Loading...
ΒιβλιοπαρουσιάσειςΠΡΟΣΕΓΓΙΣΕΙΣ

Ευτυχία Αλεξάνδρα Λουκίδου: Νίκος Παπάνας, ΣΕ ΑΝΑΚΗΡΥΣΣΩ ΝΙΚΗΤΡΙΑ εκδ. Ιωλκός 2021

Ας μιλήσουμε για συνταγές και για δοσολογία. Ας υποθέσουμε πως μαγειρεύουμε τη ζωή που μετατρέπεται σε ποίηση, τον έρωτα που μετατρέπεται σε ποίηση και την απώλεια που κατοικοεδρεύει φαρδιά πλατιά στην ποίηση.

Πόσες απώλειες χρειάζονται για τη νίκη της ποίησης;

Απαντά ο Ελύτης: «Κάθε νίκη από χιλιάδες μικρές ήττες καμωμένη», συνεχίζει η Δημουλά: «…Θ’ απαρνηθείς την ήττα; / Η ήττα είναι παράδοση / μιλιέται από σώμα σε σώμα διαιωνίζεται. / Είδες ποτέ κανένα όνειρο / μεταμοντέρνας νίκης να διαρκεί;…» για να καταλήξει ο Καρούζος: «Όποιος λέει είναι νικητής / διαπράττει ένα ανιαρό λάθος / όποιος λέει πως είναι νικημένος / διαπράττει ένα σπαραχτικό λάθος».

Ο Νίκος Παπάνας είχε υπόψη του τα λόγια του συνονόματού του; Είναι εις γνώση του το σπαραχτικό λάθος; 

Ας είμαστε όμως λιγάκι πιο προσεκτικοί. Ο τίτλος λέει απλώς «Σε ανακηρύσσω νικήτρια». Από πού κι ως πού αυτό σημαίνει ότι εκείνος έχει ηττηθεί; Και αν ανακηρύσσεται νικήτρια μέσα από μια ολόκληρη συλλογή μια ύπαρξη θηλυκή ποιος μας εμποδίζει να φανταστούμε το πρόσωπο αυτό πέρα και πάνω από το φύλο εννοώντας πως εντέλει ίσως η ίδια η ποίηση είναι εκείνη που νικά ανιστορώντας τις ήττες του ποιητικού υποκειμένου.

Κι αφού σύμφωνα με τον ιδρυτή του σουρεαλιστικού κινήματος στη Γαλλία και πολιτικού ακτιβιστή Λουί Αραγκόν: «Il n’y a pas d’amour heureux» (Δεν υπάρχει ευτυχισμένος έρωτας) στίχος που δεν είναι απόλυτα βέβαιο πως αφορά μόνο την σύζυγό του Έλσα Τριολέ αλλά ενδεχομένως και την ίδια τη Γαλλική αντίσταση, τότε και ο τίτλος της συλλογής μπορεί να επιδέχεται πολλαπλές ερμηνείες και η ασάφειά του να συστήνει την πιο φανερή παραδοχή: ότι η ποίηση πάντα θα νικά και εμείς θα συνδράμουμε με τη μία ή την άλλη ήττα μας στη νίκη αυτή.

Και θέλει τόλμη φυσικά να παραδεχτείς τη σαρωτική δύναμη του έρωτα που αφήνει το ποιητικό υποκείμενο μέσα από τον ασταθή μετεωρισμό του σε θέση υμνητή της ματαίωσης και του διακεκομμένου, κάτι που επάξια ο Νίκος Παπάνας διαχειρίζεται. Κι αφού μιλάμε για το διακεκομμένο ίσως θα έπρεπε να αναρωτηθούμε αν είναι ρομαντική η ποίηση του Παπάνα; Θα έλεγα για αρχή πως είναι ειλικρινής και γυμνή, απόλυτα συμφιλιωμένη με το ανέφικτο, γι’ αυτό και αποφασίζει μέσα από τη γραφή του να το καταστήσει εφικτό παγιδεύοντας σε στίχους το φευγαλέο του έρωτα. Η γραφή άλλωστε είναι η ίδια η δυνατότητα να συμβεί το ανεκπλήρωτο αλλά και η ίδια η χλεύη απέναντι στα τετελεσμένα. Ο Παπάνας γράφει και σκιαγραφεί τη ματαίωση που εντούτοις του δωρίζει την επαφή με την Πλατωνική ωραιότητα του λεπταίσθητου που ως άπιαστο διαφεύγει. Αν βέβαια προσεγγίζαμε τον ρομαντισμό με τη λογική του αποσπάσματος, την απουσία δηλαδή του τέλειου και ολοκληρωμένου τότε θα έλεγα πως ναι ανήκει στους ρομαντικούς τους οποίους και θαυμάζαμε γι’ αυτό που δεν κατάφεραν να κάνουν. Υπό αυτή την έννοια μάλιστα θα συμφωνούσα με τον Γιώργο Μπλάνα που ονόμαζε ρομαντικό τον Σολωμό που μας παρέδωσε τα ανολοκλήρωτα σχεδιάσματα. «Πάλι κερδίζεις και με κερδίζεις / Πάλι χάνω και τα χάνω. Το αδιέξοδο γίνεται μαγνήτης και η Σισύφεια προσπάθεια μετατρέπει το ανεκπλήρωτο σε δυνατότητα που ολοένα καθυστερεί να μετονομαστεί σε βίωμα.

[…] Μέσα μας συσσωρεύονται και μας πονούν / αταξίδευτα φιλιά // που δε φτάνουν στον προορισμό τους / και γίνονται ηχηρά πυροτεχνήματα.

«Οργανισμός ποιητικών επικοινωνιών Ελλάδας»

Η προσμονή και το δίλημμα κάποτε κατέχουν θέση πρωταγωνιστή σε ένα έργο που ο ποιητής ολοένα παρακολουθεί τις πρόβες, ουδέποτε ωστόσο παρίσταται στην πρεμιέρα του. Δεν θα έλεγα πάντως ότι κάτι τέτοιο τον συνθλίβει. Απεναντίας ασκεί στη γραφή του σαγηνευτική έλξη το απροσπέλαστο, το δυνάμει, το παρ’ ολίγον γενόμενο. Γράφει στο ποίημα «Μονόλογος του αρλεκίνου στο πρώτο ραντεβού»:

 

[…]Εντάξει, θα έρθω κι εγώ. / Είπα, θα έρθω, επαναστάτες. / Κι αν δεν έρθεις εσύ, θα έρθω κι αύριο / μήπως έκανα λάθος στη μέρα. / Κι αν έρθεις εσύ, πάλι θα έρθω κι αύριο / να ξαναζήσω τη συνάντηση. […]

 

Σε αντίστοιχη δραματική ομολογία καταφεύγει η Ζωή Καρέλλη και συγκλονίζει γράφοντας:

«Είμαι αυτός που πηγαίνει στη συνάντηση / κι αυτός που περιμένει συνάμα».

Και ο Παπάνας, ενόσω περιμένει, πλέκει και υφαίνει, και γίνεται το πλεκτό του λόγου το ρούχο εκείνο που ζεσταίνει την αναμονή ή το χαλί που στρώνεται για να περάσει το ερχόμενο, αν και όποτε και βέβαια στην απίθανη εκείνη περίπτωση που η μοίρα ξαστοχήσει, παραφράζοντας τον Ορέστη Αλεξάκη στο ποίημά του “Cote dAzur”: Γιατί κι η μοίρα κάποτε αστοχεί / Γιατί κι η νύχτα κάποτε φωτίζει.

Στον ενδιάμεσο χρόνο η ποίηση αναλαμβάνει να υποκαταστήσει τα δευτερόλεπτα και την αργοπορία, την καθυστέρηση και τη χρονοτριβή, ενώ ο λόγος έλκει και σκιαγραφεί, αναγκάζει θα λέγαμε το άπιαστο να παγιδευτεί στην αρπάγη του στίχου.

Ένας μεγεθυντικός φακός στην υπηρεσία του και μία έως και τρεις θα λέγαμε δόσεις αυτοσαρκασμού γίνονται τα σθεναρά υποστυλώματα ενός ψυχισμού που αξιοπρεπώς περιδιαβαίνει το πεδίο των επιθυμιών του.

Η ευκινησία του λόγου τού επιτρέπει μάλιστα να μετακινείται με άνεση σε εποχές και ποιητικά κινήματα και από τον ρομαντισμό λίγες σελίδες παραπέρα να γειτνιάζει με τη γενιά των Μπιτ ποιητών. Για την ακρίβεια, επιχειρώντας μια «αιρετική αναπόληση» όπως γράφει, κατορθώνει να βιώνει αναδρομικά και κάποτε πρωθύστερα το ερωτικό συμβάν το οποίο προσλαμβάνει κάποτε διαστάσεις φασματικές και ονειρώδεις.

Δεν είμαι, βέβαια, beat ποιητής – / εδώ που τα λέμε, ίσως ούτε καν ποιητής. / Δεν έχω ούτε γενειάδα ούτε γραφομηχανή με ταλέντο / να μεταμορφώνεται σε ακατανόμαστα ζωύφια. // Όμως αν μπορούσα, θα έγραφα γι’ αυτό το Negroni, / κι ας μην είναι πια της μόδας το θέμα. / Λοιπόν ας δοκιμάσω: το κρατώ στο χέρι μου, / μαύρο τ’ όνομα, κόκκινο το ποτό. […]

 «Negroni»

Κι αφού δεν υπήρξε ποτέ ευτυχισμένος έρωτας, ούτε εξωραϊσμένη εκδοχή του αναλαμβάνει η γραφή του Νίκου Παπάνα τη μυθική εξιδανίκευσή του σε συνδυασμό με ένα πνεύμα ειρωνείας ως πλάγιο σχόλιο στη θεοποίηση του φτερωτού θεού.

Ωστόσο, πρόθυμα θα αντάλλασε το βασίλειό του, αν βέβαια το είχε, προκειμένου ένα μήνυμα, ένα τηλεφώνημα ή ένα ταχυδρομικό περιστέρι να του έστελνε σήματα καπνού. Η αυτοκριτική του ποιητή σε πολλά σημεία της συλλογής σε μορφή απλής εξομολόγησης αποκαλύπτει ένα ευφυές σχέδιο επιβίωσης που ο ίδιος εν γνώσει και υπ’ ευθύνη του εκπονεί, προκειμένου να αντέξει το ανεκπλήρωτο. Έτσι επιδίδεται σε πράξεις μαθηματικές, ιδιότυπες προσθαφαιρέσεις και πολλαπλασιασμούς που κάποτε τον σώζουν.

[…]Αλήθεια, πώς δικαιολογείται / να είναι το πένθος μου αντιστρόφως ανάλογο / της διάρκειας γνωριμίας μας; / Μήπως επειδή, αντί για πρόσθεση, / καταλήγω να κάνω αφαίρεση; / Προβλήματα προς επίλυση… // Αλλά κι αν πολλαπλασιάσω/ τ’ αδειανά ποτήρια στο τραπέζι μου / επί την απουσία σου, / το αποτέλεσμα πάλι μηδέν – / παραληρώ ή παραλύω;/ Τουλάχιστο να ξενυχτήσω, / να μείνω εδώ, να εξωραΐσω / το πρόωρο τέλος σε καινούργια αρχή. […]

«Παραλύω με όρους μαθηματικούς»

 

Συνεχίζοντας και ακολουθώντας την πρακτική του αποσπάσματος που χαρακτηρίζει το κίνημα του ρομαντισμού κατευθυνόμαστε στο τελευταίο μέρος της συλλογής στα λεπταίσθητα χαϊκού που κι εκείνα τάσσονται στην υπηρεσία του ίδιου σκοπού. Στην αποσπασματική δηλαδή καταγραφή ενός υπαινιγμού, στη θρησκευτική προσήλωση στη μορφή ή ακόμα καλύτερα στην εικόνα του προσώπου που διαφεύγει οριοθετώντας μ’ αυτόν τον τρόπο το αδιέξοδο.

«Επάγγελμά μου το γαλάζιο αδιέξοδο» θα πει στο ομώνυμο ποίημα για να γλιστρήσει απαλά στην περιοχή των χαϊκού.

Τι μας λέει όμως ένα χαϊκού; Σχεδόν τίποτα και σχεδόν τα πάντα! Ο Ματσούο Μπασό στις Τέσσερις εποχές μιλά για την απόπειρα καταγραφής μιας απώλειας, τόσο του αντικειμένου ή του προσώπου όσο και της ίδιας της εικόνας του.

Το ακαριαίο των χαϊκού αποπειράται να μεταδώσει εκείνο που δεν μεταδίδεται, να εκφράσει την αίσθηση και τον αναστοχασμό της, το αδύνατο δηλαδή ενός ολοκληρωμένου βιώματος.

Οι μονοκονδυλιές των χαϊκού, όπως επισημαίνει κι ο Barthes, δεν περιγράφουν, αλλά γράφουν τη ζωή, παριστούν το ίχνος της. Όλη αυτή η ζεν εμπειρία των θραυσμάτων που δεν περατώνουν το νόημα αλλά εμφανίζουν την αστραπή του συνιστά ό,τι ακριβώς και η ίδια η ποίηση του Παπάνα, που δεν είναι παρά ένας αποχαιρετισμός προς το ερώμενο πρόσωπο ή την εικόνα του.

Ο Basho θα ομολογήσει: «Το χαϊκού τού χθες είναι το ποίημα του αποχαιρετισμού τού σήμερα. Το σημερινό είναι το ποίημα αποχαιρετισμού τής αύριον. Δεν έχω γράψει κανένα στίχο στη ζωή μου που να μην είναι το αποχαιρετιστήριο ποίημά μου».

Γράφει ο Νίκος: «Μέσα μου ήσουν / χαράς κρυφό λυχνάρι / πριν σε γνωρίσω». «9»

«Ζωής διαμάντι, / νύχτ’ ανύπαρκτου σπασμού, / πολικό άστρο». «12»

Τα θραύσματα του Παπάνα με τα οποία κλείνει τη συλλογή του αυτή δεν είναι παρά σε μορφή πυροτεχνημάτων η ανασκόπηση ή καλύτερα το χρονικό ενός προαναγγελθέντος χωρισμού που κατά βάθος συντελέστηκε σε ένα πεδίο νοητικού και συναισθηματικού παροξυσμού. Έτσι λοιπόν μεγεθύνοντας τα συμβάντα μας αφηγείται ό,τι άφησε πίσω της μια πυρκαγιά που αφάνισε ολοσχερώς τον ίδιο και τη σχέση μάλιστα πριν καν αυτή πραγματωθεί.

Γράφει: «Αρχή και τέλος˙ / καίω πεσμένα φύλλα / και τα χαρτιά μου». «17»

Ευτυχώς, ο Νίκος Παπάνας δεν έκαψε στ’ αλήθεια τα χαρτιά του και τώρα έχουμε όλοι εμείς μπροστά μας την πυρωμένη καρδιά του που μεταμφιέστηκε σε βιβλίο για να αγγιχτεί από χέρια αγαπημένα και στοργικά.

Ας ξεφυλλίσουμε την ομολογία του και ας την αγαπήσουμε.

Είναι αλήθεια γυμνή κι ας είναι μεταμφιεσμένη.

 

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.