ΒιβλιοπαρουσιάσειςΠΡΟΣΕΓΓΙΣΕΙΣ

Γεωργία Κακούρου -Χρόνη: Βαγγέλης Ραπτόπουλος, Ανέγγιχτη, Κέδρος, Αθήνα 2022

Μια «Ανέγγιχτη» που πολλαπλώς μας αγγίζει

 

 

Στο πατρικό μας σπίτι οι εσωτερικές πόρτες ήταν ξύλινες και στο πάνω τους μέρος το ξύλο διέκοπτε ένα παραλληλόγραμμο από κρύσταλλο. Ποτέ δεν κατάλαβα τη σκοπιμότητά του, αφού όλα τα δωμάτια είχαν διπλά παράθυρα και άφηναν το φως να μπαίνει, μαζί με τις μυρωδιές του κήπου και τη θέα των βουνών, και από τις τέσσερις πλευρές του σπιτιού.

 

Αυτό το κρυστάλλινο άνοιγμα λειτουργούσε μόνο καταναγκαστικά, όταν ο πατέρας με υποχρέωνε, στις δώδεκα τα μεσάνυχτα –διαβασμένη… αδιάβαστη…– να κλείνω το φως. Για αδιάβαστη, ούτε λόγος. Επιμελής μαθήτρια, δεν επέτρεπα στον εαυτό μου να πάει αμελέτητη στο σχολείο.

 

Ωστόσο, από την πλούσια βιβλιοθήκη του πατέρα, μετά Το παιδίον των Δασών[1] και το Μικρό Λόρδο,[2] που τον έμαθα σχεδόν απέξω με όλα του τα μεταφραστικά λάθη, εννοείται και τα δυο σε πολυτονικό και άκρα καθαρεύουσα, ανέσυρα τον Καπετάν Μιχάλη στην πρώτη του έκδοση (Μαυρίδης, 1953), δεμένο με μαύρο δέρμα, προφανώς για να προστατευθεί το εξώφυλλο. Πώς να τον αφήσω από τα χέρια μου στις δώδεκα το βράδυ; Αλλά ο Καζαντζάκης τέχνας κατεργάζεται. Με το χαρτζιλίκι μου αγόρασα ένα φακό και έτσι είχα όλη την άνεση, κουκουλωμένη στο κρεβάτι μου, να διαβάζω κάτω από τις κουβέρτες έως ότου ήρωες και όνειρα γίνουν ένα.

 

Από τότε διάκειμαι θετικότατα προς ένα συγγραφέα που ανοίγοντας την πόρτα του μυθιστορήματος (αν και πολλές φορές αλλαξοπίστησα και ως προς το είδος και ως προς το συγγραφέα) με οδήγησε στον μαγικό κόσμο του βιβλίου βαθαίνοντας και πλαταίνοντας με τόσες άλλες ζωές τη δική μου.

 

«Εάν σκεφτεί κανείς ότι ο στοχαστής της Ασκητικής με έχει στοιχειώσει από την εφηβεία μου, ελπίζω ότι, όπως θα έλεγε κι εκείνος, “έκαμα το χρέος μου”» γράφει στο «Σημείωμα του συγγραφέα» ο Βαγγέλης Ραπτόπουλος.[3] Το δικό μου χρέος περιορίζεται στο να διαβάσω το βιβλίο του. Ελάχιστο χρέος, αλλά χρέος!

 

Με τη βιβλιοθήκη μου ολόκληρη υπό μετακόμιση και τα βιβλία προστατευμένα καλά σε χαρτόκουτα δεν είχα πρόσβαση, κατά τη διάρκεια της ανάγνωσης της Ανέγγιχτης, στα βιβλία του Καζαντζάκη. Ένιωσα πολλές φορές την ανάγκη να ανατρέξω πρώτα στο βιβλίο της Γαλάτειας Καζαντζάκη Άνθρωποι και υπεράνθρωποι και μετά στο βιβλίο της Ελένης Ν. Καζαντζάκη Νίκος Καζαντζάκης, ο ασυμβίβαστος (ακόμη και στο Μαχάτμα Γκάντι της, κι ας μην παρέπεμπε ευθέως σ’ αυτόν η Ανέγγιχτη) κι ακόμη περισσότερο στην Ασκητική και στα μεγάλα μυθιστορήματα του Νίκου Καζαντζάκη. Ήθελα να διαπιστώσω συγκλίσεις και αποκλίσεις της Ανέγγιχτης με τον καζαντζακικό λόγο. Αλλά τώρα που έκλεισα το βιβλίο σκέπτομαι ότι η απόλαυση της ανάγνωσης θα έμενε αποσπασματική και κάπως μίζερη, αδικημένη στις κομματιαστές συγκλίσεις ή αντεγκλήσεις.

 

Το βιβλίο της Γαλάτειας –Άνθρωποι και υπεράνθρωποι– μού είχε αφήσει μια περίεργη γεύση· σαν να μην είχε η ίδια τη γενναιοδωρία να σταθεί πάνω από τις πικρίες της που δεν ήταν βέβαια αδικαιολόγητες. Και μετά δεν είχα καταλάβει –ούτε τώρα– πώς κρατάς το επίθετο κάποιου που έχεις οριστικά και αμετάκλητα αποκηρύξει. Ο Βαγγέλης Ραπτόπουλος με έκανε να την κατανοήσω καλύτερα και να την συμπαθήσω πολύ περισσότερο απ’ όσο την συμπαθούσα.

 

Η ίδια αναγνωρίζει την «πίκρα», το «μαράζι», τη «ζήλεια» που διαμόρφωσαν την πρώτη της αφήγηση και τώρα με τη δεύτερη –Ανέγγιχτη– είναι αποφασισμένη να επιδείξει «μεγαλοθυμία και κατανόηση». Ακόμη και για τη διατήρηση του επιθέτου του πρώην άντρα της έχει μιαν εξήγηση: «έσπευσαν να με μεμφθούν διάφορες φεμινίστριες, καθόλου άδικα – όμως, το αντίθετο μου φαινόταν αδιανόητο, μου φαινόταν ότι θα έχανα όχι απλώς τον Αλέξανδρο, αλλά ένα κομμάτι του ίδιου του εαυτού μου».[4]

 

Έτσι ξεχνώντας τις κάθε είδους διασταυρώσεις αφέθηκα να με παρασύρει ο ρυθμός της αφήγησης. Και μόλο που ο τίτλος (Ανέγγιχτη) και οι τελευταίες γραμμές του μυθιστορήματος[5] δια στόματος Μελίνας Καστρινάκη (Γαλάτεια Καζαντζάκη) ωθούν προς μια συγκεκριμένη ανάγνωση, τελικά ο αναγνώστης θα σταθεί περισσότερο στον δικό του Καζαντζάκη, σ’ εκείνον που αγάπησε και εξακολουθεί να τον συγκινεί.

 

Στην Ανέγγιχτη, πραγματικό και επινοημένο δεν ψευτίζει την εικόνα του Καζαντζάκη· αυτή κυρίως που αποκομίζει κανείς από τα βιβλία, την πλούσια αλληλογραφία του και το βίο του. Η συνταγογράφηση ρεαλιστικού και επινοημένου είναι στη σωστή δοσολογία. Η αφήγηση, ως μυθοποιημένη πραγματικότητα, είναι εξαιρετικά ενοποιημένη. Ακολουθεί μια σύμβαση που εμπνέει σεβασμό για την απόπειρα και το τελικό αποτέλεσμα του εγχειρήματος. Το μεγάλο επίτευγμα είναι ότι ξαναδιαβάζουμε Καζαντζάκη χωρίς να εμμένουμε σ’ αυτό που υπονοεί ο τίτλος, αλλά περισσότερο κατευθύνει την ανάγνωσή μας αυτή η αύρα που μας άφησαν, και εξακολουθούν να μας αφήνουν, τα βιβλία του· μια ώθηση προς τα πάνω και προς τα μπρος. Φυσικά και πρόκειται για επινόηση. Καταρχάς λείπει η γλώσσα του Καζαντζάκη· και Καζαντζάκης χωρίς τη γλώσσα του δεν είναι Καζαντζάκης. Συνεπικουρεί ακόμη κι η πρόθεση της ηρωίδας του Βαγγέλη Ραπτόπουλου που μπορεί να εκληφθεί και ως δική του: «αλλού παραλείπω πράγματα, αλλού προσθέτω, κατά βούληση. Συγγραφέας είμαι κι εγώ, εξάλλου, κι αυτό εδώ δεν παύει να είναι ένα δικό μου βιβλίο».[6]

 

Ένα άχρονο μυθιστόρημα (αν και βρίθει χρονολογιών) μ’ ένα μπρος-πίσω που δεν προκαλεί σύγχυση, όπως συμβαίνει με το φακό μιας καλογυρισμένης ταινίας που πηγαινοέρχεται σε διάφορες αλλοτινές στιγμές της ιστορίας, χωρίς να δημιουργεί την παραμικρή σύγχυση στον θεατή. Η κίνηση εξελίσσεται αβίαστα και φυσικά, με μιαν άνεση που κάνει την αφήγηση σαν να γράφεται από μόνη της.

 

Το μυθιστόρημα στρέφεται γύρω από τα καζαντζακικά «αντί-» αφήνοντας χώρο ελευθερίας και στον άλλο που αντιστρατεύεται την ήδη διατυπωμένη θεώρηση. Οι αντίθετες απόψεις χωρούν, συγ-χωρούν, και ακούγονται χωρίς εντάσεις στη φωνή, αυτές με τις οποίες μας εξοικειώνουν τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και ο δημοσιογραφικός λόγος που συγχέει την ένταση της φωνής με την ισχύ του επιχειρήματος. Γιατί εδώ το ζητούμενο δεν είναι η πειθώ αλλά η κατανόηση δια της απόλαυσης της ανάγνωσης.

 

Και παρόλες τις δηλώσεις του δυισμού ανάμεσα σε πνεύμα και ύλη, σε Θεό και γυναίκα, σε ασκητική και κοινωνική ζωή, περισσότερο διαβάζουμε έναν αντιστικτικό λόγο δια του ευρηματικά επινοημένου θέματος: Στην αφήγησή της η Μελίνα Καστρινάκη (Γαλάτεια Καζαντζάκη), με το νέο της βιβλίο ανασκευάζει όσα είχε γράψει λίγους μήνες μετά το θάνατο του πρώην συζύγου της Αλέξανδρου Καστρινάκη (Νίκος Καζαντζάκης). Στο τωρινό της βιβλίο, την Ανέγγιχτη, «εννέα ολόκληρα χρόνια» μετά το πρώτο, αποφασίζει να ανασκευάσει και να επανορθώσει «έμπρακτα τις λοιδορίες και τις αδικίες που περιείχε το προηγούμενο».[7] Θα επιμείνει έτσι στην ερωτική της σχέση με τον Αλέξανδρο Καστρινάκη, αλλά θα περάσει κάτω από τον εξεταστικό της φακό κι όλες τις άλλες σχέσεις του Αλέξανδρου, κυρίως αυτή με τη δεύτερη γυναίκα του, τη Ρέα (Ελένη Ν. Καζαντζάκη).

 

Αλλά η δική μας ανάγνωση περισσότερο ανέδειξε την αγάπη του Βαγγέλη Ραπτόπουλου –και τη δική μας– για τον «οικουμενικό Έλληνα» παρά το θέμα του «παράδεισου και της κόλασης της λαγνείας»,[8] που βρήκε ο ίδιος την ευκαιρία να το θίξει, αφού, όπως δηλώνει, τον βασανίζει χρόνια.

 

 

 

 

 

[1] Élie Berthet, Το Παιδίον των Δασών, Βιβλιοπωλείο Ιωάννου Ν. Σιδέρη, 1920.
[2] Φρ. Μπέρνετ [Frances Eliza Hodgson Burnett], Ο Μικρός Λόρδος, Μετάφρασις Κας Ε. Β., Βιβλιοθήκη Αγκύρας, Βιβλιοπωλείον Μ. Σαλιβέρου Α.Ε.
[3] Βαγγέλης Ραπτόπουλος, Ανέγγιχτη, Κέδρος, Αθήνα 2022, σ. 342.
[4]Ό. π., σ. 28.
[5] «δεν θα πάψω ποτέ μου να αναρωτιέμαι: τι θα σου κόστιζε να μην ήσουν τόσο απόλυτος, τόσο σκληρός και τόσο άκαμπτος, τι θα σου κόστιζε να μου έδειχνες λίγη παραπάνω αγάπη, τι θα σου κόστιζε να άπλωνες το χέρι σου και να με άγγιζες;», ό. π., σ. 339.
[6] Ό. π., σ. 189.
[7] Ραπτόπουλος, ό. π., σ. 11.
[8] Ό. π., σ. 341.
ΜΟΙΡΑΣΤΕΙΤΕ ΤΟ
Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.