You are currently viewing Δώρα Κουγιουμτζή: ένα διήγημα

Δώρα Κουγιουμτζή: ένα διήγημα

 Η ΣΤΙΓΜΗ ΤΗΣ

               Ήταν μία, η πιο αγαπημένη της απ’ τις τριακόσιες εξήντα πέντε μέρες του χρόνου. Δεν είχε συγκεκριμένη ημερομηνία. Ήταν αυτή που σηματοδοτούσε το τέλος του καλοκαιριού όπως εκείνη το ονειρευόταν. Αυτή, που ο τοξικός καύσωνας που ήταν εκεί μέρα νύχτα τα τελευταία καλοκαίρια και κρατούσε ακόμη και μήνες ολόκληρους, νικιόταν. Φονικός, αδίσταχτος, σαν στρατιώτης που κρατώντας καλάσνικοφ τους έκλεινε σπίτι, μη μπορώντας ν’ αντέξουν την εξωτερική ζέστη, καθιστώντας τους ανάξιους να πάρουν μια ανάσα, που έκανε το δέρμα τους να κολλάει απ’ την υγρασία κι εκείνη δυστυχισμένη, με κρίσεις πανικού απ’ την ασφυξία, έκανε την υπαναχώρησή του. 

              Για εκείνη δεν ήταν μια απλή μέρα, αλλά μια ολόκληρη ιεροτελεστία. Έκλεινε τα air condition, τους ανεμιστήρες οροφής κι άνοιγε διάπλατα τις μπαλκονόπορτες να μπει ζωντανός αέρας. Ένας έντονος νοτιάς ή αν ήταν πιο τυχερή, ένα βοριαδάκι. Στεκόταν να πάρει δυο τρεις ανάσες κι έμπαινε στο μπάνιο, έβαζε αφρόλουτρα να τρέχουν ώρα μαζί με το νερό στο κορμί της, λουζόταν κι ήξερε πως τώρα η αίσθηση της δροσιάς κι οι μυρωδιές θα κρατούσαν, δεν θα εξανεμίζονταν λεπτά μετά λόγω του ιδρώτα και της υγρασίας που νότιζε τα πάντα. Έμπαινε στην κάμαρά της, ξάπλωνε στο κρεβάτι και περίμενε να νοιώσει την πρώτη ψύχρα που θα’ κανε το σώμα της να ριγήσει, πριν πάρει το σεντόνι για να σκεπάσει το κορμί της. Ήταν η στιγμή της. 

              Τώρα, είχε κι άλλο σώμα δίπλα της. Τον είχε μυήσει κι αυτόν στην τελετή της, πέφταν στο κρεβάτι ανάσκελα, τα πόδια τους μισάνοιχτα, τα χέρια με τις παλάμες προς τα πάνω, σαν επίκληση προς το σύμπαν, ένα ευχαριστώ… Οι ανάσες τους είχαν ηρεμήσει, είχαν κατέβει χαμηλά, ένα σταθερό κι αργό τέμπο, δεν είχαν σχέση με κείνο το γρήγορο λαχάνιασμα, αγώνα δρόμου να μπει αέρας στα πνευμόνια τους. Πιάστηκαν απ’ τ’ ακροδάχτυλα, τώρα τα σώματά τους δεν απωθούσαν το ένα το άλλο, γύρισε πλευρό, τον κοίταξε. Κοιμόταν γαλήνιος, σημάδια ξεκούρασης στο πρόσωπό του, τον φίλησε απαλά στο μάγουλο, έχωσε το κεφάλι της στα μαλλιά του, είχε κι εκείνος μακριά μαλλιά, μοσχομύριζαν.

              Ξαφνικά το κεφάλι της πετάχτηκε, το είχε αρπάξει εκείνος με τις παλάμες του και την ταρακουνούσε. “Ξύπνα, ξύπνα”, άκουγε την φωνή του μες τη νύχτα κι ένοιωθε πως κάποιος προσπαθεί να την βγάλει από έναν λαβύρινθο. Δεν καταλάβαινε που βρισκόταν. “Ξύπνα”, της φώναζε, “τί πήρες πάλι; τί πήρες πάλι;”. Τον είδε μπροστά της μούσκεμα στον ιδρώτα, τα μάτια της τρεμόπαιζαν, σήκωσε το κεφάλι της, ο ανεμιστήρας δούλευε  στο φουλ, γύριζε τόσο γρήγορα που θαρρείς και παράσερνε και το μυαλό της. Έπιασε τα μηνίγγια της. Εκείνος ούρλιαζε, δεν καταλάβαινε τι της έλεγε, σηκώθηκε, φόρεσε το παντελόνι του, κουνούσε τα χέρια του, την επέπληττε, δεν καταλάβαινε. Ένοιωθε μόνο αυτή τη γνώριμη, κοφτή και γρήγορη ανάσα, δεν μπορούσε να πάρει αέρα, ας έκλεινε κάποιος τον ανεμιστήρα, κόντευε να τρελαθεί. 

                Έκλεισε τα μάτια όταν άκουσε και την πόρτα να κλείνει πίσω της. Ξάπλωσε, κουλουριάστηκε. Όχι, δεν άντεχε ούτε μια νύχτα παραπάνω. Σηκώθηκε, πήγε στην κουζίνα, στο μυστικό ντουλάπι της, δεν το ήξερε ούτε εκείνος, δεν την καταλάβαινε, κανείς δεν την καταλάβαινε. Καταπίνοντας αυτό που έπρεπε, μπήκε στο μπάνιο, να πλυθεί, να λουστεί, θα ξάπλωνε και θα περίμενε να ξαναγυρίσουν οι βοριάδες, τα ρίγη, οι μυρωδιές, σε λίγο θα ξαναζούσε τη στιγμή της. 

Αφήστε μια απάντηση

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.