Loading...
Αφιέρωμα στην ΠοίησηΠΡΟΣΕΓΓΙΣΕΙΣΠρώτη Ύλη

Εαρινή Ισημερία – Για την ΗΜΕΡΑ ΠΟΙΗΣΗΣ, 21 Μαρτίου – Μικρό αφιέρωμα: 9 ποιητές

 

OΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ

 

 

ΕΚΕΙΝΟ ΠΟΥ ΔΕ ΓΙΝΕΤΑΙ

 

 Nα ‘χε η νοσταλγία σώμα να το σπρώξω απ’ το παράθυρο έξω!

Nα τσακίσω εκείνο που δε γίνεται!

Kορίτσι που από το γυμνό σου στήθος

σαν από σχεδία κάποτε μ’ έσωσε ο Θεός

Kαι ψηλά πάνω απ’ τα τείχη με την ημισέληνο με πήγε
μην κι από δική μου ακριτομύθεια φανερωθείς

και οι Tύχες σε βάλουν στο σημάδι

Όπως κι έγινε

Γιατί τέτοια θέλει κι αγαπά η ζωή

που εμείς αλλού πιστεύουμε πως είναι

Kι από τ’ άλλο μέρος της αγάπης από τ’ άλλο μέρος του θανάτου υπνοβατούμε ώσπου αβάσταχτα
περισφιγμένο κείνο που μας έγινε σάρκα της σαρκός

σαν το φώσφορο μέσα μας πάρει φωτιά και ανάψει και ξυπνήσουμε

Ίσια ναι πάει ο χρόνος αλλ’ ο έρωτας κάθετα
και ή κόβονται στα δύο ή που δεν απαντήθηκαν ποτέ
Aλλ’ αυτό που μένει σαν άμμος από δυνατόν αέρα στα δωμάτια

και η αράχνη κι έξω στο κατώφλι

O λύκος με το στρογγυλό το μάτι που ολολύζει

πιθανά φαίνονται όλα και προ πάντων τα βουνά της Kρήτης

που μικρός τα ‘χα στο χιόνι και τα ξαναβρήκα δροσερά

μα τι σημαίνει που κι ελεύθερος να μείνεις που και νικητής

πάλι ο ήλιος γέρνει κι είναι ολόγυρά σου

Σιγαλιά γεμάτη ακτές καταστραμμένες όπου ακόμη
κατεβαίνουνε τα σύννεφα να φάνε χόρτο

λίγο πριν για πάντα σκοτεινιάσει

Σα να πήραν τέλος οι άνθρωποι

και να μην έχει μείνει άλλο τίποτα καίριο να ειπωθεί.

 

 

ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΕΦΕΡΗΣ

  

ΦΥΓΗ

 

Δεν ήταν άλλη η αγάπη μας
έφευγε ξαναγύριζε και μάς έφερνε
ένα χαμηλωμένο βλέφαρο πολύ μακρινό
ένα χαμόγελο μαρμαρωμένο, χαμένο
μέσα στο πρωινό χορτάρι
ένα παράξενο κοχύλι που δοκίμαζε
να το εξηγήσει επίμονα η ψυχή μας.

Η αγάπη μας δεν ήταν άλλη ψηλαφούσε
σιγά μέσα στα πράγματα που μάς τριγύριζαν
να εξηγήσει γιατί δε θέλουμε να πεθάνουμε
με τόσο πάθος.

Κι αν κρατηθήκαμε από λαγόνια κι αν αγκαλιάσαμε
μ’ όλη τη δύναμή μας άλλους αυχένες
κι αν σμίξαμε την ανάσα μας με την ανάσα
εκείνου τού ανθρώπου
κι αν κλείσαμε τα μάτια μας, δεν ήταν άλλη
μονάχα αυτός ο βαθύτερος καημός να κρατηθούμε
μέσα στη φυγή.

 

 

ΤΑΣΟΣ ΛΕΙΒΑΔΙΤΗΣ

 

 

ΑΝ ΘΕΛΕΙΣ ΝΑ ΛΕΓΕΣΑΙ ΑΝΘΡΩΠΟΣ

 

 

Αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος
δεν θα πάψεις ούτε στιγμή ν΄αγωνίζεσαι για την ειρήνη και
για το δίκαιο.
Θα βγείς στους δρόμους, θα φωνάξεις, τα χείλια σου

Θα ματώσουν απ΄τις φωνές
το πρόσωπό σου θα ματώσει από τις σφαίρες – μα ούτε βήμα πίσω.
Κάθε κραυγή σου μια πετριά στα τζάμια των πολεμοκάπηλων
Κάθε χειρονομία σου σα να γκρεμίζει την αδικία.
Και πρόσεξε: μη ξεχαστείς ούτε στιγμή.
Έτσι λίγο να θυμηθείς τα παιδικά σου χρόνια
αφήνεις χιλιάδες παιδιά να κομματιάζονται την ώρα που παίζουν ανύποπτα στις πολιτείες
μια στιγμή αν κοιτάξεις το ηλιοβασίλεμα
αύριο οι άνθρωποι θα χάνουνται στη νύχτα του πολέμου
έτσι και σταματήσεις μια στιγμή να ονειρευτείς
εκατομμύρια ανθρώπινα όνειρα θα γίνουν στάχτη κάτω από τις οβίδες.
Δεν έχεις καιρό
δεν έχεις καιρό για τον εαυτό σου
αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος.

 

ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ

 

 

ΣΑΡΚΙΝΟΣ ΛΟΓΟΣ

 

 

Τί μορφη πο εσαι. Μ τρομάζει μορφιά σου. Σ πεινάω. Σ διψάω. Σο δέομαι: Κρύψου, γίνε όρατη γι λους, ρατ μόνο σ᾿ μένα. Καλυμένη π᾿ τ μαλλιά ς τ νύχια τν ποδιν μ σκοτειν διάφανο πέπλο διάστικτο π᾿ τος σημένιους στεναγμος αρινν φεγγαριν. Ο πόροι σου κπέμπουν φωνήεντα, σύμφωνα μερόεντα. ρθρώνονται πόρρητες λέξεις. Τριανταφυλλις κρήξεις π᾿ τ πράξη το ρωτα. Τ πέπλο σου γκώνεται, λάμπει πάνω π᾿ τ νυχτωμένη πόλη μ τ μίφωτα μπάρ, τ ναυτικ ονομαγειρεα. Πράσινοι προβολες φωτίζουνε τ διανυκτερεον φαρμακεο. Μι γυάλινη σφαρα περιστρέφεται γρήγορα δείχνοντας τοπία τς δρογείου. μεθυσμένος τρεκλίζει σ μία τρικυμία φυσημένη π᾿ τν ναπνο το σώματός σου. Μ φεύγεις. Μ φεύγεις. Τόσο λική, τόσο πιαστη. νας πέτρινος ταρος πηδάει π᾿ τ έτωμα στ ξερ χόρτα. Μι γυμν γυνακα νεβαίνει τ ξύλινη σκάλα κρατώντας μι λεκάνη μ ζεστ νερό. τμς τς κρύβει τ πρόσωπο. Ψηλ στν έρα να νιχνευτικ λικόπτερο βομβίζει σ όριστα σημεα. Φυλάξου. σένα ζητον. Κρύψου βαθύτερα στ χέρια μου. Τ τρίχωμα τς κόκκινης κουβέρτας πο μς σκέπει, διαρκς μεγαλώνει. Γίνεται μία γκυος ρκούδα κουβέρτα. Κάτω π τ κόκκινη ρκούδα ρωτευόμαστε πέραντα, πέρα π᾿ τ χρόνο κι π᾿ τ θάνατο πέρα, σ μι μοναχικ παγκόσμιαν νωση. Τί μορφη πο εσαι. μορφιά σου μ τρομάζει. Κα σ πεινάω. Κα σ διψάω. Κα σο δέομαι: Κρύψου.

 

 

ΝΙΚΟΣ ΚΑΡΟΥΖΟΣ

 

 

ΚΑΤΕΒΗΚΕ ΤΗ ΦΥΣΗ ΚΙ ΑΝΕΒΗΚΕ ΤΗΝ ΠΡΑΞΗ

 

νοών

ο ων

 

1

Μοίρες χιλιάδες μέσ’ στο ουράνιο σκοτάδι

δάκρυα

το αίμα κόκκινο

που χύνει ο λύκος της μαύρης ηλικίας

ιδέες μαινάδες μέσ’ στου νου το βράδυ

η ανθρώπινη λαλιά

τα συστήματα των φιλοσόφων όπως ανατολές με περιβόλια

φορβάδες της ομορφιάς οι γλώσσες

η αναγκαιότητα της μητέρας

τα ποιήματα δρόμος

και τα επτά στη ζήση αμαρτήματα

ο δυόσμος

το βλέμμα που πάει στ’ αστέρια

ένας θεός μεγάλος

ενδοκρινής

κι ο διάβολος με σιγή και διάρκεια οπλισμένος

απ’ τη θάλασσαν έρχονται.

 

2

Πολύς ο τρόμος

η χαρά γεννήτρα των άστρων

ευτυχίες απ’ τα κύματα…

Πολύς έρωτας και χιλιόγλωσσα δάση

φυτικές φυλές ολοσκότεινες

από ηφαίστεια ζωής απ’ τους πυθμένες

ένας παράξενος υπερπληθυσμός

θέλει το πάν κραυγάζει το Πάν

και τα πρώτα μυθόζωα τους αγκαθωτούς

όγκους αναπτύσσοντας

έξω στον ήλιο τυχαίον απ’ αιώνες

οι άγνωστες χλόες μόλις

τ’ αρχικά δέντρα

και τα ερπετά

με πόδια σαν αργά κλαδιά του τρόμου

θα υψώσουν έχοντας τ’ όνομα χρόνος

μεγάλη μόνη ελευθερία

σε θεόν ανάμεσα και στο χώμα

τα πουλιά.

 

(…)

 

ΣΑΠΦΩ

 

 

Για την Ατθίδα (6ος αιώνας π.Χ.)

 

«πάλι πάλι ο έρωτας` ο έρωτας με παιδεύει
και πώς να τον παλέψω Ατθίδα μου` που
αυτός με τα φαρμάκια και τις γλύκες του
μου κόβει τα ήπατα το τέρας!
κι εσύ πάει με βαρέθηκες`
κάνεις φτερά το ξέρω για την Ανδρομέδα
ποια `ναι λοιπόν αυτή που σε ξετρέλανε
η χωριάτα που μήτε
καν πώς να κρατήσει το φουστάνι της πάνω
από τον αστράγαλο δεν ξέρει;»

 

[Μετάφραση: Οδυσσέας Ελύτης]

 

 

 ΜΑΤΣΗ ΧΑΤΖΗΛΑΖΑΡΟΥ

 

(Από το ΑΝΤΙΣΤΡΟΦΗ ΑΦΙΕΡΩΣΗ)

 

 

Θα’ θελα μα πόσο θα’ θελα ναι θα’ θελα αμέσως τώρα τώρα
θέλω να ξεμαλλιάσω λίγο τη σύνταξη για να σε τραγουδήσω όπως
έμαθα στο Παρίσι
εσένα σ’ έχω Δεινόσαυρο από τους πιο εκπληκτικούς
εσένα σ’ έχω βότσαλο φρούτο απαλό που τ’ ωρίμασε η θάλασσα
σ’ ερωτεύω
σε ζηλεύω
σε γιασεμί
σε καλπασμό αλόγου μες στο δάσος το φθινόπωρο
με φοράω νέγρικο προσωπείο για να μας θέλεις εσύ
με κεντρίζεις μεταξένια άσπρο μου κουκούλι
με κοιτάζεις πολύ προσεκτικά
tu m’ abysses
tu m’ oasis
je te gougouch
je me tombeau bientôt
εσένα σ’ έχω δέκα ανθρώπους του Giacometti
σ’ έχω κόνδορα καθώς απλώνεσαι πάνω από τις Άνδεις
σ’ έχω θάλασσα γύρω τριγύρω από τα νησιά του Πάσχα
εσύ σπλάχνο μου πως με γεννάς
σε μίσχος
σε φόρμιγξ
με φλοισβίζεις
σε ζαργάνα α μ’ αρέσει
δυο κροταλίες όρθιοι στρίβουν και ξαναστρίβουν γλιστρώντας ο ένας γύρω
απ’ τον άλλο όταν σταματήσουν η περίπτυξή τους

είναι το μονόγραμμά σου
tu m’ es Mallarmé Rimbaud Apollinaire
je te Wellingtonia
je t’ocarina
εγώ σε Τσεπέλοβο Πάπιγκο Ελαφότοπο
εγώ σε Βίκο με τα γιοφύρια του κει που διαβαίνει ο χρόνος
σ’ έχω πει και ψέματα για να τους ξεγελάσουμε
εγώ σ’ έχω άρωμα έρωτα
σ’ έχω μαύρο λιοντάρι
σε ονειροβάτησα μαζί μου ως το γκρεμό
εσέ ασύλληπτο θυμάμαι και τον ύπνο μου χάνω
εσύ μάχες και ένσαρκα άλογα του Uccello
εσύ δωρητής (δεξιά κάτω της εικόνας)

εκείνου του μικρού κίτρινου αγριολούλουδου
εσύ κένταυρου ζέση
εσύ συντεχνία ολάκερη που έργα ποιείς διαβαίνοντας εν τη ανωνυμία
je te ouf quelle chaleur
tu m’ accèdes partout presque
je te glycine
εσύ φεγγάρι που ένα σύννεφο αναβοσβήνει
εσύ δε βαριέσαι παράτα το το σύμπαν έτσι που το’ χουμε αλαζονήσει
και δαύτο πώς να συναντηθούμε ποτέ
εσύ σε τρυφερό λόγο με το λόγο έτσι δεν είναι πες
εσύ σελίδα μου
εσύ μολύβι μου ερμηνευτή μου
σε ανοίγω συρτάρια
πώς γιατί δεν ήρθες τόσες φορές
σε ξεμάκρυνα εγώ λέω τώρα
δίχως τέλος λυπάμαι
σε κρυάδα γνώρισες ποτέ την καρδιά μου
σε μιαν έκπαγλη χρονιά ανταμώσαμε
σε ληστεύω από αλλουνού τα χέρια
σε ακούω από δω από κει
σε σιωπώ μες στην απέραντη τρυφερότητα
σιγά σιγά να καταλαγιάσουμε
όλα δεν τα’ χω πει
ΜΕ ΕΚΡΙΖΩΝΕΙΣ

 

 

ΕΛΕΝΗ ΒΑΚΑΛΟ

 

(Από το ΦΥΤΙΚΗ ΑΓΩΓΗ)

 

Τα φυτά έχουν άλλη από των ανθρώπων την αγωγή
Ότι δεν κινούνται δεν είναι μοναδικό
Ούτε πως δεν αυτοκτονούν
Τα φυτά είναι μονίμως επαναστατικά
Σκεφτείτε πως την ώρα του φεγγαριού αυξάνουνε τα φυτά

 

Ποιες συνήθειες των φυτών με τρομάζουν

Στα ξερά τα κλαδιά όταν σκάνε τα μάτια
διπλωμένα είναι μέσα τους ένα ένα τα πράσινα φύλλα
–Ίσως είναι γι’ αυτό που δεν ξέρεις τα φυτά αν πεθαίνουν στ’ αλήθεια–
γιατί ένα κλωνάρι καινούργιο
γερό που ανθίζει
πετάει απ’ την ίδια τη ρίζα
και τη θέση του κορμού που μαραίνεται παίρνει
πάλι είναι φυτά πριν πεθάνουν ο σπόρος τους πέφτει
στην κατάλληλη εποχή θα τα δεις να φυτρώνουν
ή η ρίζα τους μένει
πιο πολλά που γεμίζουνε τότε τον επόμενο χρόνο μάς δίνει
Η αντοχή των φυτών με ξαφνιάζει
Μερικά με τη ρίζα περνούν προχωρώντας στα θεμέλια
Απ’ τον κήπο στο πλάι
Μια λεύκα μάς φύτρωσε έτσι κι είναι τώρα μεγάλη
Τα φυτά δεν τα ορίζεις
Τα κλαδεύεις μονάχα όταν πρέπει
Τα φυτά που απλά τα νομίζουμε όλοι

 

(…)

 

ΚΙΚΗ ΔΗΜΟΥΛΑ

 

ΠΕΡΑΣΑ

 

Περπατ κα νυχτώνει.
ποφασίζω κα νυχτώνει.
χι, δν εμαι λυπημένη.

πρξα περίεργη κα μελετηρή.
Ξέρω
π᾿ λα. Λίγο π᾿ λα.
Τ
νόματα τν λουλουδιν ταν μαραίνονται,
πότε πρασινίζουν ο
λέξεις κα πότε κρυώνουμε.
Πόσο ε
κολα γυρίζει κλειδαρι τν ασθημάτων
μ
᾿ να ποιοδήποτε κλειδ τς λησμονις.
χι δν εμαι λυπημένη.

Πέρασα μέρες μ βροχή,
ντάθηκα πίσω π᾿ ατ
τ
συρματόπλεγμα τ δάτινο
πομονετικ κι παρατήρητα,
πως πόνος τν δέντρων
ταν τ στατο φύλλο τος φεύγει
κι
πως φόβος τν γενναίων.
χι, δν εμαι λυπημένη.

Πέρασα π κήπους, στάθηκα σ συντριβάνια
κα
εδα πολλ γαλματίδια ν γελον
σ
θέατα ατια χαρς.
Κα
μικρος ρωτιδες, καυχησιάρηδες.
Τ
τεντωμένα τόξα τους
βγήκανε μισοφέγγαρο σ
νύχτες μου κα ρέμβασα.
Ε
δα πολλ κα ραα νειρα
κα
εδα ν ξεχνιέμαι.
χι, δν εμαι λυπημένη.

Περπάτησα πολ στ ασθήματα,
τ
δικά μου κα τν λλων,
κι
μενε πάντα χρος νάμεσά τους
ν
περάσει πλατς χρόνος.
Πέρασα
π ταχυδρομεα κα ξαναπέρασα.
γραψα γράμματα κα ξαναέγραψα
κα
στ θε τς παντήσεως προσευχήθηκα κοπα.
λαβα κάρτες σύντομες:
γκάρδιο ποχαιρετιστήριο π τν Πάτρα
κα
κάτι χαιρετίσματα
π τν Πύργο τς Πίζας πο γέρνει.
χι, δν εμαι λυπημένη πο γέρνει μέρα.

Μίλησα πολύ. Στος νθρώπους,
στο
ς φανοστάτες, στς φωτογραφίες.
Κα
πολ στς λυσίδες.
μαθα ν διαβάζω χέρια
κα
ν χάνω χέρια.
χι, δν εμαι λυπημένη.

Ταξίδεψα μάλιστα.
Π
γα κι π δ, πγα κα π κε
Παντο
τοιμος ν γεράσει κόσμος.
χασα κι π δ, χασα κι π κε.
Κι
π τν προσοχή μου μέσα χασα
κι
π τν προσεξία μου.
Π
γα κα στ θάλασσα.
Μο
φειλόταν να πλάτος. Πς πς τ πρα.
Φοβήθηκα τ
μοναξι
κα
φαντάστηκα νθρώπους.
Το
ς εδα ν πέφτουν
π τ χέρι μις συχης σκόνης,
πο
διέτρεχε μιν λιαχτίδα
κι
λλους π τν χο μις καμπάνας λάχιστης.
Κα
χήθηκα σ κωδωνοκρουσίες
ρθόδοξης ρημις.
χι, δν εμαι λυπημένη.

πιασα κα φωτι κα σιγοκάηκα.
Κα
δν μο λειψε οτε τν φεγγαριν περα.
χάση τος πάνω π θάλασσες κι π μάτια,
σκοτεινή, μ
κόνισε.
χι, δν εμαι λυπημένη.

σο μπόρεσα φερ᾿ ντίσταση σ᾿ ατ τ ποτάμι
ταν εχε νερ πολύ, ν μ μ πάρει,
κι
σο ταν δυνατν φαντάστηκα νερ
στ
ξεροπόταμα
κα
παρασύρθηκα.

χι, δν εμαι λυπημένη.
Σ
σωστ ρα νυχτώνει.

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.