Loading...
Ολίγα τινάΠΡΟΣΕΓΓΙΣΕΙΣ

Ελένη Λαδιά: Αὐτοβιογραφικό μεταφυσικὀ ἐπεισόδιο

(στόν ποιητή Βασίλη Πανδή, πού τό παρακολούθησε.)

 

Ἦταν μία ἡμέρα οὐδέτερη, πού τίποτε δέν προμηνοῦσε αὐτό πού θά συνέβαινε. Κάθισα στό καλαίσθητο καί πάντα ἀνοιξιάτικο καφενεῖο τοῦ Κυκλαδικοῦ Μουσείου, περιμένοντας τόν νεαρό ποιητή, ὁ ὁποῖος ἐρχόταν ἀπό τήν Κέρκυρα στήν πρωτεύουσα. Ἐγώ κανόνισα αὐτή τήν  συνάντηση, πρῶτον γιατί ἐκτιμοῦσα πολύ τήν ποίηση τοῦ φίλου μου καί δεύτερον γιατί εἶχα ἀπέναντί μου τήν Ὀρχούμενη Λάκαινα τοῦ γλύπτη Καλλιμάχου ἀπό τούς κλασικούς χρόνους. Λάτρεψα τόσο πολύ αὐτό τό ἀέρινο ἄγαλμα, αὐτή τἠν πανέμορφη χορεύουσα Λάκαινα, ὥστε ἤθελα νά τήν καμαρώσει καί ὁ φίλος μου.

 Αὐτός ἀργοῦσε κι ἔτσι εἶχα τό χρονικό περιθώριο νά μήν σηκώσω τά μάτια μου ἀπό τό ἄγαλμα. Ὅταν ἔφτασε ζητώντας συγγνώμη γιά τήν μικρή του καθυστέρηση, κι ἐκεῖ πού συζητούσαμε μέ ἠρεμία, εἶδα νά ἔρχονται ἀπό τήν εἴσοδο τοῦ Μουσείου, ἀκριβῶς ἀπέναντί μου δύο γυναῖκες. Ἡ μία ἀπό αὐτές ἦταν ἡ πρώτη μου ἐκδότρια, ἡ περίφημη Μάνια, νεκρή ἐδῶ καί μερικά χρόνια. Χάρηκα καί τρόμαξα μαζί. Ἦταν ὁλόιδια, αὐτή ἡ ἴδια, ὁλοζώντανη, μέ τό ἴδιο ὑψος καί πάχος, μέ τά ἴδια κατάσπρα κουρεμένα μαλλιά, μέ τήν ἴδια ἔκφραση τοῦ προσώπου, τίς ἴδιες κινήσεις, τό ἴδιο κάπως νεάζον καί περίεργο ντύσιμο, τίς ἴδιες πανάκριβες μπότες. Τρομαγμένη καθὠς ἤμουν, ἐξήγησα στόν φίλο μου τήν ταραχή μου. 

«Τώρα γράφεται τό διήγημα! » εἶπε ἐκεῖνος χαμογελώντας μέ σημασία. Αὐτό τό χαμόγελο πού εἶδα ἀστραπιαίως ἀπό τό προφίλ τοῦ προσώπου του ἐνίσχυσε τήν ταραχή μου.

Μήν μπορώντας σχεδόν νά πάρω ἀνάσα, φώναξα τό καλό κορίτσι, τήν σερβιτόρα τοῦ καφενείου.

« Αὐτή ἡ κυρία, ἡ ἀκριβῶς ἀπέναντί μου, πού ἔχει τό κεφάλι της στραμμένο πρός ἐμένα, εἶναι ὁλόιδια ἡ νεκρή ἐκδότριά μου. Τρέμω τώρα..» τῆς εἶπα καί πράγματι κοιτάζοντάς με ἡ κοπέλα ἀνησύχησε.

«Πολλοί ἄνθρωποι μοιάζουν» εἶπε καθησυχαστικά.

« Ὄχι αὐτή εἶναι ἴδια, ὁλόιδια, τήν ξέρω, μόνο τό ὄνομά της δέν ξέρω. Τήν ἔχετε ξαναδεῖ; μπορεῖτε νά ρωτήσετε τό ὄνομά της..»

 «Ὄχι δέν τήν ξέρω. Πρώτη φορά τήν βλέπω.» Ἡ φωνή της φανέρωνε ἕνα φόβο, τῆς εἶχα φαίνεται μεταδώσει τήν ταραχή μου.

 Στό μεταξύ ἡ κυρία συζητοῦσε μέ τήν φίλη της, κάνοντας τίς ἴδιες κινήσεις καί παίρνοντας τίς ἴδιες ἐκφράσεις πού γνώριζα τόσο καλἀ. Ἦταν ἀδύνατον, ἦταν ἡ ἴδια, ἴσως νά ξέφυγε ἀπό μία πτυχή τοῦ χρόνου καί νά ἐμφανίστηκε στό παρόν. Ὅλα μποροῦν νά γίνουν παρόντα. Ποτέ δέν μοῦ εἶχε συμβεῖ τέτοιο περιστατικό, τέτοιας ὁμοιότητας!

Προσπαθώντας νά χαλιναγωγήσω τήν συγκίνησἠ μου, συζητοῦσα μέ τόν φίλο ποιητή ρίχνοντας συγχρόνως πλάγιες ματιές στήν κυρία. Κάποια στιγμή βλέπω τήν σερβιτόρα νά τήν πλησιάζει καί νά μιλοῦν.

«Τήν λένε Δέσποινα» μέ πληροφόρησε ἡ κοπέλα. «Καί μοῦ εἶπε πώς κι ἐκείνη σᾶς ἔχει ξαναδεῖ.»

Ἐκεῖ κόπηκαν τά γόνατά μου: μέ εἶχε ξαναδεῖ; ἄρα εἴχαμε συναντηθεῖ ἀλλά ποῦ πότε καί γιατί; Δέσποινα, τρισύλλαβο ὄνομα άλλά καί τήν ἐκδότριά μου τήν εἶχαν βαφτίσει Μαρίνα. Τρισύλλαβο ἐπίσης.

«Σέ παρακαλῶ,» εἶπα στόν νεαρό ποιητή, «τράβηξέ την μία φωτογραφία καί στεῖλε μου την στό mail μου. Θέλω νά τήν ἔχω.» Περίμενα πώς τό κινητό δέν θά συλλάμβανε τήν νεκραναστημένη μορφή της, ἀλλά ἡ φωτογραφία ἦταν πραγματική. Ἦταν ἡ  ἴδια, ἀπαράλλαχτα ἡ ἴδια.

Ἔφυγα πρώτη ἀπό τό Μουσεῖο ἀφήνοντας τόν φίλο μου νά δεῖ τά ὑπόλοιπα ἔργα τῆς ἔκθεσης, Τό Κάλλος.

Προτοῦ φύγω, πῆγα κοντά της, ( τήν φίλη της δέν τήν πρόσεξα καθόλου σάν νά μήν εἶχε πρόσωπο.)

«Κυρία Δέσποινα μέ συγχωρεῖτε ἀλλά μοιάζετε τόσο μέ τήν φίλη μου τήν ἐκδότρια, πού χρόνια χρόνια τώρα ζῆ στό ἐξωτερικό.» (τί νά ἔλεγα; πώς βρίσκεται στό μνῆμα!) «Μοιάζετε πάρα πολύ.»

Χαμογέλασε. «Κι ἐσεῖς μοῦ εἶσθε γνώριμη. Σᾶς ἔχω ξανασυναντήσει. Μήπως εἶσθε ἐκπαιδευτικός;»

 «Ὄχι, ἄν καί οἱ σπουδές μου θά μοῦ τό ἐπέτρεπαν.»

«Τότε ποῦ;» ἀναρωτήθηκε συλλογισμένη. «Εἶμαι σίγουρη πώς ξανασυναντηθήκαμε. Μήπως παρακολουθούσατε τά μαθήματα ἱστορίας τῆς κ. Εὐθυμίου;»

Μόλις κρατήθηκα γιά νά μήν φωνάξω ὀλοφυρόμενη: Ἐγώ εἶμαι Μάνια, ἡ Ἑλένη, ἡ συγγραφεύς …

Δέν βρήκαμε πότε καί ποῦ εἴχαμε ξανασυναντηθεῖ, ἄν κι ἐγώ εἶμαι βέβαιη πώς συναντιόμασταν γιά πάνω ἀπό εἴκοσι χρόνια στό βιβλιοπωλεῖο τῆς Ἑστίας.

Τήν χαιρέτησα εὐγενικά καί μελαγχολικά. Ἔφυγα.

Ὅταν πῆγα στό σπίτι ἄνοιξα τόν ὑπολογιστή καί εἶδα μεγεθυμένη τώρα τήν φωτογραφία πού τράβηξε ὁ ποιητής. Κι ἔκανα ἕνα πείραμα. Τήν ἔδειξα καί τήν ἔστειλα  σέ ὅσες φίλες μου τήν εἴχανε γνωρίσει: κι ὅλες εἶπαν τό ἴδιο. «Ἡ Μάνια», ἀναφώνησαν ἤ μοῦ ἔγραψαν: αὐτή εἶναι ἡ  Μάνια.

Υγ Γιά ὅποιον δύσπιστο ἡ φωτογραφία της εἶναι ἀποθηκευμένη στόν ὑπολογιστή μου.

 

 28 Δεκ. τοῦ 2021
Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.