ΚείμεναΠΡΟΣΕΓΓΙΣΕΙΣΠρωτοσέλιδο

Ελένη Λιντζαροπούλου: ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΠΑΠΑΔΙΤΣΑΣ – Τηρώντας τις υποσχέσεις -100 χρόνια από την γέννηση του ποιητή Δ. Π. Παπαδίτσα

Όταν το 2006 ολοκλήρωνα στην Θεολογική Σχολή την εργασία που μου είχε αναθέσει η Καθηγήτριά μου κ. Κίρκη Κεφαλέα για την ποιητική σύνθεση Εν Πάτμω του Δ. Π. Παπαδίτσα έκλεινα το κείμενο με μία υπόσχεση να επιστρέψω. Από τότε η ακοίμητη φιλία της Ελένης Λαδιά για τον ποιητή και η έννοια της για το έργο του με ξανακάλεσε πολλές φορές να σκύψω στα ποιήματά του τα οποία μελέτησα με οδηγό το έργο αναφοράς της ίδιας Ο αγαπημένος του όντος[1]το οποίο υπήρξε και ευλογημένη αφορμή γνωριμίας μας με την συγγραφέα.

 Με την μεγάλη ποίηση συμβαίνει συχνά το εξής· όταν την προσεγγίσεις για πρώτη φορά νοιώθεις τα λόγια σου φτωχά, ανάξια να μιλήσουν γι’ αυτήν. Με την ποίηση του Δ. Παπαδίτσα μου συνέβη ακριβώς αυτό, διάβαζα και στεκόμουν μαγεμένη, στριφογύριζα σαν μέλι τις λέξεις του στο στόμα μου, άφωνη. Όμως τον απολάμβανα, τον αισθανόμουν οικείο. Ήξερα βεβαίως ότι αυτό οφειλόταν στα μελετήματα της Ελένης Λαδιά και στις συχνές συζητήσεις μας για τον ποιητή, αλλά εγώ ήθελα να λέω ότι μας συνέδεε και ένα μυστικό νήμα μ’ εκείνον, μια ανθρώπινη μυστική συγγένεια… Είχα πολλές φορές βαδίσει στα βήματα του και είχα περάσει από τα μέρη που έζησε και εργάστηκε.

Ο Δημήτρης Παπαδίτσας γεννήθηκε μεν στα Κουμέικα της Σάμου, στις 22 Σεπτεμβρίου 1922, και πέρασε τα πρώτα χρόνια της ζωής του σε διάφορες ακριτικές περιοχές της Ανατολικής Μακεδονίας γιατί ο πατέρας του ήταν στρατιωτικός, όμως από το 1935 έως το 1960, έζησε στην Νίκαια, στην πόλη μου, μαζί με τους γονείς του και τα δυο του αδέλφια, Ιορδάνη και Βλαδίμηρο. Έτσι, τον αισθανόμουν δικό μου, συντοπίτη, χωρίς βεβαίως να μπορώ να περιορίσω το ανάστημά του στην Νίκαια.

Ο Παπαδίτσας ο οποίος σπούδασε στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών όπου έλαβε τον τίτλο του Διδάκτορα, μετεκπαιδεύτηκε στο Μόναχο και εργάστηκε ως Ορθοπεδικός, βρέθηκε σε έναν από τους επόμενους σταθμούς της ζωής του στην Καλαμάτα, όπου είχε για πολλά χρόνια ιδιωτικό ιατρείο[2]. Η Καλαμάτα, η πόλη του παππού μου, να κι άλλη συνάντηση…πώς να μην αισθάνομαι συγκίνηση; 

Κι όπως αναζητούσα κι άλλους κρίκους για να δέσω αυτήν την υπόγεια μυστική σχέση, γιατί βεβαίως δεν τολμούσα να κοιτάξω στα μάτια τον ποιητή, τον άνθρωπο ακολουθούσα, να σου και τα ονόματα των γονέων του, Παρασκευάς και Μαρίτσα, σαν των δικών μου. Αυτό το τελευταίο μου δημιουργούσε και μου δημιουργεί αλήθεια συγκίνηση, γιατί ξαφνικά ο ποιητής ενώ παραμένει αθάνατος στο βάθρο του, συνεχίζει να βαδίζει δίπλα μας με σάρκα και οστά, άλλοτε μικρό παιδί με μητέρα και πατέρα, άλλοτε φίλος στις βόλτες τους με τον Αθηνόδωρο Προύσαλη και τον Μιχάλη Νικολινάκο, άλλοτε τσακισμένος από την σύλληψη του αδελφού του Βλαδίμηρου στο Μπλόκο της Κοκκινιάς, γιατί πώς αλλιώς… πώς θα γινόταν να μεταφέρει στις λέξεις του όλου του κόσμου την ανθρώπινη συγκίνηση αν δεν βάδιζε δίπλα μας, εκείνος που δεν γνώρισα και που στις 22 Σεπτεμβρίου θα γινόταν 100 χρονών;  

Αν μου ζητήσει κανείς να πω ποιο ποίημα του Παπαδίτσα αγαπώ, θα πω το Ελευσίνιο. Το παραθέτω…

 

10

(ελευσίνιο)

 

Ήταν τα μάρμαρα ήταν η σκόνη ήταν Νεΐθ Αθώρ

ΙΕΡΟΦΑΝ[…] ΚΕΛΕΥΘΑ ΜΙΝ

ΔΗΜΩ ΜΕΓΑΡ[…];

 

Ήταν παρόχθια μυστικά;

ήταν τα χνάρια μου ακριβώς στα χνάρια σου;

ήταν το μυστικό απ’ το μυστικό;

η αίσθηση μέσα απ’ την αίσθηση;

 

Ήταν ότι ακριβώς ήμουν εσύ:όργιο αγαθό, στάχυ, πομπή;

το χέρι εκείνο που άγγιζε κι έπεφτε αιθάλη;

Η συκιά μέσα απ’ τη συκιά ο καρπός;

τα βήματα μέσα απ’ τα βήματα τα πόδια;

(αχ αυτά που πάτησαν

φωτιές

και μια ήταν σκιές και μια ήταν άνθια)

 

Ήτανε συκοβλάσταρο σε δράκου στόμα; πώς να ξεχάσω

του Αυγούστου το πλουτώνιο άντρο;

πώς τις αγέλαστες πλουτώνιες πέτρες

πώς το νερό πώς την αράχνη πώς το παρθένιο φρέαρ;

 

Πώς το φιλί που δεν σ’ αντάμωσε

και πώς εγώ ο ηλιογδαρμένος σ’ έχασα απ’ τα μάτια;

                                               

                                                                          1981

Γιατί το αγαπώ; Δεν υπάρχει στην πραγματικότητα εξήγηση. Ίσως γιατί η Ελευσίνα είναι ο τόπος πνευματικής καταγωγής της Ελένης Λαδιά που αποτελεί, για να σοβαρολογώ, τον σημαντικότερο δεσμό μου με τον ποιητή, ίσως γιατί το διάβασα τόσες φορές που αντήχησε μέσα μου η διάστασή του…

 

ήταν το μυστικό απ’ το μυστικό;

η αίσθηση μέσα απ’ την αίσθηση;

 

Η συκιά μέσα απ’ τη συκιά ο καρπός;

τα βήματα μέσα απ’ τα βήματα τα πόδια;

 

Πόσο θαυμαστά ο ποιητής αναζητά την ουσία των πραγμάτων, το μυστικό απ’ το μυστικό, το απερινόητο βάθος, την αίσθηση μέσα απ’ την αίσθηση, τον λόγο και την αιτία την συκιά μέσα απ’ την συκιά τον καρπό, τα βήματα μέσα απ’ τα βήματα τα πόδια.

 

Η αναζήτηση της αιτίας, όπως και η αναζήτηση του όντος αποτελούν την αδιάκοπη ποιητική του αγωνία. Σε έναν από τους ποιητικούς αφορισμούς του ο Παπαδίτσας αναφέρει: Γιατί μερικοί ποιητές σ’ όλη τη ζωή τους και με όλους τους τρόπους μας λένε για θάλασσες και ωκεανούς, χωρίς να μας έχουν πει τίποτα για νερό;

 

Αυτή ήταν και η ερώτησή του που με κάνει πάντα να επιστρέφω, όχι για να απαντήσω, ο Θεός να φυλάει, αλλά γιατί η συνάντηση με τον ποιητή είναι πάντα ελπίδα αναβαπτίσματος στην κάψα και την δροσιά της ποίησής του.

 

 

 

 

12/9/2022

 

[1] Ελένη Λαδιά, Ο αγαπημένος του όντος, τρίτη έκδοση. Αρμός, Αθήνα:2020.
[2] Μανδραγόρας, τεύχος 39, 2008.
ΜΟΙΡΑΣΤΕΙΤΕ ΤΟ
Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.