You are currently viewing   Δημήτρης Παπακωνσταντίνου: Νάντια Δουλαβέρα,  “Μεσοτοιχία” εκδ. Μελάνι, 2018

  Δημήτρης Παπακωνσταντίνου: Νάντια Δουλαβέρα,  “Μεσοτοιχία” εκδ. Μελάνι, 2018

Ποιητική μαγεία, έξω από τα καθιερωμένα- Ποιητικές ανιχνεύσεις στην αφηγηματική ποίηση της

 

 

  1. Αντί προλόγου:

   Έπιασα στα χέρια μου (ανόρεχτα, να πω την αλήθεια), την ποιητική συλλογή “Μεσοτοιχία”, της Νάντιας Δουλαβέρα, (“ένα βιβλίο ακόμα μέσα στα πολλά”, σκεφτόμουν), μέχρι που άναψε ξαφνικά το φως κι η αλήθεια του καθαρή κι επιβλητική μ’ έκανε να χαμογελάσω, με την πονηρή ικανοποίηση του χρυσοθήρα, που βρήκε επιτέλους στο λασπωμένο του κόσκινο κάτι ν’ αστράφτει. Γιατί κανείς, ούτε ο πιο αδαής κι ανυποψίαστος δεν θα μπορούσε να μπερδέψει το καθαρό χρυσάφι με τα κοινά χαλίκια. Παρόλα αυτά, φέρνω στον νου μου έναν παλιό διάλογο που θα μου επιτρέψετε να μοιραστώ μαζί σας. Το 2016 είχα θέσει το κρίσιμο ερώτημα στον αγαπητό ποιητή Τόλη Νικηφόρου:

  • Ποιο ποίημα αξίζει να χαρακτηριστεί “καλό”; Τι σημαίνει “καλό” ποίημα;

  • Δεν ξέρω, απάντησε με μιαν αφοπλιστική ειλικρίνεια. Κανένας δεν ξέρει! Αν κάποιος σου πει πως ξέρει, μην τον ακούς!

  • Μα τότε, πώς τα ξεχωρίζουμε; ρώτησα βαθιά προβληματισμένος και με φανερή στεναχώρια.

  • Συνέχισε τη μελέτη και κάποια στιγμή, χωρίς να καταλάβεις το πώς, θα αποκτήσεις το κριτήριο. Το καλό ποίημα λάμπει! Φωνάζει μόνο του!

Χαίρομαι που μου δίνεται η ευκαιρία να μοιραστώ μαζί σας αυτόν τον σύντομο ιδιωτικό διάλογο. Είναι λόγια σοφά που τα κράτησα ως πολύτιμο δώρο στην ψυχή μου. Τα κοινοποιώ, γιατί έχουν πραγματικά πολύ ενδιαφέρον και γιατί μπορούν να ωφελήσουν πολλούς ομότεχνους.

   Μετά από αυτή την παρένθεση, να επιστρέψω στο ζητούμενο και να τονίσω με τη μεγαλύτερη δυνατή έμφαση πως στο βιβλίο της Νάντιας Δουλαβέρα με τίτλο “Μεσοτοιχία” βρήκα γνήσια ποίηση που αξίζει να ταξιδέψει και να διαβαστεί από πολλούς.

 

  1. Αφήγηση – Θεατρικότητα, οι βασικοί άξονες:

  Μικροί προσωπικοί μύθοι δοσμένοι με συντομία, αμεσότητα και ειλικρίνεια σε ένα σκηνικό πρωτότυπο μα και οικείο, σαν να φωτίζει η ποιήτρια κοινές αναμνήσεις, δικά μας σκοτεινά μονοπάτια του μυαλού σκονισμένα και ξεχασμένα, χαμένα στον χρόνο. Το ατομικό γίνεται συλλογικό, κι ο μύθος της ποιήτριας γίνεται μύθος της κοινότητας. Αυτό το καταφέρνει μέσα από έναν βαθύ κι ανυπόκριτο ανθρωπισμό: Η ποιήτρια αγαπάει τον άνθρωπο μαζί με όλες του τις ιδιαιτερότητες, με όλα του τα “κουσούρια”, μικρά και μεγάλα, χωρίς να τον κρίνει, χωρίς να τον ελέγχει. Τον αγαπά και τον αποδέχεται με χίλιους – δυο τρυφερούς τρόπους. Είναι ικανή να παίξει στην άρπα της ψυχής του τις πιο γλυκές, τις πιο αρμονικές και τις πιο σκοτεινές μελωδίες. Η ποιήτρια γνωρίζει βαθιά την ανθρώπινη φύση και τη φωτίζει με απλά και καθημερινά λόγια, αποφεύγοντας συνειδητά περίτεχνες και δυσνόητες εκφράσεις. Κι όμως, δύσκολα βρίσκει κανείς πιο φιλοσοφημένη προσέγγιση της ζωής. Αυτή η δύναμη που ξεπηδά μέσα από την απλότητα είναι η μεγαλύτερη αρετή αυτού του ξεχωριστού βιβλίου.

   Τα πάντα δίνονται με απίστευτη θεατρικότητα. Αυτά τα ποιήματα άνετα θα μπορούσαν να μετασχηματιστούν σε πεζοποιήματα ή ακόμα σε μικροδιηγήματα (flash stories). Aυτή η ποίηση αγγίζει άμεσα την πεζογραφία. Αυτό δεν πρέπει να θεωρηθεί μειονέκτημα. Έχω εκθειάσει σε άλλα κείμενά μου τον λυρικό λόγο, την εσωτερική μουσικότητα και την αρμονία που χτίζονται προσεκτικά με τις καταλληλότερες λέξεις, κι ειλικρινά, δυσκολεύομαι εδώ να εξηγήσω στον αναγνώστη τι είναι αυτό που με μάγεψε τόσο. Ίσως η ιδιαιτερότητά τους γίνει κατανοητή, όταν παραθέσω κάποια παραδείγματα. Νομίζω πως πρέπει να αφήσω τα ίδια τα ποιήματα να πάρουν τον λόγο.

 

  1. Ένα από τα βασικά θέματα, ο θάνατος:

    Είκοσι ποιήματα από τα πενήντα (50) της ποιητικής συλλογής αναφέρονται άμεσα ή έμμεσα στον θάνατο.

Δεύτερη ευκαιρία

Της δίνανε οι γειτόνισσες να τους γράψει τα ψυχοχάρτια

-δέκα σπίτια ψυχές όλα από ‘να χέρι-

με την ίδια θέρμη ξεκοκάλιζε

εφημερίδες και καζαμία

έλεγε “φερειπείν”,

“τουτέστιν”, “εξυπακούεται”

τη μάνα της μια ζωή καταριόταν

που τη βάσταξε στο σπίτι

-έξι παιδιά, χώρια οι γέροι, τα κτήματα-

κι ας είχαν να το λένε οι δάσκαλοι

κι ας είχε τα φόντα να φτάσει μέχρι δικαστίνα.

 

Παρηγοριόταν με τους σπουδαίους

που θα έρχονταν στην κηδεία της

“τέσσερα σπουδαγμένα παιδιά

μόνο οι συνάδελφοί τους,

γέμισε η εκκλησία”.

 

Μα όταν ήρθε η ώρα

ζεστή ακόμα

σκασίλα της οι φιλαρμονικές

τα στεφάνια κι οι επίσημοι

εκείνη έψαχνε

 

-μάνα μου, μανούλα μου-

 

στην ίδια ζωή

να την ξαναγεννήσει.

 

   Δεν ξέρω αν είμαι σε θέση να αποδώσω με λόγια εκείνο το ρίγος που πέρασε μαχαιριά τη ραχοκοκαλιά μου διαβάζοντας τα τελευταία λόγια. Δεν ξέρω αν μπορώ να δείξω πόσο ανθρώπινο και πόσο όμορφο είναι. Αντί η ποιήτρια να εστιάσει στη μαυρίλα του θανάτου με απέχθεια, βάζει την πρωταγωνίστρια να ζητά μια δεύτερη ευκαιρία, μια δεύτερη ζωή, κι εκείνη η παράκληση “μάνα μου, μανούλα μου”, πόσο πόνο κρύβει! Όλο τον πόνο των ανθρώπων από καταβολής κόσμου, όλον τον αρχαίο, τον σύγχρονο και τον μελλοντικό πόνο, κι είναι σαν να μιλάει με άπειρα στόματα εξ ονόματος όλων των πονεμένων θνητών της γης. Πόση δύναμη κρύβουν τα λόγια όταν συνενώνουν όλους τους ανθρώπους της γης στην κοινή τους μοίρα, στην κοινή τους διαδρομή! 

    Τι να την κάνει την κούφια επίδειξη; Πόσο θα μπορούσε άραγε να την παρηγορήσει η παρουσία των μορφωμένων ανθρώπων μέσα στην εκκλησία; Θα έβλεπαν όλοι ίσως, πως ήταν μια γυναίκα άξια, πως κατάφερε να μορφώσει τέσσερα παιδιά, πως και η ίδια θα μπορούσε να μορφωθεί πολύ και να ξεχωρίσει, αν δεν την κρατούσε στο σπίτι εκείνη η άπονη μάνα της. Όμως ο θάνατος είναι τόσο σκληρός, τόσο ισοπεδωτικός, που ούτε στεφάνια θέλει πια, ούτε λαμπρούς επικήδειους, ούτε φιλαρμονικές. Να κρατηθεί με κάποιο τρόπο στη ζωή, να την ξαναγεννήσει, εκείνη η μάνα θέλει και πια δεν της περνάει από τον νου να την καταραστεί που την κράτησε στο σπίτι αμόρφωτη. Ποια μόρφωση γλυκαίνει τάχα τον καημό του ανθρώπου, όταν η ζωή σβήνει και χάνεται;

Τα ναύλα

Με το κέρμα στο στόμα

πότε το ‘βαζε στην τσέπη να πιάσει το τραγούδι

-μα ένα τραγούδι-

πότε ανάμεσα στα δόντια να φαίνεται,

ποιος την κράταγε τώρα.

 

Τόσα παιδιά που του ‘χε στείλει

από μακριά την κατάλαβε.

Καταϋποχρεωμένος

-απανωτά τα ναύλα απ’ το ίδιο σπίτι-

άφησε στη μπάντα τους τύπους.

Πέρνα κυρά Κατίνα.

Από σένα θα πάρω λεφτά;

 Μέσα σε μόλις δώδεκα στίχους η ποιήτρια καταφέρνει να αφηγηθεί με απόλυτη παραστατικότητα τη μικρή της ιστορία: Η γριά Κατίνα πλήρης ημερών, έχοντας χορτάσει τη ζωή της, ξεκίνησε το ταξίδι της για τον άλλο κόσμο. Ο μύθος λέει πως δεν δικαιούται παρά μόνο ένα κέρμα, το κόμιστρο του βαρκάρη. Δεν τη βολεύει όμως να το έχει στο στόμα όπως όλοι οι νεκροί, γιατί τη δυσκολεύει στο τραγούδι. Τραγουδώντας πορεύεται! Ούτε έχει ρίγος φόβου, ούτε δάκρυα, μόνο χαρά, σαν να πηγαίνει στην ωραιότερη εκδρομή. Άλλωστε τι θα μπορούσε να την κρατήσει πίσω; Τα παιδιά της έχουν φύγει πριν από αυτή. Δεν υπάρχει πίσω κανένας δικός της. Πώς να μην είναι χαρούμενη; Τα παιδιά της πάει να συναντήσει! Η μεγάλη έκπληξη δεν ήρθε όμως ακόμα: Ο βαρκάρης δεν είναι σιωπηλός και βλοσυρός. Είναι ανθρώπινος, ευγενικός, “καταϋποχρεωμένος”. “Πήρα πολλά λεφτά ως τώρα από το σπίτι σου! Από εσένα θα πάρω λεφτά; Εσύ πέρνα χωρίς εισιτήριο, κυρά Κατίνα!”

   Μέσα σε δώδεκα μόλις στίχους μετατρέπει τον θάνατο σε τραγούδι. Μέσα σε δώδεκα στίχους ανατρέπει τον γνωστό μύθο δίνοντας στον μισητό Χάροντα λεβεντιά και φιλότιμο. Αυτό κι αν είναι δημιουργία! Γίνεται να μη θαυμάσω; Εδώ έχουμε μια φρέσκια ποιητική φωνή που κερνάει απλόχερα τροφή για το μυαλό, πέρα από τα γνωστά και τα χιλιοειπωμένα.

 

  1. Η δύναμη της νοσταλγίας.

Είκοσι (20) ποιήματα του βιβλίου μιλούν με νοσταλγία για τα περασμένα. Αυτό με την πρώτη ματιά δεν θα έλεγα πως αποτελεί καινοτομία. Η ποίηση τρέφεται από το παρελθόν. Πάντα πίσω κοιτάζει, εκτός από τις ελάχιστες φορές που εκτρέπεται σε λόγο προφητικό που οραματίζεται το μέλλον.

Το παζάρι

Χρυσές δουλειές έκαναν τότε οι πλαστικές καρέκλες

“του γύφτου” οι ξακουστές

έτρεχαν τα σπίτια να αντικαταστήσουν

τις σκουριασμένες βαριές φερ φορζέ

-χωρίς μαξιλάρι, σου έπιαναν και τα κρέατα-

ενώ αυτές βολικές, ελαφριές, πατέντα.

 

Πόσο τις δίνεις,

ο άλλος μου τις  άφησε τόσο,

τον έπαιρνε από τα μούτρα εκείνη

έφτανε μπιρ παρά και το παζάρευε ακόμα-

τόσα έχω.

 

Να σκάει αυτός

καλύτερα να στις χαρίσω κυρία

πήγαινε πιο εκεί, ξαναγύριζε

να βάλει τουλάχιστον φρέσκα χιλιάρικα στην τσέπη

άντε παρ’ τις

ξεφόρτωνε από το φορτηγάκι

κουβάλαγε καρέκλες και τραπέζι στην αυλή

έφευγε με την ουρά στα σκέλια

πλην με το βραδινό εξασφαλισμένο,

τα τσιγάρα του.

 

Καθόταν εκείνη στο καινούριο σαλονάκι της

έστρωνε μια εφημερίδα στο τραπέζι

και μέχρι να καθαρίσει και το τελευταίο φασολάκι

δεν τη χώραγε πια ο τόπος

γιατί και λίγα του ‘κοψε,

την έπαιρνε κι άλλο παζάρι.

  Πώς να καταλάβουν τα σημερινά παιδιά τι θα πει “γύφτικες πλαστικές καρέκλες” και παζαρέματα με τις ώρες μπροστά στις αυλόπορτες; Είναι εικόνες παλιές που μα πάνε στα μέσα της δεκαετίας του ’80, στην εποχή της νιότης των σημερινών πενηντάρηδων. Η ποιήτρια ανοίγει ένα παράθυρο στο χθες και μας καλεί να δούμε και να ακούσουμε, σαν να είμαστε παρόντες σ’ αυτή τη σκηνή, σαν να είμαστε συμπρωταγωνιστές. Μα είναι τόσο σημαντικές οι πλαστικές καρέκλες; Όχι από μόνες τους! Αξίζουν, όσο ακριβώς αξίζει μια παλιά φωτογραφία που τη χαϊδεύουμε, τη φιλούμε και την αποθέτουμε κατατσαλακωμένη, με συγκίνηση στο στήθος μας.

Η σκούπα

Έρημη η αυλή

 

παίρνεις την ψάθινη σκούπα να ξανακούσεις εκείνο τον ήχο

γίνεται τότε ένας σαματάς

ζωντανεύουν λάστιχα, φαράσια, νοτιάδες

μέλισσες, βιότοποι, χλωροφύλλες

 

πιάνουν οι γλάστρες ξαναβάφονται κόκκινες

ασβεστώνουν τους κορμούς τους τα αειθαλή

θειαφίζονται οι τριανταφυλλιές

στροβιλίζεται τυφώνας η γύρη

εμφανίζεται η γιαγιά με το κομπινεζόν

κακούργα, φωνάζει

-ότι την ξύπνησες-

μια ζωή σκούπα δεν ήξερες

τώρα σε βρήκε προκοπή;

 

   Εδώ η κινηματογραφική μηχανή γυρίζει το φιλμ με μεγάλη ταχύτητα ανάποδα, κι όλα  γύρω τρέχουν κι αλλάζουν: Η αυλή ζωντανεύει κι ομορφαίνει ξανά. Κατακόκκινες απ’ την αρχή οι γλάστρες στη σειρά, φουντωτά τα φυτά, περιποιημένες οι τριανταφυλλιές, κι η γύρη ψηλά σύννεφο ολόκληρο! Και να, η γιαγιά με την αιώνια γκρίνια της! Πόσο ωραία ηχούν τα λόγια της κι ας μας μαλώνει! Η ποιήτρια μοιάζει να λέει, ας γύριζαν όλα πίσω, ας τα ζούσα ξανά άλλη μια φορά, κι ας με έλεγε “κακούργα” και “τεμπέλα”. Είναι τόσο γλυκιά η γκρίνια στα χείλη των ανθρώπων που χάθηκαν και μας έλειψαν.

 

  1. Εστίαση στο ασήμαντο – Μετατόπιση του ενδιαφέροντος:

Η ποιήτρια με σκηνοθετική δεινότητα εστιάζει συχνά σε μια απειροελάχιστη λεπτομέρεια, καταφέρνοντας έτσι να αναδείξει το δευτερεύον, το συμπληρωματικό στοιχείο, ως πρωτεύον. Έρχονται εδώ στο μυαλό μου τα λόγια του Οδυσσέα Ελύτη που τόνιζε με έμφαση την ανάγκη να ξεκινά ο ποιητής από το απόλυτο τίποτα και να δημιουργεί εκ του μηδενός: “Φτιάξε κάτι από το τίποτα”, είναι η συμβουλή του.

Το δεντρόσπιτο

Το δικό σου σπίτι ήταν πάνω στο δέντρο

γεμάτο μεσημέρια, ορόφους, μωρά

πρώτη φορά μάνα εκεί

εκεί δασκάλα, τραγουδίστρια, πουλί

που ποτέ του πίσω δε γύρισε.

 

Αγνώριστο σήμερα

και μόνο ένα σκουριασμένο καρφί στον κορμό

από εκείνες τις δόξες.

 

Ολόκληρο δέντρο

κι εσένα τα μάτια σου στο καρφί

 

να έχει γίνει όλο το δέντρο ένα καρφί

 

ένα καρφί το δέντρο.

Γιατί πρέπει να πέσει η ματιά μας στο καρφί; Γιατί αυτή η μικρή λεπτομέρεια που είναι αόρατη στα μάτια ενός ανύποπτου επισκέπτη, πρέπει να κερδίσει το ενδιαφέρον μας; Γιατί έχει τόση σημασία; ΚΙ όμως! Χωρίς πολλά λόγια, δηλώνει τη ριζική αλλαγή, τη φθορά, την καταστροφή. Ο σκληρός χρόνος καταλύει τα πάντα. Αυτό που ήταν κάποτε το κέντρο του μικρού μας κόσμου, απουσιάζει. Η μικρή λεπτομέρεια καταδεικνύει την απουσία. Είναι ικανή να μιλάει αντί για μας με δική της φωνή. ΟΙ λεπτομέρειες λένε πάντα πολλά!

Τα ψίχουλα

Ποτέ δεν ξέρεις πού θα σε βρει

μπορεί την ώρα που απλώνεις τα ρούχα

ή όταν σηκώνεις το τραπέζι.

 

Ξεχνάς με την κυρά Τασία;

Όταν έγινε το κακό

άλλος της έκλεινε τα μάτια

άλλος της άνοιγε τη χούφτα

να της πάρει τα ψίχουλα.

 Γιατί λίγα ψίχουλα στη χούφτα της νεκρής είναι ικανά να φέρουν αυτόν τον κρυφό λυγμό στον λαιμό του αναγνώστη; Γιατί αποτελούν την αφορμή να σφίγγεται η καρδιά μας; Η ποιήτρια ξέρει πώς να φέρει λυγμούς και δάκρυα! Έχει σπουδάσει την ανθρώπινη ψυχή και ξέρει να παίζει με τις διαθέσεις του αναγνώστη. Γιατί είναι τόσο σημαντική αυτή η λεπτομέρεια; Τα ψίχουλα υπογραμμίζουν με τον πιο χαρακτηριστικό τρόπο το αιφνίδιο του θανάτου. Μένουμε παγωμένοι απέναντι σ’ αυτή τη σκηνή. Η αντικειμενική της δύναμη επιβάλλεται πάνω μας και μας παρασέρνει. Είναι αλήθεια -τελικά- πως οι λεπτομέρειες είναι εξαιρετικά σημαντικές.

 

  1. Αντί επιλόγου:

Με μιαν αφοπλιστική απλότητα, χωρίς εξεζητημένες λέξεις κι εκφράσεις, η ποιήτρια αφήνει τη γόνιμη φαντασία της να καλπάσει ανενόχλητη σε απρόβλεπτα πεδία δράσης. Τα ποιήματα ενώ είναι αφηγηματικά στο σύνολό τους, δεν είναι μακροσκελή και γι’ αυτό δεν κουράζουν. Είναι τόσο εύστοχα, τόσο ρεαλιστικά, τόσο αληθοφανή, που πείθουν άμεσα: Αυτές οι μικρές ιστορίες είναι πέρα για πέρα αληθινές! Η ποίηση, όταν εγκαταλείπει τα καθιερωμένα της καλούπια, μπορεί να γίνει πολύ δυναμική, ανατρεπτική και πρωτότυπη. Μπορεί να μας μαγέψει από την αρχή, κι ας μας κούρασε για ένα μεγάλο διάστημα η στείρα επανάληψη των ίδιων σχημάτων. Για την ποιητική ανανέωση, λίγη τόλμη αρκεί!

                                                

 

 

 

 

 

 

 

 

  

 

Αφήστε μια απάντηση

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.