Loading...
ΒιβλιοπαρουσιάσειςΠΡΟΣΕΓΓΙΣΕΙΣ

Δάφνη Μαρία Γκυ-Βουβάλη: Κων/νος Μπούρας: «137 Φάος. ΛΕΞΙΚΑΝΘΑΡΟΣ α-ΦΘΟΝΙΑ ΦΩΤΟΣ.» Εκδ. Νίκας

  

Φως. Καταυγασμός πλήρης χάριτος, παθητικός, ευχή και ευλογία «ορατών τε πάντων και αοράτων». Φάος πανάρχαιο, ομηρικό, αιώνιο, πηγαίο, πόθος σωμάτων και ψυχών, πρώτη και έσχατη καταφυγή τους. Φάος. Λέξη εύηχη, μουσική. Κι ένα βιβλίο που την εμπεριέχει, αυτήν και την ουσία της, θριαμβικά, από την πρώτη σελίδα του μέχρι την τελευταία. Ένα βιβλίο – ποταμός: «137 Φάος. ΛΕΞΙΚΑΝΘΑΡΟΣ α-ΦΘΟΝΙΑ ΦΩΤΟΣ.» του πολυγραφότατου ποιητή, συγγραφέα και κριτικού θεάτρου και λογοτεχνίας Κωνσταντίνου Μπούρα.

Τούτο το ογκωδέστατο πόνημα, αποτελεί το τεσσαρακοστό πρώτο βιβλίο του πάντα ανήσυχου και ευφυούς δημιουργού του, και ο ακριβής (βλέπε πλήρης) και πολυσήμαντος, συμβολικός τίτλος του είναι «137. Φάος. ΛΕΞΙΚΑΝΘΑΡΟΣ α-ΦΘΟΝΙΑ ΦΩΤΟΣ. Το ημερολόγιο της μοναχικής πολυκοσμίας: Τα ποιήματα μιας ά-Φθονης λιτότητας (1111 – χίλιες εκατόν έντεκα μέρες φωτεινές και μαύρες -συμπυκνωμένες ενίοτε – οι νύχτες είναι μυστικές και δεν χωράνε σε σελίδες, τυπωμένες ή χειρόγραφες)». Ένας τίτλος- «εικονοποίημα που καλύπτει το εμπροσθόφυλλο του βιβλίου», όπως έχει εξομολογηθεί και ο ίδιος. 

Το εικονοποίημα αυτό, που χαρακτηρίζεται από τον συγγραφέα του ως «ημερολόγιο», παραπέμπει, όπως υπονοεί και ο τίτλος, σ’ ένα λογοτεχνικό περιεχόμενο 1.111 ποιημάτων «της μοναχικής πολυκοσμίας», και «μιας ά-φθονης λιτότητας»: κι εμείς, μέσα από τις αντιστικτικές αυτές λέξεις, αισθανόμαστε τα στιχουργικά δημιουργήματα, παράλληλα με την εκπεφρασμένη μοναξιά του ποιητή, να λαλούν με χίλιες γλώσσες, και να κρένουν με χίλιες μορφές, μέσα από μια ζηλευτή συγγραφική λιτότητα, η οποία δεν γνωρίζει ούτε πενία, ούτε όμως και φθόνο.

Άνετα δε, μπορεί να πει κανείς, ότι το συγκεκριμένο πολυσύνθετο  ποιητικό έργο αποτελεί έργο ζωής του ποιητή, το οποίο συμπυκνώνει, σαν άστρο φωτεινό, όλες τις πνευματικές και ψυχικές του ιδιότητες: την λογοτεχνική, την επιστημονική, την ερευνητική, την φιλοσοφική. Από τον τίτλο του μάλιστα, δεν απουσιάζει ούτε αυτός ο «μαγικός» και δυσερμήνευτος αριθμός 137, ο οποίος και αποτελεί την πρώτη του λέξη. Τι είναι το 137; Χωρίς να θέλουμε να πλατιάσουμε, και παραθέτοντας εδώ μια πολύ συνοπτική εξήγηση, το 137, είναι σύμφωνα με τον μέγα Πλάτωνα («Τίμαιος»), ο αριθμός της Δημιουργίας. Η αρμονία, και η ψυχή του κόσμου. Ένας αριθμός-κλειδί, που ‘εξηγεί’ όλο το περιεχόμενο του βιβλίου.

Η αρμονία και η ψυχή του κόσμου. Δύο πράγματα στα οποία ο Μπούρας φαίνεται απόλυτα αφοσιωμένος (και αφιερωμένος). Σ’ αυτό συνηγορεί το σύνολο της ποιητικής γραφής του στο παρόν πόνημα. Επιδιώκοντας έναν γόνιμο διάλογο με τον αναγνώστη, φιλοσοφεί πάνω στην ανθρώπινη συνθήκη, όχι μόνο σε σχέση με την εδώ ζωή, αλλά και σε συνάρτηση με το επέκεινα, με τον θαυμαστό ρυθμικό κόσμο του Σύμπαντος και την αύρα που αυτός εκπέμπει. Και επιχειρεί να κοινωνήσει στον αναγνώστη την χαρά της ζωής την οποία βιώνει ο ίδιος ο ποιητής, καθώς και την ολόψυχη επαφή του με το Φως.

Έτσι, ξεκινώντας το βιβλίο του με την ερμηνεία του υπέροχου νεολογισμού «λεξικάνθαρος» τον οποίο δημιούργησε, μας δηλώνει επιγραμματικά: «Λεξικάνθαρος αφθονία φωτός. // Κάθε πρωί ξυπνώ μέσα στα όνειρα //Ξεχειλίζω από ποίηση – άπειρα // Νεαρά υπογάλανα, καθαρά νερά – // Κι ύστερα ξανά μέσα στην ποίηση // Αποκοιμιέμαι… Με του Ποσειδώνα // Την τρίαινα και το μισό οχτάρι, // Αυτό που και σε σίγμα τελικό ομοιάζει. Προσπάθησα ν’ απαλλαγώ από τη μοίρα // Μου, αλλά δεν γίνεται… Αναζητώ λέξεις, // Αναβλύζουν λέξεις, αλιεύω λέξεις, πλάθω // Λέξεις, ικανές να φέρουν επ’ ολίγον εντός // Τους καινούργια νοήματα. Γιατί από τα // Παλιά κουραστήκαμε. Λεξικάνθαρος // Χρυσοκάνθαρος… Ονειροκάνθαρος. // Αυτή ας είναι και η μόνη μας // Προγραμματική σύμβασις.»

Ενώ λίγο παρακάτω προσθέτει: «Αυτοδύτης των μύθων, // Ναι, αυτό ήμουνα. // Γενναίος κι ατρόμητος // Μέχρι το τέλος. // Η σκυτάλη τώρα σε σας. // Αρχαία περιπέτεια // Της ανάγνωσης. // Απολαυστική κι εκ του ασφαλούς.»

Η σκυτάλη λοιπόν στον αναγνώστη, τον έτερο πόλο της ποιητικής  ατράκτου, τον οποίο ο Μπούρας επιχειρεί επιτυχώς να παρασύρει στον χείμαρρο της πληθωρικότατης και πολυδιάστατης γραφής του, της άρρηκτα συνδεδεμένης τόσο με το συνειδητό όσο και με το ασυνείδητο. Μιας γραφής-μοίρας, από την οποία μας εξομολογείται ότι δεν μπορεί να ξεφύγει, και τα ποιήματα της οποίας, άλλα καίρια, μικρά, αποφθεγματικά και άλλα μεγάλα, όλα  με δαψίλεια πυκνών νοημάτων, προβάλλουν καρπός της επίπονης και ψυχικά ανατασιακής εργασίας πολλών δεκαετιών, όχι μονάχα καταυγάζοντας φως, αλλά και αντικατοπτρίζοντας το φως που ζει μέσα στην ψυχή του δημιουργού τους.

Ο Μπούρας, είναι γεννημένος ποιητής. Όπως έχει ο ίδιος δηλώσει, το εκπληκτικό ποίημα του «Σε κάμαρες δυσήλιες // Αυτοπυρπολήθηκα // Και πριν να φέξει η Χαραυγή // Στολήν Αυγερινού // Εντύθηκα // Κι εχάθηκα // Μες στη βροχή», που συναντά κανείς στις πρώτες σελίδες του παρόντος βιβλίου, χρονολογείται από την εφηβεία του ακόμη, ενώ σήμερα, δεξιοτέχνης της γλώσσας και απαράμιλλος γλωσσοπλάστης, υπηρετεί το γοητευτικότατο λογοτεχνικό είδος της ποίησης, τόσο με ευφυία, όσο και με πραγματικό έρωτα: δαψίλεια πνεύματος και ψυχής, εξαιρετικό συναίσθημα, παιδική ευαισθησία, λυρισμός, χιούμορ, και ακατάβλητη αισιοδοξία τον χαρακτηρίζουν.

Τι πιστεύει για την ποίηση; Γράφει χαρακτηριστικά στο ποίημα του «Ποιητική Ιδεολογία», το οποίο μετέφρασε στην ρωσική γλώσσα η υποφαινομένη (σελ. 688) και το οποίο συναντά κανείς επανειλημμένως στο βιβλίο: «Η ποίηση είναι μια υπόθεση σωματική. // Αναπαύομαι στις λέξεις // Όπως οι φακίρηδες στα καρφιά. // Το σώμα είναι ένας κώδικας. // Η γλώσσα ένας άλλος. // Αναζητώ // Για όλους μας // Το δρόμο // Όπου σώμα-γλώσσα // Και ποίηση // Γίνουνται ένα». Κι εδώ, μπορεί να επισημάνει κανείς, τόσο την αντίστιξη του ρήματος «αναπαύομαι» με τους φακίρηδες και τα καρφιά (μαζί με τα αντικρουόμενα συναισθήματα του ποιητή), όσο και την πίστη του στο Όλον, στο Ένα.

Εξίσου, στην 40ή του «προσοχή εις το Αχανές», αποφαίνεται: «Δεν θα μπορούσα να ζω // Χωρίς ποίηση. // Δίχως ποιητές // Η Γη θα ήταν ένα // Εξαιρετικά πληκτικό // Μέρος.»

Έτσι, ο Κωνσταντίνος Μπούρας μετατρέπεται σε έναν ανεξάντλητο πομπό στίχων, με φυσικό και μεταφυσικό υπόβαθρο, τους οποίους συνδυάζει, υφαίνει και πλέκει με μοναδικό φιλοσοφικό και διδακτικό αποτέλεσμα, μεταφέροντάς μας σ’ ένα μακρύ συμπαντικό ταξίδι, κι έχοντας πάντα απώτερο στόχο του να αγγίξει το Φως, και να ενωθεί με το Όλον του Κόσμου: «Επιλέγω να μετατραπεί // Το σκότος μέσα μου // Σε φως γαληνό. // Δεν χρειάζομαι πια // Τίποτα λιγότερο // Για να εξελιχθώ // Προς τα Άνω Πεδία…», γράφει.

Κατά τον ίδιο τρόπο αφήνεται και στην ποιητική παγκοσμιότητα, η οποία υπηρετεί πανανθρώπινες αξίες: μέσα στο βιβλίο του, πάρα πολλά ποιήματα είναι μεταφρασμένα από άλλους ποιητές και μεταφραστές σε όλες τις γλώσσες του κόσμου.

Θα μπορούσαμε να γράψουμε πάρα πολλά ακόμα γι’ αυτό τον πραγματικά ιστορικό ποιητικό τόμο του Κωνσταντίνου Μπούρα. Θα ολοκληρώσουμε όμως αυτό το μικρό αφιέρωμά μας, με ένα από τα αντιπροσωπευτικότερα ποιήματά του, καταστάλαγμα γνώσης και ενσυναίσθησης: «Για κάθε νησίδα αυξανόμενης Εντροπίας στο Σύμπαν // Υπάρχει κι η αντίθετή της, όπου το Χάος υποχωρεί // Κι ο Λόγος επανευρίσκεται. Ισορροπία. //Αυτό που μας φαίνεται δίχως νόημα // Είναι απλώς ένας ρυθμός // Που ο φτωχός ανθρώπινος εγκέφαλός μας // Δεν προλαβαίνει και δεν δύναται // Να παρακολουθήσει, // Ν’ αντιληφθεί εν τέλει πως υπάρχει κάτι // Εκεί έξω // Πλατύτερο από την ανασφαλή // Αλαζονεία μας».

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.