Loading...
ΔΙΑΝΘΙΣΜΑΤΑΙδέες

Δημήτρης Γαβαλάς – Γιώργος Ρούσκας. Μια Συζήτηση για την Ποίηση

Α

Γ. Ρ. Πολλές φορές σε ποιήματά μου τα οποία έχουν μαθηματικές αναφορές, αφορμές ή προεκτάσεις, αλλά και σε κριτικές λογοτεχνίας στις οποίες χρησιμοποιώ στατιστική ανάλυση, υπολογιστικά και γραφιστικά-παραστατικά εργαλεία, βλέπω ότι ενώ στην πρώτη επαφή του αναγνώστη αυτό ξενίζει, στη συνέχεια γίνεται όχι μόνο αποδεκτό, αλλά εξελίσσεται σε πηγή στοχασμών και ενίοτε σε έναυσμα για αλλαγή στάσης απέναντι στο βολικό στερεότυπο ότι οι λεγόμενες κλασσικές επιστήμες είναι ξέχωρες και διάφορες από τις θετικές. Αρχίζει δηλαδή να γίνεται απτό αυτό το οποίο διαισθητικά γνωρίζει μέσα από αρχέγονες καταγραφές ο κάθε άνθρωπος: όλα είναι ένα. Επειδή όμως «όλα» είναι πάρα πολλά για να χωρέσουν σε έναν εγκέφαλο, γι’ αυτό προέκυψε ο καταμερισμός και ο καταμερισμός του καταμερισμού καθώς αυξάνεται η γνώση, με αναγκαίο φαινόμενο τις εξειδικεύσεις. Ως πολιτικός μηχανικός το γνωρίζω καλά: η επιστήμη αυτή προϋποθέτει άριστη γνώση τουλάχιστον μαθηματικών, φυσικής, χημείας, υπολογιστών, τεχνολογίας υλικών αλλά και γλώσσας. Εσύ ως μαθηματικός, αλλά και ως εκπαιδευτικός, πώς το έχεις εισπράξει ως τώρα;

Δ. Γ. Όταν υπήρχε στα ΚΝΛ και ένα δικό μου ποίημα, το «Φανταστική Γεωμετρία» στο Γυμνάσιο, επειδή ήμουν συγχρόνως εκπαιδευτικός, οι συνάδελφοι φιλόλογοι με καλούσαν στις τάξεις τους να παρουσιάσουμε αυτό το ποίημα. Η πρώτη ερώτηση που έκαναν οι μαθητές ήταν «μα εσείς είστε μαθηματικός, τι δουλειά έχετε με την ποίηση, αυτή είναι για τους φιλολόγους». Αυτά μαθαίνουμε στα σχολεία και στην κοινωνία, γι’ αυτό ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα σήμερα είναι ο κατακερματισμός της γνώσης και η εξειδίκευση, αφού έχουμε παράλληλα εκθετική αύξηση της πληροφορίας. Όμως, ήδη από τη δεκαετία του ’50 έχει επισημανθεί το ζήτημα και έχει τεθεί ώστε να βρεθούν λύσεις. Σε επιστημονικό επίπεδο η απάντηση είναι η διεπιστημονικότητα (transdisciplinary) και σε επίπεδο εκπαίδευσης η διαθεματικότητα, την οποία προωθήσαμε το 2000 και μετά.

 

Σήμερα λοιπόν έχουμε από τη μια τα λεγόμενα STEMH και από την άλλη τα Humanities. STEM-H σημαίνει Science – Technology – Engineering – Mathematics – Health και Humanities οι Ανθρωπιστικές Σπουδές. Μέσα όμως σε αυτές τις δυο πολύ μεγάλες κλάσεις υπάρχει τεράστιος κατακερματισμός και εξειδίκευση. Πρέπει λοιπόν να βρεθεί τρόπος χρήσιμης και αποτελεσματικής σύνθεσης και ενοποίησης όλων αυτών. Αυτό είναι το λεγόμενο «Πρόβλημα των δυο Πολιτισμών» που πρώτος έθεσε ο C. P. Snow. Μπορεί κάποιος να δει το βιβλίο του που κυκλοφορεί στα ελληνικά Οι δυο Κουλτούρες. Έτσι έχουμε τις Επιστήμες με την Τεχνολογία από τη μια και τις Τέχνες από την άλλη και αναζητείται η Τεχνο-Επιστήμη, δηλαδή ενιαιοποίηση των μέχρι τώρα διασπασμένων μελών της γνωστικής ολότητας.

 

Δυστυχώς αυτά τα ζητήματα δεν προχωρούν στην ελληνική κοινωνία, δεν μας απασχολούν καθόλου. Αυτό φάνηκε και στην αποτυχία της προσπάθειας εισαγωγής της διαθεματικότητας στην εκπαίδευση, αλλά και στην απήχηση που (δεν) έχουν στην ποίηση τέτοιες προσπάθειες. Ελάχιστοι ασχολούνται με τη συνιστώσα του όλου θέματος που λέγεται «Ποίηση και Μαθηματικά», αν και, πλην εμού που αρθρογραφώ συνεχώς για το θέμα, υπάρχει ο Θ. Τριανταφύλλου που έχει παρουσιάσει μέχρι σήμερα τρία σχετικά βιβλία, λίγο παλαιότερα υπήρχε ο Σ. Μπαλής και άλλοι που ασχολούνται γενικότερα με τη λεγόμενη «Μαθηματική Λογοτεχνία». Θυμάμαι ένα παλιό φίλο ποιητή της γενιάς μου που μου έλεγε, επειδή χρησιμοποιούσα μαθηματικούς όρους στην ποίησή μου από τη δεκαετία του ’70, «δεν περνάνε αυτά στην ποίηση και όπου χρησιμοποιήθηκαν απέτυχαν». Υπάρχει και μια ακτίνα αισιοδοξίας ότι κάτι προχωράει με όσα σχετικά γίνονται τα τελευταία χρόνια. Όσο για το διεθνές επίπεδο, εκεί υπάρχουν τμήματα στα πανεπιστήμια, εκδόσεις, ανθολογίες, διεθνείς συναντήσεις όπως το Bridges, περιοδικά, διδακτορικά κτλ. που ασχολούνται με όλα αυτά.

Γ.Ρ. Είδες όμως που και πάλι προσπαθεί να γίνει διαχωρισμός; Επιστήμες από τη μια, Τέχνες από την άλλη. Κι όμως, τα υλικά του ζωγράφου είναι προϊόντα επιστήμης, το χαρτί και οι ηλεκτρονικοί υπολογιστές που χρησιμοποιούν οι λογοτέχνες είναι βιομηχανικά επιστημονικά προϊόντα, το αρμόνιο το ίδιο, κοκ. Άλλωστε προϊόν τέχνης δεν είναι ένας ουρανοξύστης στο Ντουμπάι, ένα ξύλινο ιστιοπλοϊκό σκάφος, ένα πέτρινο γεφύρι στην Ήπειρο, μια παλιά ταλαιπωρημένη πόρτα σε ένα ετοιμόρροπο διατηρητέο της Αθήνας;

Έχω τη βιωμένη πολλάκις πλέον αίσθηση ότι στην αγκαλιά της Τέχνης, άρα και της Ποίησης, χωράνε όλες οι επιστήμες και όχι μόνο. Και το αντίστροφο, κάθε επιστήμη έχει χώρο για την Ποίηση, είτε κυριολεκτικά, είτε ως Δημιουργία, από το «ποιώ». Το καυτό ερώτημα είναι όταν σε ένα Ποίημα εμφιλοχωρούν λ.χ. Μαθηματικά,  το επηρεάζουν, το αλλοιώνουν, το διαμορφώνουν, πόσο και πώς; Η μαθηματική σκέψη, βασισμένη στη «Λογική» με την αντίστοιχη Ανάλυση και Σύνθεση, μήπως κάποτε στερεί από το ποίημα την αυθεντικότητά του, την επικοινωνία με την «ψυχή» κατά Αριστοτέλη, το θυμικό, την αυθόρμητη έκφραση; Μήπως το οδηγούν σε ήδη δουλεμένα σε άλλους τομείς μονοπάτια; Μήπως κάποια ποιήματα επηρεάζονται τόσο ώστε να καταντούν υπερβολικά «λογικά» ή προβλέψιμα; Το έχω δει κάμποσες φορές. Κι αυτές οι επιρροές, πόσο συνειδητές είναι; Θα είχε ενδιαφέρον να μπορούσαμε να δούμε τι θα έγραφε ένας Ποιητής ο οποίος έχει ένα χα επάγγελμα και μία ψα επιστημονική κατάρτιση σε ένα ζα πεδίο, και τι θα έγραφε ο ίδιος –ίσως αυτό μπορεί να γίνει κάποτε αν καταφέρουμε να ταξιδέψουμε στον χρόνο– με ένα χβ επάγγελμα και μία ψβ επιστημονική κατάρτιση σε ένα ζβ πεδίο, κοκ. Πέρα από τον ψυχισμό, την ιδιοσυγκρασία, την προσωπικότητα, τις ιδιαιτερότητες, επηρεάζει την Ποίηση το επάγγελμα; Η επιστημονική κατεύθυνση; Είναι ξέχωρα από αυτήν ή συμφωνείς με την άποψή μου, ότι δηλαδή άπαντα συνεργάζονται με όλο το είναι του δημιουργού –συνειδητά και ασυνείδητα– ώστε να προκύψει ο ποιητικός καρπός, μιας και το «είναι» του δημιουργού Ποιητή κάθε δεδομένη στιγμή είναι μία Ολότητα όλων όσων ως τότε εντός του φέρει;  

Δ. Γ. Θεωρώ ότι η ουσία δεν αλλάζει με όλα αυτά που υποθέτεις ότι συμβαίνουν, δεν υφίσταται δηλαδή μετουσίωση, αλλά απλώς μεταμόρφωση, μετασχηματισμός. Η μορφή μπορεί να αλλάζει, το ποίημα ως υπόσταση και ουσία παραμένει ταυτοτικό. Είναι πολύ πιθανό ότι, αν αντί για μαθηματικός ήμουν φιλόλογος ή νομικός κτλ., η ποίησή μου θα εκφραζόταν διαφορετικά, ίσως χρησιμοποιούσα όρους πιο οικείους σε μένα, όπως ακριβώς κάνω τώρα με τα Μαθηματικά. Αλλά θεωρώ επίσης ότι ουσιαστικά δεν θα έγραφα διαφορετικά πράγματα. Είναι σαν το υγρό στο δοχείο: αν το βάλω σε κυκλικό δοχείο θα πάρει αυτό το σχήμα, το κυκλικό, αν το βάλω σε τετράγωνο θα πάρει το άλλο, το τετράγωνο. Έχω διαμορφώσει ένα κοσμοείδωλο, εν πολλοίς ασυναίσθητα, μέσα σε αυτό μπαίνει η ποίηση όταν λειτουργεί και εκφράζεται και παίρνει μορφή σύμφωνη/ συμβατή με αυτό. Υπάρχουν φυσικά και κατασκευές και πλαστά πράγματα που κάνουν τον γνώστη να χαμογελά, αλλά υποθέτω ότι δεν μιλάμε γι’ αυτά. Δυστυχώς υπάρχουν και χειρότερα –ο C. G. Jung λέει ότι «ο νευρωτικός ποιητής κάνει νευρωτικά ποιήματα. Όσο πιο νευρωτικό είναι ένα ποίημα, τόσο λιγότερο είναι δημιουργικό έργο τέχνης και τόσο περισσότερο ένα σύμπτωμα αρρώστιας». Θυμάμαι ακόμα, μετά πολλά χρόνια, όταν μια ποιήτρια με αποπήρε λέγοντάς μου ότι δεν κάνω για ποιητής γιατί είμαι λογοκρατούμενος και όχι αρκετά άρρωστος. Δυστυχώς αυτή την αντίληψη έχουν ακόμα πολλοί, οι οποίοι χρησιμοποιούν την ποίηση προς ίδιον όφελος. Πάντως, σίγουρα η ποίηση είναι ολιστική/ συνθετική τέχνη (ars combinatoria) και καθόλου «άρρωστη», μια δημιουργία με νόημα και όχι α-νόητη για ανόητους.

 

Β

Γ.Ρ.    Μεγάλο ζήτημα η αρρώστια και η επίδρασή της στην τέχνη. Υπάρχουν περιπτώσεις όπου σωματικές διαταραχές, ειδικές ανάγκες ή διανοητικές ή ψυχικές ιδιαιτερότητες, οδηγούν σε αυξημένη ενσυναίσθηση, ευφυία ή φαντασία και πολλές φορές διευκολύνουν την απευθείας επικοινωνία με την Άυλη Δεξαμενή Ποιητικού Ύδατος, με αποτέλεσμα την παραγωγή ξεχωριστού ποιητικού λόγου. Υπάρχουν όμως και πολλές περιπτώσεις όπου εξ’ ίσου ικανοί ποιητές είναι «κανονικοί» (βάσει αξιωμάτων και κανόνων στατιστικής), καθ’ όλα φυσιολογικοί άνθρωποι. Παραδείγματα πολλά, τοις πάσι γνωστά. Κοινά τους γνωρίσματα; (α) Αυξημένη ευαισθησία, (β) αγάπη για τη γλώσσα, (γ) έντονα βιώματα ή στερήσεις, (δ) προαισθήματα – οραματισμοί, (ε) ο πόνος. Άπαντα, γενεσιουργές αιτίες των ποιημάτων.

Δ. Γ. Το δημοφιλές ζήτημα των ορίων ανάμεσα στην ιδιοφυία και την τρέλα! Θα μου επιτρέψεις όμως να ξεπεράσω αυτό το θέμα για τον απλούστατο λόγο ότι για μένα δεν είναι αυτό το θέμα. Απλώς θα υπενθυμίσω αυτό που λέει και ο Jung: ο νευρωτικός ποιητής κάνει νευρωτικά ποιήματα. Όσο πιο νευρωτικό είναι ένα ποίημα, τόσο λιγότερο είναι δημιουργικό έργο τέχνης και τόσο περισσότερο ένα σύμπτωμα αρρώστιας. Θεωρώ ότι μιλάμε για πράξη δημιουργίας και σε μια τέτοια οφείλουμε να έχουμε φροντίσει να είμαστε όλοι «καθώς πρέπει».

 

 

Γ.Ρ. Το έθιξα γιατί εσύ αναφέρθηκες στην πεποίθηση της ποιήτριας που σου είπε ότι «δεν κάνεις για ποιητής γιατί είσαι λογοκρατούμενος και όχι αρκετά άρρωστος».  Όσον αφορά στο τι είναι η ποίηση, συμφωνούμε απόλυτα φίλε μου, σαφώς και για μένα η ποίηση είναι ολιστική τέχνη και συνθετική, με πρώτη ιδέας ύλη όχι μόνο την υπάρχουσα γνώση, επιστήμη, πληροφορία, αλλά και το βίωμα και πέραν αυτού τη φαντασία, το ένστικτο και κάθε προσβάσιμο σε αυτήν πεδίο (συχνά μόνο σε αυτήν) του συνειδητού ή του ασυνείδητου. Προικισμένη με την υπέρτατη Αξία, την Ελευθερία, η Ποίηση μπορεί να ίπταται πάνω από τα πάντα και συνάμα να τα χωρεί όλα στην αγκαλιά της. Όπως το πεντάγραμμο είναι δεδομένο, οι νότες και τα μέτρα συγκεκριμένα, αλλά η μουσική κάθε φορά μοναδική, ελεύθερη και  μη πεπερασμένη, όπως τα βασικά χρώματα είναι συγκεκριμένα και οι βασικές τους αποχρώσεις υπαρκτές και διαθέσιμες, αλλά το έργο ζωγραφικής κάθε φορά βγαίνει μοναδικό και ανεπανάληπτο, έτσι το ποίημα, με υλικά τις λέξεις, συνθέτει με ελευθερία μία ολότητα μοναδική, ανεπανάληπτη, ολοκληρωμένη, διαχρονική. Είναι η μίξη, ο συνδυασμός, ο τρόπος, η πύκνωση, ο ρυθμός, η δόνηση, είναι και κάτι ανεξήγητο που σε κάνει να καταλαβαίνεις ότι πρόκειται για τέχνη και όχι για κατασκευή. Νοητικές  διεκπεραιώσεις, συγκινησιακές εξάρσεις, ναρκισσιστικές γραφές ή σκευάσματα κατά παραγγελία, ρετσέτες της λεγόμενης δημιουργικής γραφής, επειδή ακριβώς κινούνται μακριά από την ουσία και γεννιούνται με περιορισμένη ελευθερία, υποταγμένες εδώ ή εκεί, αργά ή γρήγορα εξοβελίζονται από της τέχνης το σύμπαν. Σκέφτομαι συχνά τελευταία πως εκτός από τον Έρωτα, μόνο στην Τέχνη βιώνεται η απόλυτη ελευθερία, παρά τη δέσμευση του υλικού, της γλώσσας εννοώ.  Η  τέχνη, η ποίηση εν προκειμένω,  χρησιμοποιεί τη γλώσσα και φτιάχνει φτερά για να πετάξει λεύτερη στον ουρανό. Πώς το βλέπεις εσύ; 

Δ. Γ. Κάπου έχω ξαναπεί ότι η ποίηση βέβαια είναι μία, άνεμος που όπου θέλει πνέει, όπως το πνεύμα, αεράκι αναψυχής με το ψύχος της ψυχής, υπόσταση αέρινη που παίρνει το σχήμα του φορέα της, όπως μας διδάσκει η φύση. Έτσι οι ποιητές είναι πολλοί, φορείς αυτού του δημιουργικού Ένα, που είναι η ποίηση, της προσφέρουν τις εμπειρίες, τη σκέψη, τα αισθήματα, τις αισθήσεις, τις διαισθήσεις, τη φαντασία τους, να εκφραστεί, να έρθει στον κόσμο. Η ποίηση, ως όντως ον, δεν μπορεί να είναι καθαυτή αντικείμενο επιθυμίας ή συνείδησης, ούτε υπόκειται στη βούλησή μας. Γι’ αυτό και το έργο του ποιητή δεν είναι απλώς προσωπικό, αλλά πραγματεύεται γενικά το συλλογικό πρόβλημα της εποχής, όπως το συλλαμβάνει με την ατομική του ιδιαιτερότητα ο ποιητής, και έτσι αποκτάει γενικό κύρος. Η εμφάνιση των ποιητών, σε πολύ μεγάλο βαθμό, συναντάει την απάθεια των συγχρόνων τους, γιατί το μόνο που μπορεί να κάνει η πλειονότητα των σύγχρονων ανθρώπων είναι να ζήσει, να διατηρήσει και να εκτιμήσει το άμεσο παρόν. Έτσι, συντελεί στην εμφάνιση του ίδιου μοιραίου προβλήματος, που τη χαώδη φύση του έχει ήδη αγωνιστεί να αποκαλύψει ο οραματικός, προφητικός και δημιουργικός νους του ποιητή. Και ακόμα, αυτός είναι ο πρώτος στην εποχή του, που μαντεύει τα σκοτεινά και μυστηριώδη ρεύματα και τα εκφράζει σύμφωνα με τους περιορισμούς των ικανοτήτων του, με λίγο έως πολύ λεκτικά σύμβολα, που βυθομετράει και διαβάζει το πανανθρώπινο στοιχείο. Ως αληθινός οραματιστής και προφήτης, κάνει γνωστές τις βαθιές κινήσεις του υπόγειου ρεύματος, που με το χρόνο πρέπει να βγει στην επιφάνεια ως γενικό φαινόμενο. Μπορούμε ίσως να πούμε ότι, η ακμή του έργου ενός απλώς καλού ποιητή δεν υπερφαλαγγίζει το ύψος της προσωπικής του χαράς, λύπης και ευγενικής φιλοδοξίας. Αλλά και αυτός συμβάλλει, σύμφωνα με τη φύση και τις δυνατότητές του, στη γνώση, ανεξάρτητα αν ο πολύ μεγάλος ποιητής υπερπηδά την προσωπική μοίρα και γίνεται εθνικός και παγκόσμιος και γι’ αυτό η λύση που δίνει στο πρόβλημα δεν μένει απομονωμένη. Δεν μπορούμε, λοιπόν, να αγνοούμε τον ποιητή, αφού στα έργα του και στις βαθύτερες επιδιώξεις του, δημιουργεί από τα βάθη του συλλογικού στοιχείου, εκφράζοντας φωναχτά αυτό που οι άλλοι δεν υποψιάζονται ή απλώς ονειρεύονται ή φοβούνται να ομολογήσουν ακόμα και στον ίδιο τους τον εαυτό. Αυτό, όμως, που εξαγγέλλει ο ποιητής δεν είναι παρά μόνο το σύμβολο, που δίνει σε όλους αισθητική συγκίνηση και ευχαρίστηση, χωρίς να γνωρίζουν το αληθινό του νόημα. Η επίδραση του ποιητή συνίσταται βασικά στο γεγονός ότι εκφράζει πιο καθαρά και δυνατά αυτό που όλοι μισοσυνείδητα γνωρίζουν και μόνο εφόσον εκφράζει αυτή τη συλλογική, άγνωστη ακόμα και ασαφή γνώση, ασκεί σημαντική επίδραση. Η μεγαλύτερη και πιο άμεσα υποβλητική επίδραση ασκείται από τον ποιητή που γνωρίζει πώς να εκφράσει τα πιο επιφανειακά επίπεδα του συλλογικού με επιτυχία. Γιατί αν εισχωρήσει πολύ βαθιά , το όραμά του γίνεται όλο και πιο παράξενο και απόμακρο για το πλήθος των ανθρώπων και προκαλεί ακόμα μεγαλύτερη αντίσταση. Το πλήθος δεν συλλαμβάνει, αν και μισοσυνείδητα διαισθάνεται και ζει, αυτό που πραγματικά εκφράζει το όραμα του ποιητή. Και το ζει, όχι γιατί το εξαγγέλλει ο ποιητής, αλλά γιατί η ζωή του ξεπηδάει από το συλλογικό στοιχείο, που μέσα του κατόρθωσε να βυθίσει το βλέμμα του ο ποιητής. Είναι βέβαιο, ότι οι πιο ευαίσθητοι και στοχαστικοί σε ένα λαό συλλαμβάνουν κάτι από το νόημα του μηνύματός του, αλλά επειδή η έκφρασή του αντιστοιχεί στα κρυφά γεγονότα που ήδη διαδραματίζονται υπόγεια και επειδή προεικονίζει τις δικές τους επιδιώξεις, μισούν πολλές φορές τον δημιουργό, όχι από κακία, αλλά απλώς από φόβο και ένστικτο αυτοπροστασίας.

 

Γ.Ρ. Εκεί είναι και το μέγα ζήτημα, που εξελίχτηκε σε μέγα στοίχημα Δημήτριε: ο δημιουργός να συνεχίσει απερίσπαστος το έργο του, αδιαφορώντας για την απήχησή του, την αποδοχή, την κατακραυγή, την αδιαφορία, αλλά και τα «ζήτω, μπράβο, κλπ».  Να δίνει με την αλήθεια του ό,τι μπορεί κάθε φορά, όταν και αν είναι σε «κατάσταση» να δώσει. Να μην πιέζεται να «κατασκευάζει έργο» μόνο και μόνο για να φαίνεται ή για να μην τον τύπτουν οι τυχόν «ψυχαναγκασμοί» του, γιατί το δηλητήριο αυτό δεν περνάει μόνο στη γραφή του αλλά και σε αυτόν τον ίδιο. Ζητούμενο η αρμονική ισορροπία με τον εαυτό του και με το τάλαντό του, όποιο κι αν είναι αυτό.

 

Πολλά όμως τα ζητήματα που έθιξες πριν, πέρα από τη βασική σου θεώρηση. Στέκομαι στις φράσεις-χαρακτηρισμούς «ο απλώς καλός ποιητής» και «ο πολύ μεγάλος ποιητής». Ποιος εν τέλει είναι ο κριτής; Κάποιοι «πολύ μεγάλοι ποιητές» θεωρούνται σήμερα από κάποιους «απλώς καλοί ποιητές» και το αντίστροφο. Κάθε έργο, άρα και το ποιητικό, γεννιέται σε έναν ορισμένο χρόνο, σε μία συγκεκριμένη συγκυρία, ενταγμένη σε μία ευρύτερη «εποχή», με ενδεχόμενους αποδέκτες, ή ένα κοινό αν θέλεις, το οποίο ζει μέσα στο ίδιο χωροχρονικό υποσύνολο. Ο ποιητής, αλλά και ο μουσικός, ο ζωγράφος, είναι συνήθως μετατοπισμένοι σε σχέση με την κοινώς αντιληπτή πραγματικότητα, χωρίς να είναι βέβαιο αν είναι σε χρονική υστέρηση ή αν προηγούνται, γιατί ο χρόνος δεν είναι γραμμικός, οπότε είναι σχετικοί οι χαρακτηρισμοί. Αυτή η εκτίναξή τους είναι που δίδει τον ποιητικό καρπό, ο οποίος αν αντέξει και μπορεί αβίαστα όσο και αναγωγικά να «μιλάει» και στους επόμενους αποδέκτες, και τους μετά από αυτούς, κοκ, τότε το έργο περνάει στην αθανασία και οι δημιουργοί κερδίζουν τον τίτλο του «σπουδαίου». Και ένα έργο «μιλάει» όταν καταφέρνει με τη λεκτική του ενέργεια να κινητοποιήσει το Όλον του αναγνώστη, περνώντας έτσι από το ατομικό στο συλλογικό.

 

Ένα άλλο μεγάλο ζήτημα είναι το πώς γράφονται τα ποιήματα. Μιλώντας για μένα, και το έχω ξαναπεί, γράφω ποίηση μόνο όταν νιώσω την επιτακτική ανάγκη να αφήσω να βγει από μέσα μου κάτι το οποίο  σε ανύποπτο χρόνο με  συγκλονίζει και μου δίνει πολύ δυνατό σήμα ότι θέλει να πάει στο χαρτί. Σαν να σπάνε της γέννας τα νερά, με τη διαφορά ότι συνειδητά δεν είχα υποψιαστεί καν την εγκυμοσύνη. Μπορεί να συνέβαινε στο ασυνείδητο ή σε άλλους μη ονοματισμένους, μη εξερευνημένους χώρους, άδηλους υποχώρους θα έλεγα με μαθηματική γλώσσα, εντός μου. Μπορεί και να πρόκειται για εγκυμοσύνη κεραυνοβόλα κατά το «έρως κεραυνοβόλος». Κανείς δεν μπορεί με βεβαιότητα να πει. Αν πάντως νιώσω ότι κάτι ουσιαστικό θέλει από μέσα μου να εκφραστεί στο χαρτί, μέσα από τη δικιά μου ποιητική γραφή-χροιά, θα κάνω το παν για να συμβεί, γιατί είναι ζήτημα ζωτικής σημασίας για μένα τον ίδιο. Τόσο ζωτικής, όσο η αναπνοή. Λες και είναι μία ακόμη ανάσα –προϋπόθεση ζωής– σε έναν παράλληλο (όχι αναγκαστικά Ευκλείδειο) χωροχρόνο. Εσύ πώς γράφεις; Ποίηση εννοώ, όχι δοκίμιο, μελέτη ή άρθρο. 

Δ. Γ. Την πρώτη ύλη (Prima Materia) πάντα τη δίνει κάτι το ασαφές: η Φύση, το Πνεύμα, ο Νους, όπως θέλεις το λες –πάντως δεν εξαρτάται από σένα ούτε υπόκειται στη συνείδηση και τη βούλησή σου, αλλιώς εδώ και τώρα με λίγη τεχνική θα έγραφες το αριστούργημά σου. Το ζήτημα είναι τι μπορείς να κάνεις με αυτή την πρώτη ύλη, συνειδητά, βουλητικά και με τους εκάστοτε κανόνες της τέχνης –με απλά λόγια, το υγρό ή το αεράκι που σου δόθηκε σε ποιο δοχείο θα το βάλεις. 

Γ.Ρ. Ταυτιζόμαστε.

Δ. Γ. Ο Πλάτων λέει «Πάντες γὰρ οἵ τε τῶν ἐπῶν ποιηταὶ οἱ ἀγαθοὶ οὐκ ἐκ τέχνης ἀλλ᾿ ἔνθεοι ὄντες καὶ κατεχόμενοι πάντα ταῦτα τὰ καλὰ λέγουσι ποιήματα, καὶ οἱ μελοποιοὶ οἱ ἀγαθοὶ ὡσαύτως [Ίων 533e-534e: «Γιατί όλοι οι επικοί ποιητές, οι μεγάλοι, συνθέτουν αυτά τα ωραία ποιήματα όχι χάρη σε κανόνες τεχνικούς αλλά διατελώντας σε κατάσταση θείας έμπνευσης και διακατεχόμενοι από αυτήν, και το ίδιο όλοι οι μεγάλοι λυρικοί ποιητές]. Ο Ανδρέας Παπανικολάου στο «Σχόλιο Στη Συζήτηση Περί Ποιητικού Λόγου» κλείνει λέγοντας ότι «Το ποιητικό, λοιπόν, των ποιημάτων αίτιο είναι αυτοί οι συνειδητά απροσπέλαστοι αυτοματισμοί που ελλοχεύουν στον νου του κάθε ποιητή».

 

Πρέπει λοιπόν ο ποιητής, ο οποίος είναι αντάξιος της ιδιότητας να είναι ποιητής, να συλλάβει, εκφράσει και προβάλει ένα όραμα και ένα νόημα στους σύγχρονούς του, γινόμενος έτσι το άτομο με τη μεγάλη προσωπικότητα, που καθοδηγεί την κοινωνία προς τις νέες μορφές ζωής. Αλλά για να το κάνει αυτό, πρέπει να βυθιστεί στο άγνωστο, να διαλεχθεί μαζί του στη συμβολική γλώσσα της ποίησης, των μαθηματικών, των αρχετύπων. Αυτό είναι απαραίτητο, γιατί το ακόμα άγνωστο απαντάει μονάχα όταν το ρωτάμε σε αυτές τις συμβολικές γλώσσες. Αυτό συμβαίνει διότι έχει το ίδιο ως δομικά στοιχεία του τα αρχέτυπα, και η ποίηση και τα μαθηματικά είναι ακριβώς τα κατ’ εξοχήν αρχέτυπα, που έγιναν συνειδητά από τον άνθρωπο στο πέρασμα των αιώνων. Το ακόμα άγνωστο και ασαφές, αυτό που άτυπα και διαισθητικά συλλαμβάνει ο μέσος άνθρωπος, αυτό με το οποίο παλεύει ο ποιητής, δίνοντας την αφόρητη πάλη με τις λέξεις και τα νοήματα, την πάλη με το άρρητο, αυτό που σαλεύει ήδη στα βάθη, αυτό ακριβώς είναι η πηγή της μελλοντικής διαμορφωτικής πληροφορίας, η πηγή της μορφογένεσης, του νέου μηνύματος και νοήματος. Και αυτό ακόμα το χάος οφείλει ο ποιητής να το κάνει κόσμο, να βάλει τάξη στην αταξία, να συνειδητοποιήσει το ακόμα ασυνείδητο, να φέρει φως στο σκοτάδι: Είναι στην κυριολεξία ένας μυητικός θάνατος και ανάσταση, θάνατος στο επίπεδο του τρεχάμενου εγωικού εαυτού μας και ανάσταση στο επίπεδο του ποιητικού εαυτού μας. Συμπερασματικά λοιπόν, ο ποιητής, και κάθε ποιητής αντάξιος αυτής της ιδιότητας, συλλαμβάνει, εκφράζει και προβάλλει την αρχετυπική πληροφορία ως όραμα για τους σύγχρονούς του, δίνοντάς της την κατάλληλη μορφή και αποδίδοντάς της νόημα. Το νόημα αυτό αντλεί από τα συλλογικά και πανανθρώπινα βάθη, όπου κινείται πάντα η φυσική διαδικασία της ζωής. Και επειδή ακριβώς πρόκειται για πληροφορία, δηλαδή ένα στοιχείο που φέρει κάτι το πλήρες, είτε πλήρη πιστοποίηση είτε πλήρη βεβαιότητα είτε πλήρη πεποίθηση είτε πλήρη ικανοποίηση, γι’ αυτό είναι από τη φύση του ολιστικό, συνθετικό, ενωτικό και γι’ αυτό φέρνει ψυχική ευφορία, φυσική χαρά, ομορφιά και αλήθεια, σε αντίθεση με τη θλίψη και την αίσθηση χωριστικότητας, που φέρνει η μονομέρεια του ενός ή του άλλου.

 

Όμως οι ποιητές, εκτός από την ιδιότητα τους αυτή, είναι και άνθρωποι. Γι’ αυτό κάποτε, επιτεύγματα μπορεί να σκληρυνθούν σε προσωπικές κτήσεις, πνευματικές νίκες μπορούν να ανεβάσουν την έπαρση του ατόμου, η χάρη σωρεύεται ως θησαυρός και νομίζουμε πως κανείς δεν μπορεί να μας την πάρει, η έμπνευση και το πνεύμα παρουσιάζονται ως πράγματα που κάπου υπάρχουν για να αποκτηθούν, παλιές διεφθαρμένες τάσεις συνεχίζουν να ενεργούν στη νέα πνευματική κατάσταση. Το πρόβλημα είναι θεμελιακό και αναπόφευκτο. Οι πανουργίες της ιδιοτέλειας καραδοκούν. Όλοι οι άνθρωποι, μα κυρίως οι ποιητές, πρέπει να λύσουν αυτό το πρόβλημα, για να μη νοθεύουν το νερό της πηγής, να μη νοθεύουν το πνεύμα που ως έμ-πνευση πνέει μέσα τους, για να γίνουν φορείς υψηλής πιστότητας αυτού του ένα, που τους διάλεξε λόγω της ευαισθησίας τους, να καταστούν η μήτρα που το φέρνει στον κόσμο. Ο ποιητής έχει την ευθύνη να διδάξει την απλότητα, την ευθύτητα, τη λιτότητα, τη σαφήνεια, την αμεσότητα, έχει την ευθύνη της αμφίπλευρης παρατήρησης, του εαυτού του και του κόσμου, και την έκφραση αυτής με τρόπο φυσικό και αποδεκτό, «ο ποιητής ένα κενό», κατά πως λέει και ο Σεφέρης, και μόνο τότε γίνεται ο ανοιχτός δίαυλος διαμέσου του οποίου η ποίηση και το νόημα έρχεται στον άνθρωπο.

 

Γ

Γ.Ρ. Βλέπω από την κουβέντα μας έντονη την παρουσία των μαθηματικών στον λόγο σου, τη σημασία των συμβόλων και των αρχετύπων στη σκέψη σου, τα μορφοκλάσματα (fractals) που περιβάλλουν την κοσμοθεωρία σου, το κοσμοείδωλό σου, όπως είπες στην αρχή, την ανάγκη να τεκμηριώνεις το ζητούμενο επαγωγικά (εις αίσιον τέλος-λύση είτε εις άτοπον) στηριζόμενος σε αξιώματα, σε ρήσεις δηλαδή άλλων «σπουδαίων» κατά γενική ομολογία «μορφών» από όλους τους χώρους και βήμα-βήμα να προχωράς προς τα εκεί όπου πολλές φορές διαισθάνομαι ότι έχεις ήδη από τα πριν κατασταλάξει, χρησιμοποιώντας εν ολίγοις την επαγωγή και τη σύνθεση αναλυτικότερα ως μέσον, κάτι που λόγω σπουδών το κάνω κι εγώ και ομολογώ ότι γίνεται ασυνείδητα. Στη συζήτησή μας, επέλεξα να μην αναφερθώ σε άλλη πηγή, πλην της δικιάς μου. Συνειδητά όμως διαπιστώνω την επιρροή της επιστήμης πάνω στον τρόπο σκέψης, κι αυτό δεν είμαι σίγουρος αν είναι πάντα για καλό. Είναι φορές που για να φτάσω κάπου, ο μόνος δρόμος είναι η σωκρατική διαλεκτική με τις πολλές εις άτοπον απαγωγές και τα πολλά ενδεχόμενα, κάτι που πέρα από τη μαγεία της πρόκλησης απαιτεί πολύ κόπο, χώρια που δεν μου αφήνει στο τέλος επαρκή αίσθηση βεβαιότητας. Και αυτό όμως έχει τη χάρη του. Στην Τέχνη τα πράγματα θεωρώ ότι είναι αλλιώς, σε πάει εκείνη όπου θέλει, δεν έχει ανάγκη ούτε από αποδείξεις, ούτε από τεκμηρίωση, ούτε από επιβεβαίωση. Από το λεξιλόγιό της, η λέξη «βεβαιότητα» απουσιάζει. Εκείνη απλώς υπάρχει, ή καλύτερα, η Τέχνη απλώς συμβαίνει. Απαλλαγμένη από τα όρια και τις αγκυλώσεις της λογικής, σου δίνει απλόχερα περισσότερα από όσα πίστευες ότι θα μπορούσες να πάρεις. Το θαυμαστό είναι δε ότι η έμπνευση δεν κάνει διακρίσεις. Μπορεί να είναι άξιος ποιητής οιοσδήποτε, ανεξάρτητα από φύλο, ηλικία, γνώσεις, σπουδές, επάγγελμα. Συμφωνείς;

 

Δ.Γ. Θεωρώ (άλλη μια επίδραση από τα Μαθηματικά) ότι οφείλουμε να θυμόμαστε πάντα το γεγονός πως φορέας όλων αυτών που συζητάμε είναι ο άνθρωπος: φορέας του νου γενικά, της έμπνευσης, του συναισθήματος, της τέχνης κτλ. Πρέπει λοιπόν αυτός ο συγκεκριμένος κάθε φορά άνθρωπος να ετοιμάζει τον εαυτό του κατάλληλα ώστε να είναι επαρκής και αποτελεσματικός φορέας (καλός αγωγός θα έλεγα) του Δημιουργικού. Επομένως, πράγματι κάθε τέτοιος άνθρωπος μπορεί να είναι ποιητής, αρκεί να μην είναι πλαστός και κατασκευαστής, αλλά γνήσιος, να έχει δηλαδή άμεση πρόσβαση στην πρώτη ύλη οποιασδήποτε μορφής. Από κει και πέρα ξεκινάει η τέχνη.

Γ.Ρ. Να επανέλθουμε σε ένα ζήτημα που έθιξες; Είπες ότι αν είχες άλλο επάγγελμα, ουσιαστικά δεν θα έγραφες διαφορετικά πράγματα. Θεωρείς ότι η ουσία της γραφής είναι σαν το υγρό στο δοχείο: αν το βάλεις σε κυκλικό δοχείο θα πάρει αυτό το σχήμα, το κυκλικό, αν το βάλεις σε τετράγωνο θα πάρει το άλλο, το τετράγωνο. Το υγρό θα είναι το ίδιο. Όμως δεν παίζει τεράστιο ρόλο το σχήμα, η μορφή; Μήπως η μορφή επηρεάζει και το περιεχόμενο; Αλλιώς θα κινούνται τα μόρια ενός υγρού σε ένα κυλινδρικό δοχείο, αλλιώς σε ένα ορθογώνιο. Άλλη θερμοκρασία θα έχει το ίδιο υγρό στο ένα και άλλη στο άλλο. Υπάρχει σκέφτομαι και ένα ακόμα ζήτημα. Αδιαφορούμε για τον ενδεχόμενο αποδέκτη; Για τα υπόλοιπα δοχεία γύρω μας; Γιατί αλλιώς θα επικοινωνήσει ένας ενδεχόμενος αποδέκτης, ερχόμενος με ένα άδειο ορθογώνιο παραλληλεπίπεδο δοχείο να συναντήσει την ουσία σου σε ένα πάλι ορθογώνιο παραλληλεπίπεδο δοχείο, αλλιώς αν το δοχείο της γραφής σου είναι κυλινδρικό, αλλιώς αν πολυεδρικό, κλπ. και το αντίστροφο. Είναι θέμα συν-άψεων, θέμα (επ)αφής, συν-άφειας. Συμβατότητας. Άρα αν γράφουμε με εντιμότητα και αλήθεια προς τον εαυτό μας, μη προσαρμόζοντας το έργο μας στις εκάστοτε «απαιτήσεις» των καιρών, πράγμα που θεωρώ ότι και οι δύο κάνουμε, μήπως αυτή η ουσία της αλήθειας και της εντιμότητάς μας βγαίνει στην τέχνη μας με σχήματα (για να χρησιμοποιήσω το παράδειγμά σου) επηρεασμένα από το επάγγελμά μας; Άρα μήπως άξιος ποιητής μπορεί να είναι οιοσδήποτε, ανεξάρτητα από φύλο, ηλικία, γνώσεις, σπουδές, επάγγελμα, αλλά να έχουμε στο πίσω μέρος του μυαλού μας ότι όλα αυτά συν-διαμορφώνουν τη χροιά ή το σχήμα, ακόμα και την ουσία, του ποιητικού αποτελέσματος; Εγώ αυτό θεωρώ ότι συμβαίνει. Σε μία ολότητα, όλα της τα επί μέρους τη «συν-διαμορφώνουν» και όλα επηρεάζονται από τη λειτουργία και την ύπαρξη των υπολοίπων, με την παράμετρο του χρόνου σε ρόλο ρυθμιστή. Άρα όλα επηρεάζουν και την έκφρασή της, από την ιδιοσυγκρασία, τη μνήμη, τις δεξιότητες, τις εμπειρίες, έως το επάγγελμα. Δεν είναι κακό. Ίσα-ίσα, είναι Όμορφο. Τι λες;  

Δ.Γ. Η γλώσσα έχει πολλά προβλήματα, το έχουν επισημάνει πολλοί, ανάμεσά τους ο Wittgenstein εδώ και χρόνια. Ο γνωστός στη Δύση μελετητής του Ζεν D. T. Suzuki λέει «Η εσωτερική εμπειρία ξεπερνά κατά πολύ τις δυνατότητες της γλώσσας». Συνεπώς, υπάρχουν πολλά χάσματα ανάμεσα στο τι βιώνουμε και στο τι εκφράζουμε και επίσης ανάμεσα σε μας και στην επικοινωνία μας με τους άλλους. Καθένας έχει την εσωτερική εμπειρία του που προσπαθεί να εκφράσει και αυτή η εμπειρία είναι έγκυρη για τον κάθε άνθρωπο –το πώς την εκφράζει είναι θέμα συνειδητής κατάκτησης της τέχνης του. Έτσι, όλα αυτά έχουν κυρίως να κάνουν με τον δικό μου (του καθενός) ψυχισμό και κοσμοείδωλο, με το δικό μου σύστημα-της-ψυχής που βρίσκεται σε διαρκή αλληλεπίδραση/ αλληλεξάρτηση με όλα αυτά και γενικότερα με τον Κόσμο ως περιβάλλον –υπερσύστημα. «Βέλη» ως ιδιότητες, χαρακτηριστικά, δράσεις κτλ. εξέρχονται από εμένα (εξερχόμενα βέλη προς το περιβάλλον), ενώ συγχρόνως «βέλη» εισέρχονται σε μένα με διαμορφωτική δράση (εισερχόμενα βέλη από το περιβάλλον, διαμορφωτική πληροφορία). Αν λοιπόν έκανα άλλο επάγγελμα οι συνθήκες και η διαμόρφωσή μου θα ήταν διαφορετικές, η σκέψη και έκφρασή μου το ίδιο, αλλά η υπόσταση/ πρόσωπό μου θα ήτανε η ίδια. Ο διαχωρισμός μορφή/ περιεχόμενο, δομή/ λειτουργία κτλ. είναι τεχνητός προς διευκόλυνσή μας, δεν έχει ουσιαστική αξία.

 

Δ

 

 Γ.Ρ. Μπορεί να μην συμφωνώ πλήρως, αφού θεωρώ ότι η υπόσταση και το πρόσωπο διαμορφώνονται σε ικανό βαθμό από τις εξελίξεις και τις επιδράσεις (αλλιώς λ.χ. θα είναι μία προσωπικότητα μετά από ένα σοβαρότατο τραύμα και αλλιώς χωρίς), αλλά κάθε άποψη σεβαστή.

 

Ένα ζήτημα που με απασχολεί έντονα είναι το αν και πόσο μπορεί η Τέχνη να παρέμβει στις στρεβλώσεις και να φέρει αρμονία στα «πράγματα». Σκέφτομαι συχνά ότι αν όλοι διάβαζαν Ποίηση και γενικότερα Λογοτεχνία, αν πήγαιναν σε εκθέσεις Ζωγραφικής ή Γλυπτικής, σε συναυλίες, στο θέατρο, αν είχαν εν ολίγοις στενή επαφή με την  Τέχνη, ίσως να είχε εμπεδωθεί ένα γενικότερο κλίμα υψηλής αισθητικής, αγάπης, ειρήνης, αλληλεγγύης, συμπόνιας. Η Τέχνη δείχνει τον δρόμο, τις εναλλακτικές, τις δυνατότητες, τη βιωμένη εμπειρία και πού αυτή οδήγησε ή μπορεί να οδηγήσει. Με αφορμή την κοινώς αντιληπτή «πραγματικότητα», με όλα τα θετικά και τα αρνητικά της (τα πρόσημα βέβαια είναι υποκειμενική υπόθεση),  δείχνει ότι υπάρχει ένας άλλος κόσμος, έστω ποθούμενος, όπου η βία, το αίμα, το μίσος, η μοναξιά, ο πόνος, το άδικο, οι διακρίσεις, δεν είναι επιθυμητά. Σημαίνοντας δρα, ενεργεί, προσφέρει. Θέλω να πω, αν διαβάσουν πολλοί άνθρωποι (και εδώ είναι κατάλληλη η στιγμή για να εξάρω τη σπουδαιότητα του έργου των σοβαρών μεταφραστών) τους Άθλιους του Ουγκώ, το αμάρτημα της μητρός μου ή το μόνον της ζωής του ταξείδιον του Βιζυηνού, τη φόνισσα του Παπαδιαμάντη, το Κιβώτιο του Άρη Αλεξάνδρου, το γέρο και τη θάλασσα του Χέμινγουεϊ, ίσως να είχε γίνει ισχυρή σκεπτομορφή η αλληλεγγύη, η ειρήνη, η αγάπη και η «αξιοπρέπεια του πολίτη» (φράση με την οποία αναφέρεται συχνά στα αυτονόητα ο ποιητής Γιώργος Δουατζής) και δεν θα είχαν περιθώρια οι «στρατιωτικοί» και οι «πολιτικοί» για πολέμους, εισβολές, δολοφονίες, προσφυγιά, εξαθλίωση και τόσα άλλα δεινά. Μήπως έχουμε χρέος να σπείρουμε όση Τέχνη Φωτός μπορούμε, κλείνοντας την πόρτα σε εκείνη τη στρατευμένη Τέχνη που κάνει περισσότερη ζημιά ακριβώς γιατί δεν το καταλαβαίνεις ότι σε κατατρώει; Αναφέρομαι π.χ. στο συγκεκριμένο είδος  του –αμερικανικού κυρίως–­  κινηματογράφου –υποπερίπτωση ευτυχώς σε σχέση με τα αριστουργήματα του παγκόσμιου–, που προβάλλει το έγκλημα, τη βία, την εκδίκηση, την αυτοδικία, το ρατσισμό και επηρεάζει εκατομμύρια θεατών, κρηπιδώνοντας υπόγεια, πάνω σε υπόβαθρο άρρωστων αντιλήψεων, τη βεβαιότητα ότι αυτές είναι οι υγιείς και οι φυσιολογικές. Μέχρι και τα παιδιά εξοικειώνονται με τη βία, το έγκλημα, το «κάνω ό,τι μου αρέσει».

Δ.Γ. Αναγκαία όλα αυτά, αλλά δεν ξέρω αν είναι ικανά για να αλλάξουν κάτι στον άνθρωπο. Απαιτείται κάποιού είδους «εσωτερική εργασία», κάποια περισσότερο δραστική ενασχόληση με τον ανθρώπινο ψυχισμό για να αλλάξει κάτι. Υπάρχει, για παράδειγμα, το τεράστιο ηθικό πρόβλημα που λέγεται ανθρώπινη Σκιά (Shadow) και που μόνο με ειδική εσωτερική παιδεία μπορεί να αντιμετωπιστεί, η Τέχνη γενικά δεν αρκεί για κάτι τέτοιο.

Γ.Ρ. Μιλάμε για Ποίηση, η οποία είναι η κορυφαία Τέχνη του Λόγου, οφείλουμε όμως  να σημειώσουμε ότι και άλλες Τέχνες ή Επιστήμες κινούνται πλέον στην κορυφή του είδους τους. Προσπάθησαν να κάνουν ό,τι κάνει η ποίηση με τις λέξεις: να φτιάξει το θαύμα, να επιτύχει το θαυμαστό, ν’ αγγίξει τη τελειότητα. Να φτιάξουν «ποιήματα» στο χώρο (τομέα) τους. Αφήνοντας τη σε όλους αντιληπτή όσο και γνωστή κορύφωση της ελληνικής Γλυπτικής και της Αρχιτεκτονικής του 5ου π.Χ. αι., στέκομαι λ.χ. στη σύλληψη και στις χιλιάδες πράξεις-υπολογισμούς με το χέρι (για κάθε ένα μέλος του φορέα ξεχωριστά αλλά και σε συνάρτηση με τα υπόλοιπα) που έκανε ο Άιφελ για να υλοποιηθεί στη συνέχεια ο ομώνυμος πύργος στο Παρίσι ή το Άγαλμα της Ελευθερίας στη Νέα Υόρκη (δικό του έργο και αυτό). Μηχανικής, μαθηματικών, στατικής, φυσικής «ποιήματα». Όπως και κάποια αριστουργηματικά κτίρια στο Ντουμπάι, όπου το δυσκολότερο δεν είναι η σύλληψη της μορφής και η ογκοπλαστική πρωτοτυπία, αλλά η διαμόρφωση του στατικού μοντέλου και τα εκατομμύρια των υπολογισμών για να μπορέσει το έργο να υλοποιηθεί και να στέκεται με ασφάλεια. «Ποιήματα» στατικής και αρχιτεκτονικής. Η γέφυρα Ρίου-Αντιρρίου: «Ποίημα» αντισεισμικής, στατικής, εδαφομηχανικής, αρχιτεκτονικής. Ένα κινητό τηλέφωνο: πίσω από την ευκολία του χειρισμού του, κρύβεται τεχνογνωσία, έρευνα, βιομηχανική σχεδίαση: «ποίημα» ηλεκτρονικής, υπολογιστικής μηχανικής, τεχνολογίας υλικών.

Με λίγα λόγια, η Ποίηση υπάρχει στη ζωή μας και κυριολεκτικά (π.χ. οι μοιραίοι, Βάρναλης) και μεταφορικά (π.χ. τηλεόραση, βιντεοσυνδιάσκεψη, «έξυπνο» ρολόι).

 

Δ.Γ. Εδώ πρόκειται για μια διαφοροποιημένη χρήση του όρου «ποίηση» και όχι την κυριολεκτική, που χρησιμοποιεί την αναλογική σκέψη: κατ’ αναλογία αυτό είναι τόσο ωραίο που μπορεί να χαρακτηριστεί ως ποίημα, συνιστά μια μεταφορά.

Γ.Ρ. Κλείνοντας την κουβέντα μας, θέλω να ευχαριστήσω τους φωτισμένους δασκάλους, καθηγητές, πανεπιστημιακούς, χάρη στους οποίους κατάφερα να φτάσω μέχρι εδώ. Η αρχή έγινε με τους δασκάλους του δημοτικού και το πάθος τους για να γίνουμε καλύτεροι άνθρωποι. Στη συνέχεια οι καθηγητές στη Βαρβάκειο Πρότυπο Σχολή, με δίδαξαν πέρα από τα επιβεβλημένα, (α) τρόπους σκέψης, (β) να ερευνώ προς κάθε κατεύθυνση πριν αποδεχτώ κάτι, (γ) να λαμβάνω υπόψη κάθε διατυπωμένη εκδοχή-θεωρία-άποψη, (δ) τη μεγάλη σημασία και τη σπουδαιότητα της γλώσσας. Οι καθηγητές στο Μετσόβιο, πέρα από την καθαρά επιστημονική γνώση, με έκαναν (α) να αγαπήσω το οπλισμένο σκυρόδεμα (μοναδικός στο είδος του ο καθηγητής-στοχαστής Θεοδόσης Π. Τάσιος), (β) να αξιολογώ τα υπάρχοντα δεδομένα και να δίνω λύσεις ή να αναζητώ παράπλευρα ή περισσότερα δεδομένα ώσπου να προκύψει επαρκώς τεκμηριωμένη λύση, (γ) να εντρυφήσω στη μέθοδο ανάλυση-δεδομένα-διαλογή-αξιολόγηση-επεξεργασία-σύνθεση. Σε όλους είμαι ευγνώμων. Όπως και στους Ποιητές που με το έργο τους μου έδειξαν δρόμους, μου έστειλαν φως. Όπως και στους δασκάλους μου της κεραμικής και της αγγειοπλαστικής. Στις δασκάλες μου της γιόγκα.  Για όλους νιώθω ευγνωμοσύνη. Κι αν κάποιος με ρωτήσει τι δουλειά έχουν όλα αυτά σε έναν «ποιητικό διάλογο», δίνω την απάντηση προκαταβολικά: μα χάρη σε εκείνους ήρθα σε επαφή με τις λέξεις και τον κόσμο τους, χάρη σε εκείνους διεύρυνα το νοητικό-γνωσιακό-τροπικό μου πεδίο, μέσα από εκείνους μού μίλησε η Ποίηση.

Δ.Γ. Δάσκαλοι, εκτός της τυπικής εκπαίδευσης, υπάρχουν στην κοινωνία χωρίς να είναι πάντα επώνυμοι και διακεκριμένοι ή γνωστοί στους πολλούς. Για παράδειγμα, πόσοι γνωρίζουν στον τόπο μας τον Γεωργιάδη – Γκουρτζίεφ, την Άντζακα, τον Λέζο και πολλούς ακόμα, οι οποίοι με οδήγησαν, καθένας με τον τρόπο του, να χτίσω τη γνώση μου. Η μάθηση δεν συμβαίνει μόνο με την τυπική εκπαίδευση και τους αντίστοιχους δασκάλους, συμβαίνει παντού και πάντα και σε αλλάζει.  

 

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.