Loading...
ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΠεζογραφία

Ζωή Κατσιαμπούρα: ένα αφήγημα

Ο ΓΙΑΝΝΑΚΗΣ ΚΑΙ ΤΟ ΤΑΝΚ

 

Πήρε την καινούργια  ζωγραφιά του εγγονού της από τη Γιορτή  στο νηπιαγωγείο, την πόρτα του Πολυτεχνείου, ανάμεσα σε διάφορα άνθη και φυτά, και  γέλασε και θλίφτηκε μαζί, όταν το τετράχρονο της είπε ότι το «τανκς» σκότωσε τους φοιτητές, αλλά αυτός όταν μεγαλώσει θα γίνει οδηγός του τανκς, γιατί δεν θέλει να τον σκοτώσουν!

Προφανώς! Προφανώς επειδή όλοι το ξέρουν εκ πείρας (πώς το ερμηνεύει τάχα η επιστήμη, αν το ερμηνεύει) ότι  η αίσθηση ασφάλειας και η εξάρτησή της από τη δύναμη είναι πιο πρωτογενές αίσθημα στα παιδιά από το έλεος και την καλοσύνη. Αλλά πάλι, μήπως και όταν μεγαλώνει κανείς η καλοσύνη μπαίνει πρώτο πρώτο κριτήριο στις πράξεις του;

Αλλά περισσότερο στενοχωρήθηκε, κι ας γέλασε  πολύ.

Γιατί στις πρώτες γιορτές του Πολυτεχνείου, στα σχολειά που δούλευε, έκλαιγε συγκινημένη περήφανα  ακούγοντας τον «Ορέστη ατ’ το Βόλο, Μαρία απ’ τη Σπάρτη» και «Παιδιά σηκωθείτε να βγούμε στους δρόμους».  Κι έκλαιγαν και τα παιδιά  με τα ποιήματα και τα τραγούδια και τη σκέψη στο αναπαριστώμενο. Ίσως και από συμπαράσταση στις συγκινημένες καθηγήτριες, σκέφτηκε μετά από χρόνια.

Στους δρόμους η ίδια δεν βγαίνει πια, δεν έβγαινε από τότε ακόμα. Πήγε κάνα δυο χρονιές, έβρισκε γνωστούς από τη σχολή, που τότε, στη σχολή,  κοιτούσαν τα μαθήματά τους, να διατρανώνουν την ασυμβίβαστη επαναστατικότητά τους  με γαρίφαλα στα χέρια, βαριόταν τους καυγάδες, κουράζονταν κιόλας από την πορεία, το σταμάτησε. Ας γιορτάζουν άλλοι. Όταν χρειάστηκε…

 

 

Μετά δεν της άρεζε ούτε και στο σχολείο. Εκείνος ο κατάλογος των νεκρών με υπόκρουση το πένθιμο εμβατήριο (που και η ίδια είχε χρησιμοποιήσει όταν οργάνωνε τη γιορτή…) και αμέσως μετά, αφού ήταν και το τέλος-κορύφωση  της γιορτής, τα τσιφτετέλια για να χορέψουν τα παιδιά! Να χορέψουν, γιατί να μη χορέψουν; Αλλά χόρευαν μόνο στο Πολυτεχνείο, γιατί αυτή τη γιορτή οργάνωναν τα ίδια και μπορούσαν να της δώσουν το περιεχόμενο που γούσταραν. Διονυσιακό. Εντάξει, γιατί όχι; Αλλά δεν της άρεζε.

Και η ίδια όμως διονυσιακά την είχε ζήσει, την ίδια την ιστορία-γιορτή. Και πρωτύτερα, τις προηγούμενες μέρες του Νοέμβρη, όταν σε τυχαίες μικροομάδες δίπλα στη Σχολή έβαζαν μια φωνή «Κάτω  η Χούντα» και εξαφανίζονταν δρομαίοι στα γύρω στενά, από τον φόβο της Αστυνομίας (που μπορεί και να μην έπαιρνε καν χαμπάρι το επεισόδιο), μόλις ηρεμούσε το χτυποκάρδι ερχόταν ο ενθουσιασμός της αδρεναλίνης! «Τα καταφέραμε». Κι όταν, εθισμένη, όπως και οι άλλοι, σε αυτόν τον ενθουσιασμό, πήγε στο Πολυτεχνείο και μάλιστα με πορεία (τρόπος του λέγειν) από τη σχολή, μέσα στον ενθουσιασμό έζησε τρεις μέρες. Δεν ήταν τα τσιφτετέλια, ήταν τα ωραία τραγούδια και τα συνθήματα! Ήταν οι Μεγαρίτες που αγωνίζονταν να μην απαλλοτριωθούν τα χωράφια τους στην Πάχη. Ήταν οι σοκολάτες και τα χαβιάρια (χαβιάρια!) που τους πρόσφεραν οι «περαστικοί», οι ενθουσιασμένοι επιτούτου περαστικοί. Ήταν η αίσθηση του Μαζί και η ελπίδα ότι «θα μπορούσε να».  Ήταν η είδηση ότι οι φοιτητές στην Ταϋλάνδη είχαν ρίξει πριν λίγες  μέρες τη Χούντα τους. Ήταν ο Ξαρχάκος και ο Ξυλούρης. Ήταν οι επώνυμοι αγωνιστές -φοιτητές που μπορούσε να τους βλέπει δίπλα και να τους μιλάει. Ήταν ο κολλητός της από το χωριό, που μπορούσαν να σκέφτονται ότι ζουν και παράγουν την Ιστορία, τώρα!  Όλα μαζί!

Βέβαια, όταν άρχισαν οι πυροβολισμοί, μάζεψε και ο ενθουσιασμός τα φτερά του. Όταν άρχισαν να μεταφέρουν και ανθρώπους με φορεία στα νοσοκομειακά, έξω από την περίφραξη, έκανε και ο φόβος την εμφάνισή του. Κι ένα είδος παράλυσης. Κάποιοι έφυγαν από την πύλη της Στουρνάρη. Έμειναν μαρμαρωμένοι  με τον κολλητό της στο αριστερό προστώο, όταν εμφανίστηκε το τανκ. Δεν ήλπιζαν τίποτα, δεν σκέφτονταν τίποτα, δεν τους πέρασε από το μυαλό να ζητήσουν ευθύνη από τους οργανωτές. Ποιους οργανωτές; Όλοι μαζί δεν ήταν; Μπορεί να πεινούσαν, να πονούσαν τα πόδια τους, να βρωμούσαν απλυσιά (τρεις μέρες…), αλλά ήταν απαθείς. Η ιστορία τώρα ήταν στα χέρια άλλων…

Αυτών που γκρέμισαν την πόρτα και πάτησαν τους φοιτητές, των ένοπλων  στρατιωτών που απλώς τους κυνήγησαν «βγείτε, βγείτε γρήγορα πριν έλθει η Αστυνομία», της Αστυνομίας που τους έδειρε, τους ποδοπάτησε και τους πέταξε τον έναν πάνω στον άλλον  (τη μια πάνω στην άλλη, υπήρξε και διαχωρισμός των «τρομοκρατών») στα κελιά της Μεσογείων.  Αυτών, τέλος, που τους άφησαν το βραδάκι να φύγουν,  χωρίς τα πορτοφόλια τους για  να περπατήσουν ως τα σπίτια τους, ενώ η κίνηση είχε απαγορευτεί και διάφορα ανόητα φαντάρια τρομοκρατούσαν πυροβολώντας  από τα άρματα μάχης τους διαβάτες στο πεδίο του Άρεως.

Και αυτών όμως στη Λεωφόρο που τους άνοιξαν πόρτες και τη φιλοξένησαν, όπως κι άλλους πολλούς, την τάισαν, την έπλυναν, την κοίμισαν, την κράτησαν  ως το πρωί που άνοιξαν οι δρόμοι. Κι αυτού του εισπράκτορα  που δεν πήρε  λεφτά για εισιτήριο στο τρόλευ προς  το σπίτι, κοιτώντας τρομαγμένος τις μαυρισιές στο πρόσωπο.

Ύστερα, η Ιστορία πέρασε στα χέρια ακόμα πιο δυνατών-και ακόμα πιο κακών και ανόητων! Έγινε το πραξικόπημα στην Κύπρο…  Αλλά, είχε και καλό: μεταπολίτευση, ελευθερία, εκλογές, γιορτή!  Η Γιορτή!

 

Μετά τις δυο πρώτες συμμετοχές δεν ξαναπάτησε. Άκου σουβλάκια και πράσινα γαρίφαλα!

Και αρκετά μετά αναλάμβανε μόνο τη γιορτή της 25ης Μαρτίου στο σχολείο. Σε αυτήν τα παιδιά δεν τραγουδούσαν «Γυρίζω την πλάτη μου στο μέλλον», το τραγούδι που την εκνεύριζε με τη συντηρητική του απόσυρση. Ούτε χόρευαν τα τσιφτετέλια,

Και τώρα να τος ο Γιαννάκης!

Τι μπορεί να κάνει; Θα αρχίσει από αύριο να του λέει ιστορίες για τα παιδιά που δεν φοβήθηκαν το τανκ, για εκείνα που μετά  έβαλαν τους κακούς στη φυλακή και έζησαν αυτά καλά και οι κακοί χειρότερα. Αλλά δεν ελπίζει να τον πείσει… Σκέφτεται μόνο μήπως από μόνος του μάθει πως η δύναμη των πολλών είναι καλύτερη δύναμη…

 

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.