Loading...
ΒιβλιοπαρουσιάσειςΠΡΟΣΕΓΓΙΣΕΙΣ

Δάφνη Μαρία Γκυ-Βουβάλη: Νίκου Χατζηπαπά, Lacrimosus. Εκδόσεις ΟΤΑΝ

Η νέα ποιητική συλλογή του πολυτάλαντου σκηνοθέτη, συγγραφέα και ποιητή Νίκου Χατζηπαπά, «Lacrimosus”, που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις ΟΤΑΝ, διαθέτει, κατά την άποψή μας, το μοναδικό χάρισμα να δένει αρμονικά μεταξύ τους τρεις κύριες τέχνες. Νοερή κι αθέατη συνέχεια της σκηνοθεσίας, δίνει την εντύπωση ότι συνεχίζει μια όμορφη και βαθυστόχαστη συζήτηση που εκείνη άρχισε. Ενώ παράλληλα, δημιουργεί με τους στίχους των ποιημάτων της, τον ένα μετά τον άλλο, ατελείωτους πίνακες ζωγραφικής, γεμάτους με νοήματα και με μια έκρηξη χρωμάτων.

             Τα ποιήματα του «Lacrimosus» δεν είναι αισιόδοξα. Ο τίτλος της συλλογής, στα λατινικά, είναι σαφής: Lacrimosus σημαίνει «δακρυσμένος». Κι αυτόν τον τίτλο, ο οποίος είναι καταγεγραμμένος στο αρσενικό γένος, τον υπερτονίζει ο καταπληκτικός ζωγραφικός πίνακας που με την δύναμη του βλέμματός του κοσμεί το εξώφυλλο (κι αυτός του Νίκου Χατζηπαπά). Έτσι, εδώ έχουμε τίτλο, εξώφυλλο και περιεχόμενο των ποιημάτων να βρίσκονται σε απόλυτη αρμονία, υπογραμμίζοντας έναν ουσιαστικά αυτοβιογραφικό χαρακτήρα του έργου.

            Εν τούτοις, η γραφή του ποιητή εμπεριέχει ένα οξύμωρο σχήμα: τα ποιήματά του, παρόλο το απαισιόδοξο θέμα τους, εκπέμπουν αλαφράδα, χορευτική κίνηση και κυματισμό. Σε καμία περίπτωση δεν μεταδίδουν μελαγχολία και βαρυθυμιά. Λες κι επιδιώκουν να ζωντανέψουν τη χίμαιρα που, όπως εξομολογείται και ο ίδιος στο πρώτο ποίημά του, αποτελεί πυξίδα της ζωής του.

 

«Πενιχρές λέξεις

Πνιγμένες σκέψεις

Αναζητώ την αλυσίδα

Μήπως και ξεφύγει κάποια ηλιαχτίδα

Ακροβατώντας σε μια Χίμαιρα

Της ζωής μου πυξίδα

……………………….» (ποίημα α’).

 

            Το συγκεκριμένο ποίημα μόνο τυχαία δεν ξεκινά τη συλλογή: σ’ αυτό, όπως φαίνεται κι από τους παραπάνω στίχους, ο ποιητής μας γνωστοποιεί κατ’ αρχήν τις διαθέσεις του και τις προθέσεις του, και μας δηλώνει πως είναι μόνος:

 

«………….

Σήμερα

Στον ύπνο μου σε είδα

Της Αγίας Μοναξιάς ανήμερα».

 

            Τι εμπεριέχει αυτή η μοναξιά, και απέναντι σε ποιον υπάρχει; Εμπεριέχει ένα πλούτο ψυχής. Τον πόθο του ποιητή να ονειρεύεται, να ερωτεύεται, (χαρακτηριστικό το β’ ενικό, που υπονοεί κατά την άποψή μας κάποια θηλυκή ύπαρξη), τα ίδια του τα άσπιλα όνειρα και συνάμα την απογοήτευση, το παράπονο, ακόμα και την οργή του που αυτά ξεκληρίζονται. Διότι τα όνειρα ξεκληρίζονται γύρω του και μέσα του από τον κόσμο και την πεζή πραγματικότητα των ανθρώπων, από την ίδια τη ζωή. Αυτή είναι και η ουσία της έκφρασης τούτης της ποιητικής συλλογής: το ξεκλήρισμα των ονείρων από την πραγματικότητα.

 

«Κάθε βράδυ σχεδιάζω

Και το πρωί ανασκευάζω

Τις νύχτες γενικώς ιππεύω

Και το πρωί συνοδεία espresso

Υπνοβατώντας ξεπεζεύω

Η ζωή μου είναι διφορούμενη

Τα βράδια σουρεαλισμός

Και το ξημέρωμα νατουραλισμός

Αν αλλάξω τις λέξεις

Τις νύχτες γενικώς αϋπνία

Και το χάραμα υπνική άπνοια»

 

μας λέει ο Χατζηπαπάς με χιούμορ στο ποίημα β’, επαληθεύοντας παράλληλα, με τους ίδιους του τους στίχους, και τη σχέση της ποίησής του με την ζωγραφική. Ενώ στο ποίημα ε’ γράφει χαρακτηριστικά:

 

«Δάκρυα σπαρμένα

Από τον ήλιο ξεχασμένα

Χαμόγελα στον άνεμο αφανισμένα

Όνειρα εξαρθρωμένα

Σελήνη αλαφιασμένη στο υγρό μονοπάτι

Γυμνά ματωμένα πέλματα

Ξώφρενοι στίχοι

Ποδοπατούν ακονισμένα ξίφη»

 

            Σε όλο το σώμα της συλλογής είναι εμφανή τα δίπολα: όνειρα και πραγματικότητα, φως και αίμα, έρωτας και θάνατος. Μόνο που ο ποιητής αποφεύγει συστηματικά το μαύρο χρώμα. Ακόμα και ο θάνατος είναι, μέσα σε μια εκπληκτική εικόνα, λευκός:

 

«………………………………………

Στήθη λησμονημένα από τον έρωτα

Ξεψυχούν στο ψυχρό – λευκό

Της πανσελήνου φως» (ποίημα ι’)

 

 δείγμα κι αυτό της «πολύχρωμης διαφάνειας» που χαρακτηρίζει τα ποιήματά του.

            Το ξεκλήρισμα των ονείρων είναι ένα δράμα καθημερινό, (δράμα και με την θεατρική σημασία της λέξης), στο οποίο συμμετέχει και παίζει ρόλο ολόκληρη η οικουμένη. Η πραγματικότητα του κόσμου ισοπεδώνει τα πάντα, στεγνώνει, εξαντλεί τα συναισθήματα έως θανάτου, μαραίνει τον έρωτα, εξανεμίζει το μύθο. Παραθέτω από το ποίημα λγ’:

 

«……………………………..

 

Ανεστραμμένα κάτοπτρα

Μισοθαμμένα στη στάχτη

Που τα ηφαίστεια εναπόθεσαν

Πριν οριστικά σιωπήσουν

 

Ανεστραμμένα είδωλα

Κορμιά γυμνά

Θρυμματισμένα

Σκόνη γκρίζα

Που τα σμίλευσε

Η ανάσα της νύχτας

Και η σιωπή της οικουμένης

 

…………………………….…»

 

            Ενώ στο ποίημα ιβ’ διαφαίνεται καθαρά το παράπονο, ακόμη και η οργή του ποιητή, καθώς ξεσπά επαναστατημένος (παραθέτω το ποίημα ολόκληρο):

 

«Πού να ’ναι τα φώτα της πόλης

Γιατί η πόλη σιωπά

Μόνο η ανάσα του ανέμου γλύφει τις ώρες

Ένα μήλο

Ένα αχλάδι

Ένα πακέτο άφιλτρα τσιγάρα

Στο κάγκελο της σιωπηλής πόλης

Πού χάθηκαν τα φώτα μιας πόλης περίκλειστης

Πού να πήγαν οι ώρες

Περίκλειστες στο αχανές

Δύο παλάμες παραδομένες

Σε πέτρινα σύνορα

Σκαλίζουν ψηλαφητά όνειρα

Μιας πόλης δίχως αστέρια

Δίχως φεγγάρια»

 

            Η άφεγγη σιωπή μιας περίκλειστης, και άρα απομονωμένης από κάθε τι ονειρικό, πόλης. Σε όλα τα ποιήματα, η κάθε λέξη έχει και την δική της, βαρύνουσα σημασία. Ένα μεταφορικό σημαίνον κι ένα σημαινόμενο, που ποτέ δεν γράφεται τυχαία. Και το ξεκλήρισμα των ονείρων, μας ζεματίζει. Πάντα λευκό και φως, εναντίον κόκκινου, που συμβολίζει το αίμα. Τα ποιήματα ζ’ και κθ’ είναι καίρια:

 

«Ανάσα κλεψύδρα

Στον αφρό των ονείρων νυχοπατώντας

Στις ακτίνες του ήλιου

Καταμεσής του πελάγου

Ολόγυμνη

Κατάλευκο πέπλο

Στις απαλές ριπές του χρόνου

Κινούμενης άμμου που σταλάζει γαλάζιο

Και σιγοτρέμει σαν νύχτα

Στα βλέφαρα που βαραίνουν

Και σβήνει σαν φλόγα

Που καίει τα σπλάχνα». (ποίημα ζ’)

 

 

«……………………………………

Τις νύχτες τις ιερές της σιωπής

Της άσπιλης

Οι παλάμες πασχίζουν

Να φράξουν

Τις πολλαπλές πληγές

Των μαχαιρωμένων ονείρων που αιμορραγούν» (ποίημα κθ’)

 

            Οι εκπληκτικές, ονειρικές εικόνες, καθώς και ο γλωσσικός πλούτος του  ποιητή, και η γλωσσοπλαστική του ικανότητα, είναι χαρακτηριστικά πανταχού παρόντα στη συλλογή, ενώ ανάμεσα σ’ αυτόν τον φανταστικό, αλλά απαισιόδοξο συναισθηματικό ποταμό, ξεχωρίζουμε και ποιήματα πιο γλυκά, όπου κυριαρχεί το παραμύθι. Από αυτά, ξεχωρίσαμε το καθαρά ερωτικό ιζ’, το οποίο ξεκινά αρνητικά, γι’ αυτό και η μεταβολή του στη συνέχεια επέρχεται «αναπάντεχα», με την προσευχή να διαδραματίζει κυρίαρχο ρόλο, και να υπονοεί ακόμη και την ελπίδα μιας άσπιλης, ονειρικής γέννησης (με τον κρίνο).

 

«Χέρια ξυλιασμένα

Υγρά βουτηγμένα στο λευκό κρύσταλλο

Δυο σταλαγμίτες μετέωροι

Κάτω από το βλέμμα

Εμποτισμένο πορφύρα

Αναπάντεχα

Απροσδόκητα κι αναίτια

Μια προσευχή σαν ψίθυρος

Κρίνος κατάλευκος

Απωθημένος λες χάδι

Στης οικουμένης την ήβη»

 

 

            Θα ολοκληρώσουμε αυτή την μικρή μας κριτική προσέγγιση, με το ποίημα λ’, το οποίο υπερτονίζει την αγωνία του ποιητή, μέσα σ’ έναν κόσμο όπου πάντα, οράματα, ανάσες και λέξεις ψάχνουν απεγνωσμένα την διέξοδο προς το φως. Η σκυτάλη στον «ψαγμένο» αναγνώστη…

 

«……………………….

Λέξεις παγιδευμένες

Αναζητούν την έξοδο

Χαράζοντας

Άδηλα

Πέτρινα

Πορφυρά μονοπάτια».

 

             

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.