει την τελευταία του Σωκράτη, πριν από το κώνειο,  ολοκληρώνει ο Πτολεμαίος το χρέος του προς τον Αλέξανδρο, μέσα σε ένα κλίμα ψυχολογικά ζοφερό και δυσοίωνο…

Ο θεατρολόγος Κωνσταντίνος Μπούρας που προλογίζει και το βιβλίο (στην ωραία και επιμελημένη μορφή των εκδόσεων Νίκας) έγραψε ότι «Τα τελευταία είκοσι χρόνια έχουμε παρακολουθήσει στην Επίδαυρο και στους άλλους επίσημους φεστιβαλικούς χώρους μία συντονισμένη προσπάθεια απαξιώσεως, απεμπολήσεως, απαλλοτριώσεως τής αρχαίας μας γλωσσικής και πολιτισμικής κληρονομιάς».

Αυτό ΔΕΝ ΣΥΝΕΒΗ με το έργο του Χριστόφορου Χριστοφή στο Θέατρο Κατίνα Παξινού. Αντιθέτως μας αποζημίωσε με ένα κείμενο το οποίο συνέθεσε με τα υλικά της ιστορίας και της φιλοσοφίας, χωρίς να ακουμπήσει σε κάποιον έτοιμο καμβά και πάνω του να κάνει τις δικές του βελονιές. Αυτό που παρακολουθήσαμε και ήταν, όπως είπαμε, παράσταση Αναλογίου, δεν είχε κανένα  χάσμα, κανένα κενό,  δεν διέσπασε την ενότητα, δείχνοντας την ενιαία αντίληψη των ανθρώπων, αρχαίων,  νεοτέρων και σύγχρονων πάνω στα αιώνια ζητήματα ζωής και θανάτου, τιμής, χρέους, πίστης, αφοσίωσης, ψυχικής συντριβής, πνευματικής κρίσης, ιστορικής ανάγκης και σκοπιμότητας, αλήθειας και ψεύδους.

Ο Χριστόφορος Χριστοφής μας προσέφερε μια θαυμάσια εμπειρία, αφορμή για σκέψη και περισυλλογή. Τον ευχαριστούμε για τη μέθεξη.         

   

   Χαρακτήρες  που   αναφέρονται  αλλά  δεν     εμφανίζονται: Αλέξανδρος, Ηφαιστείων, Ερμόλαος, Αριστοτέλης,    Σιντάρτα,  Γκοτάμα    

              

                                                                                                           

                   

                             

                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                 

                                                                                                                                       

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.