ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΠεζογραφία

Αντωνία Παπαδάκη: ένα αφήγημα

ΑΤΕΡΜΟΝΟ ΤΑΞΙΔΙ

 

 

Πάντα ο ίδιος προορισμός ταξιδιού για τη Γαλάτεια. Tο νησί όπου ανατράφηκε με το νερό της θάλασσας και τον απέραντο ουρανό. Κάθε φορά η ίδια προσμονή, η αγωνία να αντικρίσει τα ατσάλινα βράχια, τα υγρά βότσαλα, τη ζεστή άμμο, το χαμομήλι που μοσχομύριζε θαλασσινή αύρα, τα πεύκα που διψασμένα έγλυφαν το νερό και εκείνον λουσμένο στο άρωμα του έρωτα να την περιμένει στην προβλήτα. Εκείνος. Με τα πυκνά ατίθασα μαλλιά, το βλέμμα στο χρώμα της χαραυγής και το δυνατό σώμα σαν το γεροδεμένο άτι που με τις φουσκωμένες φλέβες έτοιμες να σπάσουν  καλπάζει στη γη και στον αέρα, επιδεικνύοντας τη δύναμη της νιότης.

            Όταν έπιανε λιμάνι το πλοίο, έψαχνε με το βλέμμα της να δει τις ίδιες εικόνες, που είχε κρατήσει μέσα της σα φυλακτό όλο αυτό το διάστημα που έλειπε στη μεγαλούπολη. Πόσο μισούσε την πόλη με τα μουντά χρώματα και τους σκυθρωπούς ανθρώπους, που τρέχουν ολημερίς να προλάβουν μάταια τον χρόνο! Και αυτός άκαμπτος ακολουθεί τον δικό του βηματισμό, τρέχει και παρασέρνει στο διάβα του έρωτες, κορμιά ιδρωμένα και φευγαλέα ομορφιά. Όσο έκοβε ταχύτητα το πλοίο τόσο πιο γρήγορα χτυπούσε η καρδιά της από την αγωνία της να πετάξει κοντά του. Γλυκιά  προσμονή. Έτρεχε με λαχτάρα στην προβλήτα να συναντήσει εκείνον, που καρτερικά την περίμενε, ελπίζοντας στην αιώνια ένωση της αρσενικής δύναμης με τη θηλυκή ενέργεια, στοιχεία αρχέγονα που ανασταίνουν τη φύση και γεννούν την ελπίδα στον άνθρωπο. Έτρεχε γρήγορα με τα δυνατά της πόδια, που εμπόδιο δεν έβρισκαν. Απολάμβανε να περπατάει ξυπόλυτη και να αισθάνεται τους παλμούς της γης. Τα πόδια της δείκτες του ρολογιού της νιότης. Η καρδιά της ακολουθούσε τον ρυθμό μιας μυστικής μουσικής, που μόνο η Γαλάτεια άκουγε. Εκείνος και εκείνη, αιώνιοι έφηβοι, χόρευαν στην ακροθαλασσιά αφήνοντας τον πόθο να κατακλύσει κάθε σπιθαμή της ψυχής και του κορμιού τους και το αίμα να κυλάει σαν το δυνατό κόκκινο κρασί που μεθάει το μυαλό.

            Μα τα σύννεφα συνάχτηκαν, ο ουρανός σκοτείνιασε,  η θάλασσα αγρίεψε και η γη μάτωσε. Ένα ξέφρενο αυτοκίνητο έπεσε πάνω στο μεθυσμένο από έρωτα ζευγάρι.

Τριάντα χρόνια τώρα ο ίδιος προορισμός στο ίδιο νησί, ο ίδιος χορός στην ακροθαλασσιά και εκείνος περιμένει πάντα στην προβλήτα την αγαπημένη του Γαλάτεια, που έλαμπε από νιάτα και ομορφιά. Τριάντα χρόνια το ίδιο όνειρο κάθε βράδυ, το ίδιο ταξίδι, οδυνηρή και ανίατη ανάμνηση μιας αλλοτινής εποχής. Η νοσοκόμα πλησίασε τη Γαλάτεια στο κρεβάτι, για να τη βοηθήσει να καθίσει στο αναπηρικό κάθισμα και να την αφήσει κοντά στο παράθυρο να αναμετριέται με τον χρόνο που της φέρθηκε αδυσώπητα. Αν εκείνος δεν είχε σκοτωθεί τότε, όταν το ξέφρενο αυτοκίνητο είχε πέσει επάνω τους, αν δεν της είχαν κόψει το πόδι για να τη σώσουν, αν η νιότη δεν είχε γλιστρήσει μέσα από τα χέρια της εκείνο το πρωινό,  ίσως να απολάμβανε ακόμα τον έρωτα. Ίσως να ονειρευόταν άλλα ταξίδια.  Ίσως …

 

 

 

 

 

 

 

 

ΜΟΙΡΑΣΤΕΙΤΕ ΤΟ
Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.