Loading...
ΒιβλιοπαρουσιάσειςΠΡΟΣΕΓΓΙΣΕΙΣ

Δέσποινα Καϊτατζή-Χουλιούμη*: Γρηγόρης Τεχλεμετζής, Μυθολογήματα και έντεκα πλην ένα μικρά πεζά, Διήγημα, Εκδόσεις Κέδρος, 2021

                                                                                          

«Ξέρει να γράφει αυτός που ξέρει να βλέπει τα όνειρά του με καθαρότητα […]
ή αυτός που ονειρεύεται τη ζωή, που ξέρει να βλέπει τη ζωή άυλα,
και να τη φωτογραφίζει με τη μηχανή της φαντασίας […]»[1]
  1. Pessoa, Το βιβλίο της ανησυχίας

 

Ο Γρηγόρης Τεχλεμετζής, συγγραφέας και Δ/ντής του έγκριτου λογοτεχνικού περιοδικού «Ο Σίσυφος», παρουσιάζει το βιβλίο του «Μυθολογήματα και έντεκα πλην ένα μικρά πεζά», που κυκλοφόρησε από τις Εκδόσεις Κέδρος, 2021. Αποτελείται από δέκα έξι διηγήματα γραμμένα με πρωτότυπο και ανατρεπτικό τρόπο, όπου καταθέτει με πυκνή, αλληγορική και στοχαστική γραφή θεάσεις, υπαρξιακά ερωτήματα και διλήμματα του ατόμου, κερδίζοντας το ενδιαφέρον του αναγνώστη και προσφέροντας αναγνωστική εμπειρία και ερεθίσματα για αναστοχαστικές διεργασίες. 

 

Το εξώφυλλο κοσμείται από πίνακα της Κατερίνας Τεχλεμετζή, ο οποίος αγκαλιάζει στην κυριολεξία το βιβλίο συνομιλώντας με τον υπαινικτικό λόγο και το ονειρικό του συγγραφέα. 

 

«Το παιχνίδι των λέξεων», (σ. 7), ένα από τα μικρά πεζά, λειτουργεί ως πρόλογος του βιβλίου και αποτελεί μια αλληγορία που πραγματεύεται τις λέξεις και τη γραφή, το συγγραφέα και τον αναγνώστη, τη σημασία και την αναγκαιότητα της γραφής και των λέξεων σε σχέση με τη ζωή και την είσπραξη νοήματος, επίσης τονίζει την σημαντικότητα των λέξεων καθώς ο ψυχισμός του ατόμου δομείται, ανιχνεύεται και μετασχηματίζεται μέσω αυτών, όπως και η λογοτεχνία άλλωστε.

 

Η πρώτη ενότητα με τίτλο «Μυθολογήματα» εμπεριέχει έξι εκτενέστερα διηγήματα, όπου ο συγγραφέας μετασχηματίζει σε λογοτεχνικό αφήγημα την ενστερνισμένη αρχαιοελληνική γνώση. Στους ήρωες του, όπως τον Σίσυφο, την Ξανθίππη, τον Λαέρτη, τον Ησίοδο, αρχετυπικές μορφές της αρχαιοελληνικής γραμματείας, προσδίδει νέα επινοημένα χαρακτηριστικά, αναπλάθει τις ιστορίες τους και τις επικαιροποιεί με ανατρεπτικό τρόπο συνδέοντάς τες με την πολύπλοκη και δύσκολη σημερινή συνθήκη για να αγγίξει πανανθρώπινα και διαχρονικά θέματα και υπαρξιακές ανησυχίες που απασχολούν το άτομο τόσο διαχρονικά, όσο και στη σύγχρονη ζωή.

 

Στο διήγημα «Η απελευθέρωση του Σίσυφου», έχουμε έναν Σίσυφο της γραφής, ο οποίος ενώ είναι αποκαμωμένος από τον βράχο στον ώμο αντλεί δύναμη από τον έρωτά του για την Περσεφόνη (τη ζωή), την οποία αναπολεί, αντιμέτωπος με τον αδυσώπητο χρόνο με τα λιωμένα ρολόγια, όπως αυτό του Σαλβατόρ Νταλί[2], ωστόσο ο έρωτάς του αντίδοτο στη μοναξιά και στο άχθος του βράχου μαζί με τη μνήμη που τον πάει στην παιδική ηλικία τον βοηθούν να μην αφήσει τον βράχο να κατρακυλήσει πάνω του. Τελικά με τη βοήθεια της Περσεφόνης καταστρώνει σχέδιο απελευθέρωσης από τον θάνατο μέσω της γραφής και της αθανασίας των ιδεών.

 

 Στο διήγημα «Λύθιος ο κυνικός» ο συγγραφέας πραγματεύεται τη μάταιη ψευδαίσθηση της κατάκτησης της απόλυτης ευτυχίας, αλλά και τη διάψευση αυτής της ψευδαίσθησης:

            « “Εγώ ψάχνω για κάποιον περιλάλητο σοφό, που ακούγεται ότι κατέκτησε την ευτυχία και τον λένε Λήθιο”

            Άρχισε να τρέμει:

            “Είναι ψέματα, ξένε. Ποτέ δεν υπήρξε πραγματικά αυτός ο άνθρωπος”», (σ. 39).

 

Στο διήγημα «Ξανθίππη» ο συγγραφέας συνδέοντας το παρελθόν με το παρόν, μέσα από την διαπροσωπική σχέση του σπουδαίου φιλοσόφου με τη γυναίκα του, φέρνει στο προσκήνιο την Ξανθίππη για να αγγίξει το γυναικείο ζήτημα εστιάζοντας στη συνθήκη και στο καθημερινό αγώνα της, λέει πχ: «Το δίκαιο δίκαιο και η ηθική ηθική, αλλά με άφηνε να βολοδέρνω όλη μέρα με τα τρία αλαλάζοντα κουτσούβελα και αυτός να πηγαινοέρχεται στην αγορά, να συζητά και να λιάζεται.», (σ. 49), ενώ επίσης αναμοχλεύει σεξιστικές προκαταλήψεις σε βάρος των γυναικών στο χθες όπως και στο σήμερα, πχ:  «-Τί να ξέρεις από φιλοσοφία, γυναίκα πράγμα. Άντε πήγαινε να ρίξεις κάνα φαΐ στην κατσαρόλα», (σ. 49).

 

Στο διήγημα «Ο ανικανοποίητος πόθος του Λαέρτη», (σ. 69) παρακολουθούμε με δραματική ένταση τον απωθημένο έρωτα του Λαέρτη με μια υπηρέτρια όπου τίθεται το θέμα της ικανοποίησης της ερωτικής επιθυμίας σε διαμάχη με την κοινωνική σύμβαση και τα πρέπει του “Υπερεγώ”, καθώς και την σημαντικότητα της ικανοποίησής της, έστω και την έσχατη στιγμή πριν το τελείωμα του χρόνου.

 

Αλλά και στη μυθοπλασία «Οι ημέρες του», (σ. 55), το ίδιο θέμα ανακύπτει, δηλαδή η διαμάχη ανάμεσα στο “πρέπει” και στο “θέλω”. Εδώ το συγγραφικό υποκείμενο μέσα από την μυθοπλασία με ήρωα τον Ησίοδο τελικά αφουγκράζεται, ικανοποιεί τις συναισθητικές ανάγκες του και μιλά γι’ αυτές έστω και σε μονόλογο και έτσι πετυχαίνει ψυχική γαλήνη και ισορροπία.

 

Το ίδιο θέμα, δηλαδή των εσωτερικών συγκρούσεων έχουμε και στο μυθολόγημα με τίτλο «Ο Θεσπιεύς»,(σ. 81), μέσα από την περιγραφή της συναισθηματικής συνθήκης του ενός, του απλού στρατιώτη. Ο  συγγραφέας σκιαγραφεί με επιδεξιότητα κι ευαισθησία βασανιστικά ηθικά διλήμματα που ανακύπτουν στον ανθρώπινο ψυχισμό σε ανάλογες συνθήκες, όπου διακυβεύεται η ζωή του και το ένστικτο επιβίωσης έρχεται σε αντιπαράθεση ωθώντας τον να λακίσει, ενώ ο ηθικός κώδικας και το αίσθημα ευθύνης σε σχέση με τον εαυτό και τις ανάγκες του σε αντιπαράθεση με αυτές απέναντι στο αίσθημα προσωπικής ευθύνης για τον τόπο, τις αξίες, τους άλλους, δηλαδή τις αντιμαχόμενες πιέσεις που δέχεται το “Εγώ” από το “Υπερεγώ” και το “Αυτό” του ατόμου, το δίλημμα π.χ. “να πεθάνει κανείς για τη ζωή (υπεράσπιση της πατρίδας και των αξιών) ή να λακίσει για να κερδίσει πάση θυσία και με όποιο κόστος την επιβίωση”, το οποίο αποτελεί οικουμενικό δίλημμα και το οποίο εγείρει αναστοχαστικές διεργασίες στον αναγνώστη. Τελικά υπερισχύει το αίσθημα της προσωπικής ευθύνης και ο Θεσπιεύς στρατιώτης βρίσκει τη θέση και το ρόλο του μέσα στην ομάδα και την εμπόλεμη συνθήκη, ενώ διατυπώνονται υπέροχες σκέψεις και ιδέες σημαντικές για την εδραίωση του ηθικού κώδικα του ατόμου, όπως: «η ελευθερία να μένουν σκλαβωμένοι στον καθήκον τους.», (σ. 83). «Είμαι ερωτευμένος με τη ζωή αλλά ξέρω να πεθαίνω», «Δεν θα πεθάνουμε. Θα ζήσουν οι πράξεις μας» ή  «Οι ιδέες είναι αθάνατες», (σ. 89). Κι εδώ υπεισέρχεται το ονειρικό, όπου οι νύμφες, όπως και στον Ησίοδο λειτουργούν ως από μηχανής θεός βοηθώντας τους ήρωες να κάνουν τη ορθή για τον ψυχισμό τους επιλογή.

 

Η δεύτερη ενότητα με τίτλο «Δέκα μικρά πεζά» αφορά σε πρωτοπρόσωπες αφηγήσεις  ονείρων, ονειροφαντασιόσεων, ονείρων και σκέψεων, σε στιγμιότυπα και βιωματικές εμπειρίες κάποιες μάλιστα ενύπνιες που γίνονται αφορμές για διάφορα θέματα, όπως η σημασία της φαντασίας, το άγχος θανάτου, το δέσιμό μας με τα πράγματα, το περιττό, η διατάραξη της προσωπικής γαλήνης και γενικά θεάσεις βγαλμένες από την πραγματικότητα, την βιωματική εμπειρία, το όνειρο, την φαντασία και την επινόηση, κάποιες δοσμένες μέσα από το ονειρικό και το φανταστικό.

 

Το τελευταίο μικρό πεζό με τίτλο «Και τώρα;», θα μπορούσαμε να πούμε πως λειτουργεί ως επίλογος, καθώς, σε αντίστιξη με το πρώτο κυρίως όπου σφύζει ο δημιουργικός οίστρος, το φανταστικό και το ονειρικό, εδώ ο ήρωας μέσα από πρωτοπρόσωπο, αφαιρετικό και πυκνό λόγο σκιαγραφεί τη ζοφερή συνθήκη της κοινωνίας της κρίσης, αλλά και του ατόμου σε κρίση και την ενδεχόμενη καταθλιπτική διαταραχή εάν δεν διαχειριστεί την/τις κρίση/σεις του. Εδώ πλέον οι λέξεις δεν αποτελούν δημιουργικό παιχνίδι αλλά έρχονται από έξω από τον αδυσώπητο χρόνο και από τον Άλλον με τη μορφή του εργοδότη που απολύει, έρχονται και χύνονται στο σβέρκο του συγγραφικού υποκειμένου με αποτέλεσμα οι δικές του λέξεις να σκαλώνουν στο λαιμό πνιγμένες, σε συνθήκη κενού, απελπισίας και κατατονίας μετά από απώλεια της εργασίας με ότι αυτό συνεπάγεται. Είναι η άλλη όψη, εκείνη της ζοφερής πραγματικότητας, ενώ τίθεται το ερώτημα αν μπορεί κανείς να αμύνεται τα συναισθήματα κενού και ματαίωσης αναζητώντας ελπίδα και χαρά με την πεποίθηση ότι κάπου εκεί γύρω θα υπάρχουν, καθώς η ζωή είναι Ζωή και “διεκδικεί” με τον τρόπο της να τη ζήσουμε με νόημα και χαρά. Και βέβαια τίθεται εμμέσως το θέμα της αναζήτησης λύσεων μέσω στήριξης και αυτοβοήθειας του ατόμου, αλλά και μέσω κοινωνικοπολιτικής συνείδησης και κοινωνικής ευθύνης. Σε κάθε περίπτωση όχι με βαριεστημάρα, παθητικότητα και πλήξη και το συγγραφικό υποκείμενο τουΤεχλεμετζή ακόμη κι αν αυτοσαρκάζεται και διακωμωδεί λίγο την κατάσταση, σκέφτεται να πάρει τη μοίρα του στα χέρια του και να παλέψει, – άλλωστε το είπε και ο Άρχοντας του Σκότους «Να αγωνιάς. Να έχει ένα σασπένς η κατάσταση.», (σ. 11) – το δηλώνει ξεκάθαρα στην τελευταία παράγραφο που αποτελεί και την τελευταία του κουβέντα με τη φράση: Σας πληροφορώ ότι δεν βαριέμαι καθόλου», (σ. 125-126).

 

Η μυθοπλασία, η αφηγηματική δεινότητα, η αλληγορία των λέξεων και οι στοχασμοί του Γρηγόρη Τεχλεμετζή  κερδίζουν τον αναγνώστη, συνομιλούν μαζί του και τον παρασύρουν στο πρωτότυπο και ανατρεπτικό σύμπαν του βιβλίου, όπου ο χρόνος, το παρελθόν με το παρόν, η συναισθηματική συνθήκη με την πάλη των αντίρροπων δυνάμεων της επιθυμίας και του πρέπει, που κατακλύζουν το “Εγώ”του ατόμου, το πραγματικό με το φανταστικό και το φαντασιακό, το ρεαλιστικό, το ενύπνιο και το ονειρικό διαπλέκονται σε διαρκή και ουσιαστική διαπάλη, αλλά και διάλογο προς αναζήτηση, απαντοχής, νοήματος και αυτοπραγμάτωσης.

Το συγγραφικό υποκείμενο, απευθύνοντας το λόγο και σ’ εμάς τους αναγνώστες του, δείχνει δρόμο για το νόημα της ζωής και για την επίτευξη αυτοπραγμάτωσης αναπαριστώντας τον με γλαφυρό, ονειρικό και υπαινικτικό τρόπο στο μυθολόγημα «Οι ημέρες του» μέσα από την αφήγηση για τον Ησίοδο στο ακόλουθο απόσπασμα:

 «Άρχισε να περπατά, μα ήταν τόσο ζαλισμένος που, αντί να κατευθύνεται προς τα χωράφια,  πήγαινε προς το αντικρινό βουνό. Νόμιζε ότι τα μονοπάτια έστριβαν μόνα τους, αλλάζοντας κατευθύνσεις αυτόβουλα, τόσο που άρχισε να πιστεύει ότι είχε αφεθεί σε μια ανεξέλεγκτη μοίρα.

            Ξέρουν οι θεοί που με πάνε, σκέφτηκε. Πάντα ήμουν ένας τίμιος και ηθικός άνθρωπος, τους αγαπούσα και τους τιμούσα. Σίγουρα θα με προστατέψουν.

            Ένα αεράκι φύσηξε και τα αγριόχορτα λικνίζονταν ρυθμικά σε έναν αόρατο ρυθμό, αποπνέοντας μια μυρωδιά άγριας μέντας, που ηλέκτριζε ευχάριστα.

            Γύρω του κυλούσαν κελαρυστά ρυάκια προς διάφορες κατευθύνσεις και τα πόδια του βουτήχτηκαν στο δροσερό νερό.

            Αναστατώθηκε, μα το αίσθημα ήταν ευχάριστο. Ένιωθε το νερό να τον κατακλύζει αναζωογονητικά και τον ρόχθο να τον κυριεύει. Αισθανόταν μια μεθυστική ευφορία, παρότι νηφάλιος.

            Και τότε η ροή του νερού αναστράφηκε. Μετατρεπόταν ο ίδιος σε πηγή.

            Σε ένα ξέφωτο, σε μια όμορφη λιμνούλα, που λουζόταν κρουνηδόν από το πρωινό φως, έκαναν μπάνιο εννέα όμορφες νεαρές δροσάτες κοπέλες.», σελ. 63-64.

 

[1]       F. Pessoa, Το βιβλίο της ανησυχίας, σ. 29.
[2]    Σαλβαντόρ Νταλί,“Η Επιμονή της μνήμης”,  1931. Λάδι σε μουσαμά 24Χ33 εκ. Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης Νέα Υόρκη.

 

Η Δέσποινα Καϊτατζή-Χουλιούμη είναι κλινικός ψυχολόγος (Msc), μέλος της Εταιρείας Λογοτεχνών Θεσσαλονίκης και εγκεκριμένη μεταφράστρια στο μητρώο του Εθνικού Συμβουλίου Πολιτισμού της Σουηδίας (Kulturrådet). Έχει εκδώσει 5 ποιητικές συλλογές, μια συλλογή διηγημάτων και δυο βιβλία μετάφρασης σουηδικής ποίησης, ενώ δημοσιεύει, ποιήματα, μεταφράσματα, διηγήματα και κριτικές αναγνώσεις σε έντυπα και ηλεκτρονικά λογοτεχνικά περιοδικά. Τελευταίο της βιβλίο είναι η συλλογή διηγημάτων «Ο τόπος μέσα μας», Εκδόσεις Αρμός, 2020.
Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.