Loading...
ΒιβλιοπαρουσιάσειςΠΡΟΣΕΓΓΙΣΕΙΣ

Δέσποινα Καϊτατζή-Χουλιούμη: Κωνσταντίνος Μπούρας, 137 Φάος. Λεξικάνθαρος α-Φθονία φωτός Το ημερολόγιο τής μοναχικής πολυκοσμίας: Τα ποιήματα μιάς ά-Φθονης λιτότητας, Ποίηση, Εκδόσεις Νίκας, 2021, σ. 1450

 «Επιλέγω να μετατραπεί /Το σκότος μέσα μου/σε φως γαληνό.», (σ. 813).

Ο Κωνσταντίνος Μπούρας στον τόμο με τίτλο «37 Φάος. Λεξικάνθαρος α-Φθονία φωτός Το ημερολόγιο τής μοναχικής πολυκοσμίας: Τα ποιήματα μιάς ά-Φθονης λιτότητας», Εκδόσεις Νίκας, 2021, με τις λέξεις του αναβλύζει φως σαν πυγολαμπίδα. Ένας κάνθαρος, ένα σκαθάρι αλλά και αγγείο σπονδής λέξεων που εκχυλίζουν χειμαρρώδεις σε διεργασίες ένωσης με το Φάος, το πρώτο φως, το Εν και το Όλον. Ίσως έτσι θα μπορούσε να ερμηνευτεί ο τίτλος του νέου ποιητικού βιβλίου του με τον νεολογισμό Λεξικάνθαρος που αποτελεί α-Φθονία φωτός.

 

Ένα ποιητικό μυθιστόρημα – ημερολόγιο καθημερινών αποδράσεων μια φωτολατρική αφήγηση του εμβριθή και πολυγραφότατου ποιητή και κριτικού λογοτεχνίας, μέσα από το οποίο σκιαγραφείται και το πορτρέτο του. Πολύτροπος και πολυπράγμων, ευαίσθητος και ενσυναισθητικός πνεύμα οξύ και ανήσυχο με τρυφερή καρδιά μικρού παιδιού.

Για την πληθωρικότητα του λόγου και του προσώπου του θα πει: «Πληθωρικός; Ναι/ μα ποιός μπόρεσε/ Ποτέ/ Ν’ αντισταθεί στη φύση του;», (σ. 809), ενώ στη συνέχεια διαπιστώνει: «EuripidesAthlet/ Ευριπίδης Αθλητής//Κανείς δεν μπορεί να ξεφύγει από τον εαυτό του», (1026-1027).

 

Το ποιητικό υποκείμενο αυτοπαρουσιάζεται ως κοσμική συνείδηση: «Η θεωρία του Παντός: Φάος-φαϊ// Μόνον Εκείνος/Εκείνη σε φτάνει/ που είναι σε όλα ένα μ’ Εσένα./ Είμαι η Κοσμική Συνείδηση/ που διαπερνά τα πάντα,/ που εισχωρεί σε κάθε τι ζωντανό/ και εκδηλώνεται με την εισπνοή/ και την εκπνοή σου… », (σ. 165).  Η πληθωρική, πολυδιάστατη και πολυπρισματική γραφή του Κωνσταντίνου Μπούρα εκχυλίζει από ενστερνισμένα αποστάγματα μυστικισμού και αρχαίας σοφίας, θεάσεις και ιδέες. Η ποίηση και η ποιητική του αφορά σε ενδοψυχικές διαδρομές προς το Μηδ-Έν, προς το άγγιγμα του ορίου προς την ολοκλήρωση , προς το Έν και το Όλον, προς το Φως. Η πορεία αυτή αποτελεί α-Φθονία φωτός. «Έν-τις// βαδίζω πλησίστιος στο Μηδ-Έν/ και το όνομά μου Ού-τις», (σ. 1164), θα ομολογήσει προς το τέλος του τόμου.

 

Κατά τον Οκτάβιο Πας «Η ποίηση είναι η Μνήμη που γίνεται εικόνα και η εικόνα που μετατρέπεται σε φωνή. Η άλλη φωνή δεν είναι η φωνή που βγαίνει από τον τάφο: είναι η φωνή του ανθρώπου που κοιμάται στο βάθος κάθε ανθρώπου. Είναι χιλίων ετών και έχει τη δική μας  ηλικία, και ακόμη δεν έχει γεννηθεί. Είναι ο παππούς μας, ο αδελφός μας, ο δισέγγονός μας.»[1], ενώ  διαμηνύει «Αν ο άνθρωπος λησμονήσει την ποίηση, θα λησμονήσει τον ίδιο τον εαυτό του. Θα ξαναγυρίσει στο αρχέγονο χάος.»[2]. Ο Κωνσταντίνος Μπούρας λες και απαντά: «Από την ποίηση/ Θα μας δώσει σύνταξη/ Μόνον ο Χάροντας.», (σ. 15), ενώ στη συνέχεια στοχαστικός και περίλυπος λες και σε δέηση προσπαθεί να διαταράξει τον εφησυχασμό και την αταραξία μας: «Λυπηθείτε την εποχή/ Που θα λείψουνε/ Μέλισσας/ Και ποιητές.», (σ. 810).

 

Η ποίηση όπως και η ψυχανάλυση αφορά σε ψυχικές διεργασίες μέσα από τις οποίες προσπαθούμε να ερμηνεύσουμε τον κόσμο των αισθήσεων, των σκέψεων και των συναισθημάτων, παράλληλα αποτελεί ένα μυστήριο, καθώς ενέχει κάτι το ανερμήνευτο όπως το όνειρο, όπως η ψύχωση. Η ποίηση βουτά στη θάλασσα του συλλογικού ασυνείδητου και εκμαιεύει υλικό από τα αρχέγονα πράγματα, αγγίζει αρχέγονο πόνο, ιχνηλατεί, ανοίγει δρόμους, προφητεύει.

 

«Η Ποίηση είναι το κατάλληλο μέσο για να εκτονωθεί η ένταση τόσο από το Συλλογικό
Ασυνείδητο όσο και από την Πανανθρώπινη Συνειδητότητα.»
[3], γράφει ο Κωνσταντίνος Μπούρας προλογίζοντας το βιβλίο ποίησης της Γιλά Μοσάεντ, «Μου δίνεις την ελευθερία να μην ανήκω».

Πρόκειται για ποιητικό λόγο που εκφέρεται μέσα από πρωτοπρόσωπες στοχαστικές ρήσεις ή αφηγηματικές ποιητικές ενότητες με ύφος αναχωρητή ή μύστη.

«τετράλογος μιας ζωής// να ζεις σαν πλούσιος,/ να δουλεύεις σαν φτωχός,/ να κοιμάσαι σαν αθώος,/ και να ξυπνάς μακάριος,/ ως άνθρωπος συνειδητός/ που πρέπει να αποδώσει/ τα μέγιστα στην οικουμένη.», (σ. 1149).

 

«Έν-τις// βαδίζω πλησίστιος στο Μηδ-Έν/ και το όνομά μου Ού-τις// Σας ευχαριστώ για αυτή τη μοιραία περί-/ πλάνηση.», (σ. 1164)

 

«Η θεωρία του Παντός: Φάος-φαϊ// Μόνον Εκείνος/Εκείνη σε φτάνει/ που είναι σε όλα ένα μ’ Εσένα./ Είμαι η Κοσμική Συνείδηση/ που διαπερνά τα πάντα,/ που εισχωρεί σε κάθε τι ζωντανό/ και εκδηλώνεται με την εισπνοή/ και την εκπνοή σου… », (σ. 165).

 

Ο έρωτας ως επιθυμία και πόθος, ως έκφανση ζωής και φωτός αποτελεί τον κεντρικό άξονα της ποιητικής και της φύσης του Κωνσταντίνου Μπούρα. 

ΧΑΡΑΖΟΥΜΕ. Χαρά ζούμε, χαράζουμε μια νέα αρχιτεκτονική του Πόθου… (σ. 806), γράφει και  στη συνέχεια σκιαγραφεί την ερωτική επιθυμία του σώματος: «Και τα σώματα… αχ, τα σώματα/ Αχνοφέγγουν αδιόρατα/ Κάθε φορά που φυραίνει μέσα τους/ Η επιθυμία,/ Της εξακτινώσεως ο πόθος,/ Η νοσταλγία να αμαρτήσουν/ Πάλι στην Παράδεισο…», (σ. 831-30).

 

Στην 1η από τις  «Τριακόσιες προσοχές για το Αχανές», (σ. 25-147 δηλώνει:

«Η ποίηση είναι μια υπόθεση σωματική.

Αναπαύομαι στις λέξεις 

όπως οι φακίρηδες στα καρφιά.

Η γλώσσα είναι ένας κώδικας.

Το σώμα ένας άλλος.

Αναζητώ για όλους μας τον δρόμο

Όπου σώμα και Ποίηση γίνουνται Ένα.», (σ. 25).

Αναζήτηση της ένωσης λοιπόν του ενιαίου του όλου. Αυτό το έξοχο ποίημα είναι ένα από αυτά που επέλεξα να μεταφράσουμε με τη Σουηδή φίλη Ίνγκεγερντ Τέλεσταμ, το οποίο περιλαμβάνεται στις σελίδες 687-799 στην ενότητα με τα μεταφρασμένα ποιήματά σε 12 διαφορετικές γλώσσες και σε σε δίγλωσση μορφή.

Στη συνέχεια ο ποιητής μας εξομολογείται για ποιους γράφει στην 364η:

«Ναι, οι φίλοι χάνονται./ Αποσύρονται στη σιωπή,/ Στις σκιές./ Απομένει το ίχνος τους/ Στο χαρτί./ Γι’ αυτούς γράφω.», (σ. 147), ενώ ευχαριστεί τους εχθρούς κι ευγνωμονεί τους φίλους στην 365η: «Ευχαριστώ τους εχθρούς/ Αφού με έκαναν καλύτερον/ Τεχνίτη./ Ευγνωμονώ τους φίλους/ Γιατί με έκαναν καλύτερον/ Άνθρωπο.», (σ. 147).

 

«θα πεθάνω διάτρητη από φως,/ όταν έχω πατήσει κάθε ευκαιρία με το πόδι μου, θα φύγω από τη ζωή/ χαμογελώντας.»[4]  άδει η σπουδαία Φιλανδο-σουηδή ποιήτρια Έντιθ Σέντεργκραν. Ο Μπούρας επαυξάνει: «Επιλέγω να μετατραπεί /Το σκότος μέσα μου/σε φως γαληνό.», (σ. 813).

Ζητούμενο η αναζήτηση και η πορεία προς το Φάος και το Παν. «Παραβολικές πτήσεις/ Σαν τα χελιδόνια/ Με τον Ίκαρο// Όμως η πραγματική ουσία/ Το όντος ον Στην ενσυναίσθηση/ Του Παντός/ Συν-από-δια-κατά-αμφί/ παρά-μετ΄-ανά-περί-αντί-/λέγεται», (σ. 1319).

 

 Ο ποιητής πετά βότσαλα ή μήπως τα σμιλεύει με την ποιητική φωνή του, όπως τα κύματα της θάλασσας, με στοχαστικές μεταφορές ; «Εκατόν έντεκα στρογγυλά βότσαλα», (σ. 148-176). Δύσκολο να διαλέξει κανείς, επιλέγω το 3ο: «Το Σύμπαν κινέζικο φίδι-πυροτέχνημα/ Κρύβει γωνιές και πλευρές/ Που δεν θα μπορέσουμε ποτέ/ να επι-σκεφτούμε.», (σ. 176).

 

Στις «Τριάντα τρεις δεήσεις προς τον Πρωταρχικόν Δημιουργόν απάντων», (σ. 177-183) μέσα από αντιστίξεις και αντιθέσεις σκιαγραφεί το ενιαίο και το Όλο, σηματοδοτώντας το επιμέρους, όπου  η σκιά είναι η σιαμαία αδελφή της αχτίδας, οι φωτεινοί φαντασιώνονται τους σκοτεινούς και τανάπαλιν, το Σκοτάδι καταλαμβάνεται από Φως, ενώ στις «Είκοσι και πέντε “προσευχές” ταπεινών και αδύνατων όντων», (σ. 184-215), η φάλαινα αναρωτιέται πώς μπορεί να είσαι καλή μάνα όταν έχεις αλλόμορφο μωρό κι ο ταλαίπωρος ποιητής παρακαλεί την Μούσα Ερατώ για έμπνευση να γράφει τα ποιηματάκια του χωρίς να ενοχλεί κανέναν, ιδιαίτερα την εξουσία, σαρκάζοντας τους ποιηματογράφους[5].

 

Καταγράφει «Τριακόσια εξήντα πέντε ημερολογιακά ποιήματα», (σ. 216-543), τα οποία αποτελούν δημιουργικές εκφάνσεις κι εκφράζουν αγωνίες, θεάσεις και στοχασμούς του ποιητή σε συγκεκριμένους τόπους και ημερομηνίες από τις 25/10/2016 έως τις 18/1/2018) και φανερώνει ένδεκα κριμένα ποιήματα και γραφές εμπνευσμένες από διάφορα αρχαιοελληνικά μνημεία με απαράμιλλη αρχαιογνωσία και αρχιτεκτονική χώρου, όπως αυτά της Ακρόπολης, του θεάτρου της Επιδαύρου κλπ., όπως επίσης και πρώτες βοήθειες ποιητικής και κάποια ονομαζόμενα καταληκτικά ποιήματα, (σ. 537-609).  

 

Στο «Εικονοστάσιο επωνύμων φίλων», (σ. 610-618) αφιερώνει ποιήματα σε ομότεχνους και φίλους σε συνομιλία με την ποιητική τους, με ευαισθησία, γενναιοδωρία, ευγνωμοσύνη και έμπνευση, για κάποιους μάλιστα όχι μόνο με ένα ποίημα, όπως για τον Ντίνο Σιώτη και τη Ζωή Σαμαρά για την οποία γράφει με θαυμασμό και στο «Θεσσαλονίκη ποιητομάνα// Ζωή Σαμαρά:ψυχούλα, ψυχάρα//Στην Ατλαντίδα θα ήσουν ιερέας/Στην Φαραωνική Αίγυπτο γεωμέτρης,/ αστρονόμος, αρχιτέκτων.», (σ. 1060).  Διαβάζουμε 18  χαϊκού εμπνευσμένα από εικαστικές δημιουργίες του Ζαχαρία Ρόχα και 24 χαϊκού,  της διασποράς, όπου κάποια είναι ντροπαλά, της αγάπης και του άκρατου πόθου, όπως: «Πάρε με φίλα…/ Χαλινάρια του πόθου/ Αμέσως λύσε», (σ. 623) και συνεχίζει με 31 παραλειπόμενα, με 112 επείγουσες κλήσεις και τέλος με την ελεύθερη ανάπλαση του αρχαιότερου ερωτικού ποιήματος από τη Σουμερία , (σ. 685-86).

 

Τα πρωτότυπα ποιήματα στη συλλογή αποτελούν διάφορα αριθμημένα ποιήματα ή  συνθέσεις ποιημάτων, όπως π.χ. Επίμετρο πρώτο, δεύτερο κλπ έως το τεσσαρακοστόν έβδομον, ενώ ακολουθούν «33 Μυστικά, αλλά όχι κρυμμένα Το λακονίζειν», (σ. 950-986), για να συνεχίσει ο «Δεύτερος επίλογος », (σ. 987).

 

Παραθέτω απάνθισμα στίχων, όπου δίνει την ποιητική αποτύπωση της αίσθησης της ευτυχίας:  «Ευτυχία είναι για τον Κωνσταντίνο Μπούρα// Όταν σπέρνεις λουλούδια αντί να τα κόβεις.// Όταν συμπάσχεις και συμπονείς…//Όταν δεν φοβάσαι τον θάνατο και χαίρεσαι τη ζωή.// Όταν διαβάζεις περισσότερο από όσο γράφεις.// Όταν ακούς περισσότερο απ’ όσο μιλάς.// Όταν μετράς τις ώρες με τα χαμόγελα των άλλων.// Όταν δεν κάνεις εκπτώσεις.», (σ. 146-1047)

 

Στη συλλογή υπάρχουν διάχυτα ευαισθησία του ποιητή για το περιβάλλον και το οικολογικό ζήτημα, η  κοινωνική ευαισθησία και τα συναίσθημα ενσυναίσθησης και συμπόνιας για κάθε αδύναμο, έχοντας επίγνωση της ευαλωτότητας του καθενός μας: «Πρόσφυγες είμαστε όλοι στα μάτια Του Θεού// Πρόσφυγες είμαστε όλοι στα μάτια Του Δημιουργού/ που περιμένουμε να μας σπλαχνιστεί», (σ. 1085)

 

Διακατέχεται από ωκεάνιο συναίσθημα γράφοντας κι άλλα, λες και αναζητά ν’ αγγίξει το ανείπωτο: «Ποιήματα που θα ήθελα να γράψω:// Ωκεάνιο συναίσθημα/ κάθε φορά που με τη θάλασσα/ ζευγαρώνω/ ουρανός κυκλοθυμικός/ ανάμεσα στο φιλί και στο μαχαίρι», (σ. 195).

 

Σπαρακτικά αλλά και με συγκατάβαση προς στην ανθρώπινη μοίρα μας, την αναπόφευκτη βιολογική φθορά μας και το θάνατο εκφράζει την «Τελευταία επιθυμία// Στη Ριτσώνα να με κάψετε,/ στη Ριτσώνα!», (σ. 1170).

 

Με τη μνήμη της παιδικής αθωότητας, της ηλικίας της πρώτης πατρίδας κι αφουγκραζόμενος το παιδί μέσα του, συγγράφει παιδικούς στίχους, όπως το :«Αγγελούδι/ Αγγελουδάκι/ Είμαι ένα μικρό παιδάκι./ με σοφία, Γνώση και Χαρά/ Σχολείο ανοίγω τα φτερά.», (σ. 1308-1313). 

Προς το τέλος κάνοντας μια αποτίμηση και αυτοαξιλόγηση γράφει «Τα ανείπωτα//Ήρθα, είδα, εργάστηκα…/ Δροσιά μενεξεδένιας φλόγας/ Έσπειρα.», (σ. 1302), διαδηλώνει την ακράδαντη πίστη του στην ποίηση και την αναγκαιότητά της: «Μια μέρα χωρίς ποίηση/ χαμένη μέρα, Φωτιά παίρνει/ Ο εγκέφαλος/ Κι η πυροσβεστική/ Αμήχανη μένει/ Στο προφανές/ Μέρα με ποίηση/ Ζησμένη μέρα./ Και τα αόρατα πιάνουν/ Φωτιά/ Η πυρκαγιά της ύπαρξης…», (σ. 1318).

 

 Αναρωτιέται κανείς από πού αντλεί τόσο φως ο ποιητής; Στο ημερολόγιο… στις 26/5/22017 ίσως να αποκαλύπτει κάτι από το τραύμα: «Το γαλανομάτικο φωτεινό παιδί στη φωτογραφία με το συννεφιασμένο βάθος//Όμως τα φωτεινά σου μάτια στη φωτογραφία/Γαλανός ουρανός η διαφάνεια του προσώπου//Μεγαλύτερη όμως ομηρία/ Υπάρχει άραγε/ Από το τελώνιο εντός σου/ Που να εκφραστεί επιθυμεί/ Με στιχάκια και ξόρκια/ Για μια πανούκλα/ Που πέρασε προ πολλού/ και θέρισε απειράριθμους/ Στο διάβα της;…»

 

Πρόκειται για αυτοβιογραφική ποίηση και συνάμα καθρέφτη του συλλογικού είναι μας. Δεν είναι εύκολο να παρουσιαστεί στην ολότητά του το πλούσιο, απλό και λαβυρινθώδες, πολυπρισματικό και πολυδιάστατο έργο του Κωνσταντίνου Μπούρα, το πόνημα για το Πάν και το Εν του πολυσχιδή ποιητή. Δεν έχουμε παρά να ανατρέχουμε στην αισθητική εμπειρία της ανάγνωσής του, όπου μπορούμε να απολαμβάνουμε την ομορφιά και την σοφία του, αναστοχαζόμενοι τη χαρά και τη βαθύτερη ουσία της ζωής, της ποίησης, της ανθρώπινης ύπαρξης και του Κόσμου που μας περιβάλει, του οποίου αποτελούμε μικρογραφία και αδιαίρετο μέρος του.

 

 

 

* Η Δέσποινα Καϊτατζή-Χουλιούμη είναι κλινικός ψυχολόγος (Msc) και μέλος της Εταιρείας Λογοτεχνών Θεσσαλονίκης (ΕΛΘ). Έχει εκδώσει 5 ποιητικές συλλογές, μια συλλογή διηγημάτων και δυο βιβλία μετάφρασης σουηδικής ποίησης, ενώ δημοσιεύει, ποιήματα, μεταφράσματα, διηγήματα και κριτικές αναγνώσεις σε έντυπα και ηλεκτρονικά λογοτεχνικά περιοδικά. Τελευταίο της βιβλίο είναι η ποιητική συλλογή «Όλα σιγούν εκκωφαντικά ηχούν ακατάληπτα», Εκδόσεις Ρώμη, 2020.

 

 

 

 

 

 

 

 

[1]           Οκτάβιο Πας, Η άλλη φωνή, μτφρ.: Πέγκυ Πάνου, Εκδόσεις Αλεξάνδρεια, Αθήνα 1991, σ. 185-6.

[2]               Οκτάβιο Πας, Η άλλη φωνή, ό.π., σ. 190.

[3]          Κωνσταντίνος Μπούρας, πρόλογος στο Γιλά Μοσάεντ, Μου δίνεις την ελευθερία να μην ανήκω, μτφρ. Δέσποινα Καϊτατζή-Χουλιούμη, Εκδόσεις Βακχικόν, Αθήνα 2021, σ. 9.

[4]          Edith Södergran, Samlade dikter, (μετάφραση των στίχων: ΔΚΧ., Bokförlaget Wahlstöm & Widstrand, 2018, σ. 138. 

[5]             Ο Νίκος Φωκάς… εισήγαγε τη διάκριση μεταξύ ποιητών και ποιηματογράφων. https://www.avgi.gr/entheta/anagnoseis/393567_poiites-kai-poiimatografoi      

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.