Loading...
Ολίγα τινάΠΡΟΣΕΓΓΙΣΕΙΣ

Ανθούλα Δανιήλ: O Γιάννης Ευθυμιάδης στέλνει Γράμματα στον πρίγκιπα-  Μαζί με δώδεκα χαρακτικά του Paul Walker, Εκδ. Μικρή Άρκτος

 Επειδή και ο Αφανής παρών αισθάνομαι πως είναι

Ο μόνος που τον ονομάζω Πρίγκιπα…

                                                                          (Οδυσσέας Ελύτης)

 

Όταν ο ποιητής Γιάννης Ευθυμιάδης αποφάσισε να μιλήσει με τον Θεό σκέφτηκε να στείλει Γράμματα στον πρίγκιπα, τον Οδυσσέα Ελύτη. Έτσι τουλάχιστον νομίζω. Κοίταξε  ψηλά στον ουρανό, είδε την Πούλια και τη Μάγια, αλλά στην  Μικρά άρκτο ανέθεσε τη χάρη της διαμεσολάβησης. Αυτά στα 2010. Και η συνομιλία του άρχισε με μια προσευχή, εκείνη που ο ίδιος ο Ελύτης είχε απευθύνει στην Ποίηση∙ αυτήν  έβαλε  μότο ο Ευθυμιάδης και συγχρόνως της έδωσε τον ρόλο της κατευθυντήριας ιδέας:

 

Ποίηση ω Αγία μου – συγχώρεσέ με

αλλ’ ανάγκη να μείνω ζωντανός

να περάσω από την άλλη όχθη∙

οτιδήποτε θα ’ναι προτιμότερο

παρά η αργή  δολοφονία μου από το παρελθόν.

 

Στην συλλογή Μαρία Νεφέλη έχουμε δυο παράλληλους μονολόγους, όπου ο ποιητής συνδιαλέγεται με τον alter ego του. «Αντιφωνητής» και «Μαρία». Ο Ευθυμιάδης, στην ίδια, υποθέτω, λογική, συνομιλεί με τον «Πρίγκιπα», που, πάλι υποθέτω,  είναι η περσόνα του τιμώμενου ποιητή. Στη συλλογή Μαρία Νεφέλη ο Ελύτης μιλάει σε δύο  διαστάσεις. Εδώ ο Ευθυμιάδης κάνει το ίδιο στη δική του ποιητική κλίμακα. 

 Ένα δεύτερο μότο, «αν η Ποίηση είναι προσευχή, τότε προσεύχομαι για σένα στον αιώνα»,  νομίζω πως συμβαδίζει με την ποιητική δημιουργία Το Μονόγραμμα του Ελύτη, όπου το τιμώμενο πρόσωπο είναι Εκείνη- η μεγάλη απούσα, η Ποίηση. Για την αντιπαραβολή, το προεξαγγελτικό μότο του Μονογράμματος είναι

Θα πενθώ πάντα -μ’ ακούς; -για σένα,/  μόνος, στον Παράδεισο

Δεν πρόκειται όμως τόσο για το θέμα, όσο για την υπόσχεση που δίνει ο ποιητής δεσμευόμενος μέσα σ’ εκείνο το «πάντα» που λεν οι ερωτευμένοι: «Πες πάντα», «Πάντα», λέει και ο ερωτευμένος Ελύτης.

Ο Ευθυμιάδης θα αναπαραγάγει όλη την ελυτική ατμόσφαιρα, θα αντλήσει το υλικό του  από όποια συλλογή του ποιητή, από όποιο τοπίο και όποιο συναίσθημα ή αίσθημα, από το μούρμουρο του ανέμου ή της θάλασσας, το τρίξιμο του ξύλου, τα βαρκάκια, τη μυρωδιά των χόρτων, όλη τη γκάμα της χλωρίδας, όλους τους ήχους της πανίδας, τα κορίτσια, τα εκκλησάκια. Όλα αυτά που αποτελούν την επιφάνεια του  ελυτικού κόσμου,  σύμβολα  και  νύξεις ενός παραδείσου που κάπου κείται πλάι μας συντελεσμένος, αλλά εμείς τον αγνοούμε:

 

Καθόμαστε πλάι πλάι πάνω στα χαλίκια.

 Ο ουρανός έχει κατεβεί χαμηλά.

Δεν μιλάς∙ κοιτάζεις βαθιά μέσα στον χρόνο.

Κοιτάζεις εμένα στο μέλλον

του παρελθόντος μου. Γυρίζω να σε δω

και βλέπω: κάθομαι δίπλα  σ’ έναν βράχο.

Γύρω μακρινό τοπίο ο αιώνας.

Χάσκει ανοιχτό, σαν τέρατος, το στόμα του

για να σε καταπιεί.

Όμως εσύ δεν έχεις τέλος. 

 

Η θέση που παίρνει ο Ευθυμιάδης στον βράχο είναι η ίδια που έχει πάρει χρόνια πριν ο Ελύτης στον γκρεμό της Παναγίας της Χοζοβιώτισσας, στον κάθε ελληνικό βράχο, μεταξύ στεριάς και θάλασσας,  που εκεί περιμένει έτοιμος τον αιώνα που έχει μπροστά του. Στον τελευταίο στίχο έχει καταθέσει την πίστη του, και στο ποίημα σε περίληψη τα πάντα. 

Καθόμαστε πλάι πλάι / κάθομαι δίπλα σ’ ένα βράχο. Τώρα πια είναι ο Ποιητής, ο Πρίγκιπας  και η Ποίηση ο βράχος. Εσύ είσαι ο βράχος, εσύ το εκκλησάκι που έχτισες και κάθεσαι και το φυλάγεις. Εσύ στο «στόμα του τέρατος» του χρόνου. Ο Ευθυμιάδης μου δίνει την εντύπωση ότι αναλαμβάνει τον ρόλο του μέντιουμ, ότι προσπαθεί να μεταγλωττίσει στη δική κλίμακα και να παίξει στο δικό του κλαβιέ τον «Πρίγκιπα», έτσι όπως τον νιώθει, όπως τον αντιλαμβάνεται, όπως τον έχει αφομοιώσει. Θα έλεγα, μάλιστα, ότι, όπως οι αληθινοί ερωτευμένοι, κάνει ό,τι νομίζει πως θα έκανε και Εκείνος. Είναι η αντηλιά εκείνου. Είναι η φωνή του, αφού Εκείνος έφυγε, μόνο που στα Γράμματα οι δυο φωνές συμπλέκονται και βγάζουν νέα ποιήματα που είναι προέκταση εκείνων που μας άφησε Εκείνος∙ ο Πρίγκιπας.

 Του απευθύνεται σε δεύτερο πρόσωπο, όπως ο πιστός στον Θεό του. Αγγίζει τα πάντα και τον ενημερώνει με τη λαχτάρα της προσμονής

Μήπως και μυρίσεις στα χέρια μου όσα άγγιξα

Κι αυτός ο στίχος πάει πέρα μακριά στον χρόνο για να μας θυμίσει αυτό που ο ίδιος ο Ελύτης είχε γράψει κάποτε στον Γιώργο Σαραντάρη:

Θ’ ανάψω δάφνες να φλομώσει ο ουρανός

Μήπως και μυριστείς πατρίδα και γυρίσεις

 

Δεν ξεχνάμε τη σημασία της οσμής που ξυπνά τη θύμηση:

 

Δώσε μου δυόσμο να μυρίσω/ λουίζα και βασιλικό /

Μαζί μ’ αυτά να σε φιλήσω και τι να πρωτοθυμηθώ…

 

Η οσμή και το φιλί, η οσμή και η αφή, δηλαδή, είναι  η αρχή της άγιας μνήμης που επανέρχεται στο ελυτικό έργο και δεν διαφεύγει του Ευθυμιάδη.

Πρόκειται για μια επικοινωνία που γίνεται μέσα από τα χέρια του που άγγιξαν … γιατί ο Ευθυμιάδης ξέρει τη δύναμη της όσφρησης του Ελύτη και σ’ αυτήν επενδύει. Θα πραγματοποιηθεί η συνάντηση; Ναι, άλλα με όρους ποιητικούς. Έτσι, λοιπόν, μιλάει για Κείνον, και για τον εαυτό του   Για σένα και για μένα– λέει ο Ελύτης στο Μονόγραμμα

 

Ο Ορφέας, που  αναφέρεται στο βιβλίο, δεν είναι παρά η περσόνα του αρχετυπικού μελωδού-ποιητή που διαμελίστηκε από τις Μαινάδες και  που κατέβηκε στον Άδη για να φέρει την Ευρυδίκη πάλι στο φως,  όπως έχει πει ο Ελύτης. Που κατέβηκε δηλαδή, στα έγκατα του μύθου  και της θυσίας, που βάδισε τον δύσκολο δρόμο όπως ο Ιησούς Χριστός και όλοι οι ερωτευμένοι. που χωρίς να το ξέρουν της θεότητας το σχήμα έχουνε πάρει. Γιατί ο Ελύτης εξαγιάζει τον έρωτα όπως και την αθωότητα, γιατί κι ο έρωτας μια μορφή αθωότητας είναι και γι’ αυτό είναι ευάλωτος, ανυπεράσπιστος και τελικά πικρός.

Μια επισήμανση τεχνική είναι, ίσως, το ότι ο Ευθυμιάδης δεν βάζει τίτλους ή αριθμούς στα ποιήματα. Μια ερμηνεία αυθαίρετη είναι ότι τ’ αφήνει ανοιχτά στον χρόνο και στο μέλλον, παρακλάδια ενός δέντρου, ρυάκια ενός ποταμού, γιατί η Ποίηση είναι μία και μιλάει σε όποιον έχει ώτα ακούειν. Ο Ευθυμιάδης ακούει.  Χρησμολογούνε γύρω του στη φύση όλα, τα φύλλα, τα νερά, τα ζουζούνια, το ντούκου-ντούκου μιας βενζινομηχανής, το φως το ίδιο που κι αυτό μιλάει. Κι ο Ποιητής, ο Πρίγκιπας, μεταφράζει τη φύση για μας κι ας είναι αφανής κι αόρατος∙ γιατί ο έχων οφθαλμούς ορά και βλέπει και ακούει τον μεταγλωττιστή, τον Πρίγκιπα των δύο αιώνων  και των δύο ηπείρων, (του γήινου και του αιώνιου, του κάτω και του πάνω) εδώ και τώρα, παντού και πάντοτε. Μεταγράφει τη φύση σε λόγια και τα λόγια σε μουσική:

Θα μεταγράψω τα λόγια μου στο αλφάβητο της μουσικής.  Εν αρχή ην η μουσική και η σιωπή, μετά η σμίξη τους και τα δυο μαζί ο  έρωτάς τους.

Μια ώρα μυστηριακή, θαυματουργική, ουρανοκατέβατη που τέμνει την καθημερινή ζωή είναι η αληθινή στιγμή, για να πάρει ο ποιητής ανάσα θεϊκή, να μετατρέψει σε ορατό το αόρατο αλλά και το αντίστροφο, όπως ο ήλιος όταν όλα γύρω εξαχνώνονται και  η Ελλάδα χάνεται μέσα στο φως, αλλά με τη δύση του ήλιου ξαναπαίρνει τη θέση στης στον χάρτη σαν να ξαναγεννιέται, δηλαδή, επειδή:

ό,τι αγαπώ γεννιέται αδιάκοπα, λέει ο Πρίγκιπας και έχει πάντα δίκιο.

Και πώς αλλιώς να μας το πει ο Ευθυμιάδης, πως όλος είναι Εκείνος∙  όπως η μικρή Πορτοκαλένια που δέχτηκε να μεταμορφωθεί και μέθυσε και έγινε ό,τι ο μέγας ΄Ηλιος την πότισε και την φώτισε;

Κάποιος πολύ μακριά θα καταλάβει/ μέσα στο ξένο σώμα του, /στη δανεική φωνή του/ τη ζωή μου. Ο Ελύτης το έχει πει: όπως οι φίλοι … Και οι θάλασσες από μακριά επικοινωνούνε, πράγμα που ισχύει και από την ανάποδη, οπότε η ιδέα κυκλοφορεί από τον ένα στον άλλο συνεχώς και από μακριά. Δεν έχει μέτρο το «μακριά», το καταργεί η σκέψη. Δεν έχει απόσταση ο νους την καταργεί η αγάπη. Κανόνες δεν υπάρχουν. Ο  Ευθυμιάδης το έχει επισημάνει:

Δεν θα ενδώσεις ποτέ στο μέτρο. /Γίνεσαι αίνιγμα,   σαν της ζωής, σαν της «Μαρίνας» πάνω στους βράχους. Ο Πρίγκιπας το έχει ξεκαθαρίσει από την αρχή: «Δεν είμαι, δεν ήμουν ποτέ της πλειοψηφίας» (Ανοιχτά Χαρτιά,  σελ. 40), καθώς και ότι μπορεί να ανήκει στην παράβαση: «ήθελα, στο βάθος,  να τραγουδήσω αλλιώς … κι ας ήτανε και φάλτσα» (Ανοιχτά Χαρτιά, σελ. 14),

η έκπληξη σε διάλεξε /το όνειρό σου είναι η πραγματικότητα (ανατροπή των λογικών δεδομένων, φέρνει στη γη το ουράνιο για να μας το γνωρίσει)

ο εαυτός μας /απομένει πάντα ο πιο ισχυρός αντίπαλος (αυτόν πρώτα πρέπει να πείσουμε, «Τον ξένο και τον εχθρό τον είδαμε στον καθρέφτη» θα μας θυμίσει ο Σεφέρης)

«Ο καθένας από μας είναι χρυσόμαλλο δέρας του εαυτού του», λέει ο Πρίγκιπας.  (Ανοιχτά Χαρτιά, σελ. 41).

Με πολέμησαν τα άγρια σκυλιά της μετριότητας, λέει ο Ευθυμιάδης.

 Κατά πρόσωπο μου εχλεύασαν οι Νέοι Αλεξανδρείς, λέει ο Ελύτης.

Σαν να τον έχει απέναντί του συζητά με αποδέκτη της φωνής του τον εαυτό του. Παρακολουθούμε:

 

Ο αχειροποίητος. Ήρθες για να με πάρεις.

Κοιτάζεις αινιγματικά και περιμένεις  

Διεκδικούμε το ίδιο απαλό μωβ.

Δεν με πειράζει. Αφού εσύ με δίδαξες…

Εσύ τον βρήκες τάχα τον παράδεισο;

Και τον κατοίκησες, αγάπη, πρίγκιπά μου; 

Χωράω να μπω έστω για λίγο μέσα;

Να τον μυρίσω;

Τόσο που σ’ έχω ερωτευτεί

Που μ’ έμαθες να μη φοβάμαι τις λέξεις

………………………………………

Σ’ ακούω να μιλάς ελευθερία

και σ’ ακούω να τραντάζεις τα όρια,

να τα πλαταίνεις,

να μην τα σπας ποτέ. Μέσα στα σύνορα που χάραξες

διαχέεται το φως και γράφεται το άσπιλο

κλειστό νησί σου.

Αν έφτασα στον κήπο αυτόν

μόνο για να σε συναντήσω, καλώς έζησα.

Κι ας μοιράζομαι τώρα μαζί σου  και πάντοτε

την ίδια ασύμμετρη σπίθα. Ο λίβας

του απόλυτου

ξέρει να κατακαίει ως κάτω πέρα

στη θάλασσα.

Ο ανήλεος δαίμονας.

 

Στο παραπάνω ποίημα, βαθιά εξομολόγηση στον Πρίγκιπα, μιλάει σαν με το φωτεινό του είδωλο, στον Ήλιο η αντηλιά του, σαν δυο φλογισμένες καρδιές που χτυπούν στον ίδιο ρυθμό, σαν δυο  μεγάλες δάδες αναμμένες που καθρεφτίζουν η μία την άλλη, όπως μας λέει και ο Baudelaire στο ποίημα «Les mort des amants:

 

 

Nos deux coeurs des vastes flambeaux

Qui réfléchiront leurs doubles lumières

 Dans nos esprits  ces mitoirs jumeaux

 

 Ωστόσο,  ο νέος ποιητής καταθέτει την αγάπη του ταπεινός και μάλιστα «καλεστικός» (η λέξη του Ελύτη)  του παραδείγματος του Ορφέα:

Εμένα / μακάρι να με ξεσκίσουν ανήμερα θηρία/ μέσα σε αληθινό παραμύθι

Και βέβαια παραπέμπει στον Ευριπίδη και στο αντίστοιχο ποίημα του Σεφέρη, καθώς «χίλια λιμάρικα σκυλιά του κουρελιάζουν τα μπαντζάκια».

Τα λεκτικά παιχνίδια, οι ανατροπές στον συνταγματικό άξονα αδιαφορούν για το φράγμα του κανόνα. Εσύ κι εγώ/ κοιμόμαστε την ίδια αγαπημένη… τα ήξερα όλα και τα γδύθηκα… εκεί που σε γνωρίζω κι εκεί που σε ενώνομαι…Η επανάσταση σε ντύθηκε

Και η επαναστατημένη γλώσσα επιστρατεύτηκε να υπηρετήσει με  ρήματα αμετάβατα που γίνονται μεταβατικά και παραβαίνουν τον κανόνα για να πλατύνουν τα όρια.

 

Η αγάπη είναι εκεί και περιμένει.  να σου κρυπτογραφώ το εξαίσιο/ να μεταφράζω το περίσσευμα του ωραίου

Τώρα πια / πολιτογραφήθηκα ενάρετος στη βασιλεία σου./ Υποτάσσομαι και νομιμοφρονώ.

 

Μια πλατιά και βαθιά τεράστια προσφορά είναι τα Γράμματα στον Πρίγκιπα γεμάτη λατρεία και αφοσίωση που ακτινογραφεί κάθε κρυμμένη σκέψη και συναίσθημα, χωρίς ποτέ αναγνώστης κανείς να είναι σίγουρος για τίποτα. Γιατί δεν εκφράζεται το ανέκφραστο. Μα τόσο η αναφορά, τόσο το θερμό και καταρρακτώδες συναίσθημα, τόσο η λογική, τόσο η παραλογική,  τόσο η παράφορη αγάπη, όλα μια εξαργύρωση είναι. Σαν να του λέει : Δεν σε ξεχνώ και είμαι εγώ μαζί σου πάντα. Ειδικά τώρα που δεν υπάρχεις με έχεις δέσει πιο πολύ. Μιλάω για μένα μέσα από σένα.

Θα μπω μέσα στο σώμα σου, θα κατοικήσω/ τη ματιά σου/ και θ’ αποφεύγω πλέον τους καθρέφτες. / ο θάνατός σου, ποια ελευθερία.

Καμία ελευθερία. Ο θάνατος δεσμεύει πιο πολύ, δεσμός δια βίου άρρηκτος που όλος ο αιώνας δεν μπορεί ποτέ να καταλύσει.

Ο Ευθυμιάδης δεν χρονολογεί τα ποιήματα∙ χρόνος δεν υπάρχει, σαν να έχουμε επιστροφή στο illo tempore, στη πρώτη αρχή, όπως την οριοθετεί ο Μιρσέα Ελιάντ. Όταν αρχίζουν όλα εκείνα που ποτέ δεν θα τελειώσουν. Κι ας λέει στο «Υστερόγραφο» πως θα τον σκοτώσει… Ποτέ δεν θα συμβεί αυτό. Η Ιδέα δεν σκοτώνεται. 

Τα εικαστικά που παρεμβάλλονται, κορμοί δέντρων στην απόλυτη αντίθεση του άσπρου –μαύρου  παραπέμπουν στο ολόσωμοι πάνω στο φως και μαύροι έως θανάτου, αφού και ο Ελύτης και  ο εικαστικός Paul Walker, από το γλαυκό τσαμπί της αιωνιότητας κρατιούνται, κόντρα στο μαύρο, το υλικό και αναλώσιμο.  Μικρές λεπτομέρειες από το μέγα δέντρο της ζωής, αφανείς αναλογίες που απαιτούν εστίαση στο ασήμαντο. Για να καταλάβεις το δέντρο πρέπει να δεις το φύλλο σαν παλάμη με γραμμώσεις της Μοίρας, αλλά και πάλι από το φύλλο να πας στο δέντρο και μετά στο δάσος και μετά στο σύμπαν, το τεράστιο, το γεμάτο σύμβολα, ήχους, σχήματα και χρώματα, όλα με μια μικρή αντίστιξη, μια αναλογία του έναστρου ουρανού και της ψυχής μας ή των καταματωμένων μας σπλάχνων. Εκεί,

«Στο αναπόδεικτο και στο μελλοντικό είναι που εγγράφεται η αληθινή ποίηση» (Ανοιχτά Χαρτιά, σελ. 143), τονίζει ο Ελύτης και ο Ευθυμιάδης με τα Γράμματά του μας βάζει στον λαβύρινθο, στο στόμα του τέρατος, από τον οποίο έξοδος δεν υπάρχει και όπου, χωρίς μίτο, πρέπει να τα βγάλουμε πέρα μόνοι μας. Γι’  αυτό λέει ο Πρίγκιπας πως

Όλοι μας με φαγωμένα μούτρα θα γυρίσουμε κάποτε απ’ τ’ Αληθοτόπια

 

 

 

 

 

 

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.