Loading...
ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΠεζογραφία

Αντώνης Μπαλασόπουλος: ένα διήγημα

Ο ΕΡΩΤΕΥΜΕΝΟΣ ΟΔΟΝΤΙΑΤΡΟΣ

Δεν ήταν καθόλου σπάνιο κάποιος που καθόταν στην αίθουσα αναμονής έξω απ’ το γραφείο του οδοντιάτρου μου, ξεφυλλίζοντας ίσως μια απ’ τις ποιητικές του συλλογές (από την πρώτη, το Άλγος των ριζών, ως την τελευταία, την Επισφαλή Κορώνα) που αποτελούσαν, μαζί με τα Άπαντα Καρυωτάκη και Πολυδούρη, το μοναδικό προς ανάγνωση υλικό για τους επισκέπτες, να ακούσει βογγητά, μακρόσυρτα και παραπονεμένα ή πιο σύντομα και πικρά, να έρχονται από την πόρτα.
Έτσι θα μπορούσε εύκολα κάποιος που δε γνώριζε καλά τον οδοντίατρό μου να υποθέσει ότι είχε βαρύ χέρι ή ότι τσιγκουνευόταν κάπως τις δόσεις νοβοκαϊνης προς τους ασθενείς του. Κι όμως, μια βασική εξοικείωση με τις εμπειρίες της πελατείας του θα έδειχνε αμέσως πως ο οδοντίατρός μου ήταν γνωστός για το ελαφρύ και επιδέξιο χέρι του και πως τα βογγητά δεν προερχόταν από κάποιον φτωχό που του έκανε απονεύρωση αλλά από τον ίδιο. Διότι ο οδοντίατρος μου ήταν ερωτευμένος, σφόδρα ερωτευμένος. Ο έρωτάς του όμως, το γνώριζε καλά, ήταν αδύνατο να υλοποιηθεί. Κάθε είδους εμπόδια έμπαιναν στη μέση. Ήταν ένας έρωτας καταδικασμένος να μείνει απραγματοποίητος, μια αστείρευτη πηγή καημού και άλγους στην καρδιά που έπρεπε να υπομένει καθημερινώς, ενώ τρόχιζε ή έσκαβε στο χαλασμένο σμάλτο ή αφαιρούσε νεύρα.
Πόσες φορές δεν τον είχα ακούσει, σε κάποιο διάλειμμα της εργασίας του, να στενάζει με κάποιο λαϊκό τραγούδι (η μουσική επένδυση των λογής οδοντιατρικών επεμβάσεων ήταν αυστηρά του λαϊκού ρεπερτορίου) και να μουρμουρίζει «να ’τανε δόντι η καρδιά, και θα την έκανα καλά!» ή «πού να βρω νοβοκαϊνη για του πόθου το καμίνι;» και άλλα παρόμοια και εμπνευσμένα εν αυθορμησία. Παρηγοριά στο μεταξύ δε δεχόταν καμιά. Κάποιος που είχε αποτολμήσει να του πει να το ξεπεράσει και ότι έχει κι αλλού πορτοκαλιές που κάνουν πορτοκάλια, βρε αδερφέ, είχε φύγει απ’ το ιατρείο μ’ ένα κακοβαλμένο εμφύτευμα που του έκανε απόστημα, του προκάλεσε φρικτούς πόνους και έπρεπε να αφαιρεθεί με ιδιαιτέρως επώδυνη διαδικασία. Ήταν μια σπάνια περίπτωση όπου το αλαφρύ χέρι του οδοντιάτρου μου λάθεψε, προφανώς διότι η καρδιά του εξεγέρθηκε στην προοπτική να εγκαταλείψει τη ζωοφόρο πηγή του άλγους της.
Οι παλιότεροι και πιο πιστοί πελάτες του οδοντιάτρου μου—βετεράνοι, ούτως ειπείν, της κορώνας, της γέφυρας, της απονεύρωσης και του εμφυτεύματος—αναρωτιόμασταν, από την άλλη πλευρά, τι θα γινόταν αν, με κάποιον ανέλπιστο τρόπο, έβρισκε ανταπόδοση και καταπράυνση ο έρωτάς του. Άραγε, θα γινόταν καλύτερος οδοντίατρος ή μήπως θα του έβλαπτε αυτό την τέχνη; Και με τη λέξη τέχνη δεν εννοούσαμε βεβαίως μόνο την οδοντιατρική του μαστοριά αλλά και την ποιητική, καθώς και οι έξι του ποιητικές συλλογές είχαν γραφτεί κατά το διάστημα στο οποίο ο οδοντίατρός μου ήταν ερωτοχτυπημένος. Κι εδώ που τα λέμε, δεν τον θυμάμαι καν πριν τον βρει αυτός ο ανεκπλήρωτος και βασανιστικός καημός. Όχι, ο οδοντίατρός μου ήταν πάντα απαρηγόρητα ερωτευμένος.
Κάποιοι μάλιστα έλεγαν ότι τον προτιμούσαν από όλους τους οδοντιάτρους και θα του έμεναν για πάντα πιστοί όχι γιατί ήταν πιο επιδέξιος ή καλύτερος επιστήμονας αλλά επειδή τα βογγητά του καθώς εργαζόταν πάνω τους ήταν τόσο πηγαία, τόσο αυθεντικά σπαρακτικά, που πραγματικά ξεχνούσαν τα δικά τους πεζότερα και στοματικά βάσανα, βρίσκοντας στο ακαταπόνητο άλγος του οδοντιάτρου μου μια βαθιά παρηγοριά που διαρκούσε περισσότερο κι από την επενέργεια του αναισθητικού.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.