Loading...
ΒιβλιοπαρουσιάσειςΠΡΟΣΕΓΓΙΣΕΙΣ

Κατερίνα Καζολέα: Γεωργία Μακρογιώργου, Με κάρβουνο ροδίζει, εκδόσεις Κουκίδα, 2021

 

 Μια ομπρέλα μπρούμυτα ανάσκελα

Ο τίτλος της ποιητικής συλλογής (που είναι ο τελευταίος στίχος του τελευταίου ποιήματος, το οποίο είναι τυπωμένο στο οπισθόφυλλο της έκδοσης), δηλώνει εύστοχα  το κυρίαρχο συναίσθημα του βιβλίου. Μιλά για όλα αυτά, στα οποία ο πόνος και ο βασανισμός  προσθέτει ένα είδος ποιότητας ή διαφορετικής αξίας. Είναι η μοίρα της θνητότητας που παρελαύνει σαρωτικά.
Μιλώντας με απλή γλώσσα  η Γεωργία Μακρογιώργου προσφέρει δυνατές εικόνες,  που ακόμα κι όταν είναι χτισμένες  με υλικά της συνήθους καθημερινότητας, ακινητοποιούν  το στιγμιότυπο και το φορτίζουν με συγκίνηση και τραγικότητα.
Τα τριάντα τρία ποιήματα της συλλογής κατανέμονται σε τρεις ενότητες. Η πρώτη ενότητα με τίτλο «Από μακριά», σύμφωνα με το επιλεχθέν εισαγωγικό μότο του Ηλία Κεφάλα, αναφέρεται σε κρυμμένους φόβους. Όλοι στην αρχή θέλουν να τους παραμερίσουν και τους κρύβουν βολικά.
Στην δεύτερη ενότητα με τίτλο «Εξ αρχής το μαχαίρι»  σκάβει βαθύτερα, αφουγκράζεται παραδοσιακούς ρυθμούς και αποδίδει έμμετρα, αλλά πάντα με τον λιτό ποιητικό τρόπο της,  παλιές συμφορές, τραγικές μοίρες και βίαιες συμπεριφορές που αποτελούν δυστυχώς  μέρος της ανθρώπινης κατάστασης.
Στο τρίτο μέρος, την «Χρωστική Φωτός»,  προσπαθεί να διακρίνει φως, προσπαθεί να ανακαλύψει το σημείο που ελαφρώς ροδίζει, μετά από τραγωδίες και εγκλήματα. Αναζητά βάλσαμο, όπου λίγο βρεθεί,  είτε στο βλέμμα του ηλιόσπορου προς το ισόβιο φως του ήλιου,  είτε στην τυφλόμυγα των ανυποψίαστων παιδιών, που δεν μπορούν να φανταστούν τη ζημιά που τούς  κάνουν «τα μη τα πρέπει τα ποτέ».
Αναλυτικά:  Η πρώτη ενότητα της συλλογής  καταγράφει συναισθήματα εγκλεισμού και αναζήτησης διεξόδου σε όσα απέμειναν.   Όταν οι συνήθεις χαρές καταργούνται ακολουθεί η απεγνωσμένη αναζήτηση της χαραμάδας. Κάποιας χαραμάδας φωτός που θα αναπληρώσει τα απολεσθέντα.  Όπως συμβαίνει και με το πέρασμα της ηλικίας που στενεύει τις δυνατότητες.
Εδώ ανήκει το «χαμόγελο του κλόουν». Ζωγραφισμένο, γιατί είναι ψεύτικο. Γιατί είναι το αντίθετο της πραγματικότητας και η πραγματικότητα είναι η θλίψη. Δεν ξέρω εάν γελά ποτέ ειλικρινά  ο κλόουν. Αλλά σίγουρα οι συνθήκες περιορισμού που επέβαλε η πανδημία  πάγωσαν το χαμόγελο της ανθρωπότητας. Γι αυτό «το καλό παλτό που το’ χα για τις δεξιώσεις»  φορέθηκε τώρα στον χιονάνθρωπο του κήπου ή του μπαλκονιού, που του φορέθηκαν «και τα παλιά γυαλιά για να βλέπει ταινίες του χόλυγουντ απ’ το παράθυρο».
«Με κάρβουνο ροδίζει», είναι ένας τίτλος που περιέχει όλο το πικρό χαμόγελο, την ειρωνεία και την τραγικότητα, τη ματαίωση και τη συντριβή.
Εικόνες εύγλωττες,  που ενώ είναι καθημερινές, γίνονται μαγικές. Ποιος δεν έχει δει μια ομπρέλα που την πήρε ο άνεμος και την στριφογυρίζει;  Όμως το «μπρούμυτα και ανάσκελα μέχρι που πια χανόταν»  αποκτά άλλες διαστάσεις μες στα χάδια του αέρα. Γράφει:  «μακριά εσύ απ’ την ακτή / από τις σημαδούρες πέρα / πιασμένη εγώ / στην κόκκινη ομπρέλα / σκιά να ρίχνω στα πολύτιμα / μη λιώσουν»  και η φράση γίνεται η ίδια η ζωή  απ’ την οποία κρατιόμαστε σφιχτά, μην μάς την πάρει ο αέρας και γίνει το μπρούμυτα ανάσκελα, κι έπειτα χαθεί.  Η αγωνιώδης προσπάθεια να γαντζωθούμε από κάτι, από μια ομπρέλα, από ένα καλοκαίρι, από κάτι πολύτιμο.
Και συνεχίζει: «κι όταν ο άνεμος / άρπαζε την ομπρέλα / αυτή ξεδιάντροπα / στα χάδια του αφηνόταν / μπρούμυτα ή κι ανάσκελα / μέχρι που πια χανόταν /κι έτσι τα καλοκαίρια μας / έλιωναν τα πολύτιμα».
Τα στριφογυρίσματα της ομπρέλας με το καμπύλο, κυρτό και κοίλο σώμα της, λειτουργούν αρχικά σαν υπέροχη ερωτική αναφορά κι έπειτα γλυκά ο έρωτας φλερτάρει με το δίπολό του, τον θάνατο, γιατί κάτι που το άγει και το φέρει ο άνεμος είναι φύλλο που αποκόπηκε. Τον υπερασπίζεται εδώ τον έρωτα η Γεωργία ως οιονεί ταυτόσημο με την ζωή, ως βασικό κίνητρο ζωής.
Θα επιμείνω στη μεταφορά της ομπρέλας που αφήνεται στον άνεμο μπρούμυτα ανάσκελα, που κάτι τόσο σύνηθες γίνεται σύμβολο μιας ζωής που χάνει το στήριγμα, το κράτημά της και γίνεται έρμαιο. Όπως ένας άνθρωπος αδύναμος, άρρωστος ή ηλικιωμένος παραδίδεται σε άλλους να τον γυρίζουν μπρούμυτα ανάσκελα με την τελική κατάληξη στο ανάσκελα. Τα παλιά χρόνια θεωρείτο σωστό και επιβεβλημένο τα μωρά να τα βάζουν να κοιμούνται μπρούμυτα, το άγγιγμα του μπροστινού κορμού με το κρεβάτι τους έδινε αίσθηση ασφάλειας, ένα κράτημα από τη γη, σαν γάντζωμα. Κι έπειτα όλοι ξέρουμε την τοποθέτηση του νεκρού ανάσκελα στο ξύλινο κουτί.
Η ομπρέλα είχε πολύ επιτυχημένα χρησιμοποιηθεί  και στην προηγούμενη συλλογή της Γεωργίας Μακρογιώργου, («Το φως όταν μεταφυτεύεται», εκδόσεις Βακχικόν, 2019). Εκεί στο  σύντομο ποίημα «ψευδαίσθηση»  η ομπρέλα χρησιμεύει ως προστασία για ήλιο, για βροχή, αλλά δυστυχώς και για ουράνια τόξα. Και στο τελευταίο ποίημα εκείνης της πρώτης συλλογής  βλέπει να  «στάζει ήλιος από την ομπρέλα. Θα ξεχειλίσει το ποτήρι με το κρασί.»
Αποτυπώνονται σκέψεις του εγκλεισμού της πανδημίας, η προσπάθεια να διατηρηθεί η ομορφιά και ο καλλωπισμός ακόμα και όταν το πρόσωπο κρύβεται κάτω απ’ τη μάσκα, ακόμα και αν το κραγιόν μοιάζει περιττό. Αφού τα αθλητικά παπούτσια φέρουν ακόμα την άμμο της χθεσινής ακρογιαλιάς.
Μιλά για την έναστρη νύχτα του Βαν Γκογκ, που κόβει την ανάσα, κι έτσι κάποιος πολύ ανήσυχος θα μπορούσε να ξεκουραστεί μπροστά της.
Στην «μάλλινη ζακέτα» ένας κύκλος παγωνιάς προσπαθεί να θερμανθεί, χωρίς να τα καταφέρνει.  «Κάποιοι εραστές»,  παλιοί, κοιτάζουν τώρα άλλους να αγαπιούνται στην θέση τους.  Το εφήμερο του έρωτα, που ενώ είναι πρωταγωνιστής έξω στης άνοιξης  την αγκαλιά και τη μοίρα,  καταντάει με τα χρόνια μες στην σκοτεινή αίθουσα του σινεμά θεατής  και θαυμαστής των ξένων ερώτων. Γρήγορα αλλάζουν οι άνθρωποι θέση.   Με μια ντουζίνα στενούς στίχους η Γεωργία Μακρογιώργου κατορθώνει να αφηγείται  ολοκληρωμένες ιστορίες, να διανύει ζωές και να τοποθετείται  σε εκ διαμέτρου αντίθετη θέση.
Στις «αποστάσεις» η γιορτή, που χρόνια ετοιμαζόταν, τελικά ακυρώθηκε. Λόγω των συνθηκών. Αντί για τα γκουρμέ  μυρωδιά αντισηπτικού,  κι οι αποστάσεις τηρούνται ακόμα και στον καναπέ.
Στην «πλαστελίνη»  τα εύπλαστα λόγια της ποίησης  στερεοποιούνται  σε ένα τοτέμ ερωτήσεων χωρίς απάντηση. Δεν είναι πια πολύχρωμα. Έχουν χρώμα από χώμα.
Περνώντας  στο  δεύτερο μέρος, με τους απόηχους από τη ζωή στην ύπαιθρο,  φτάνουμε, με έμμετρο τρόπο, στη γέφυρα με τη χτισμένη νύφη, αφού ο γαμπρός κίνησε για τον πόλεμο, χωρίς να επιστρέψει.
Συγκλονιστικό το «καλοκαίρι του χαμού»  με την εικόνα το δέντρου, που κατέκλυσε ένα σπίτι μέχρι που το έπνιξε κι εκείνο και  τη μάνα μαζί, αφού δεν γύρισε ο γιός της απ’ τα ξένα.

 

«… κι άνοιξαν τα πατώματα

και γείρανε οι τοίχοι

το καλοκαίρι του χαμού

όταν ο γιός δεν ήρθε

μαυροντυμένη βρέθηκε

ανάμεσα σε ρίζες»

Τα έμμετρα ποιήματα φέρουν μνήμες από βαθειά βιωμένη λαϊκή παράδοση.
Στη «χαραγματιά» δίνει την εξαίσια εικόνα ενός δειλινού,  διάφανου από μεταφυσική ελαφράδα, σε μια μαγική στιγμή,  όπου καθώς ο ήλιος τρυπώνει στη θάλασσα τα ναυάγια αναδύονται κι αιωρούνται.
Έπειτα στήνει ένα πανηγύρι γάμου, πριν απ’ τον πόλεμο,  τόσο πικρό τόσο σπαρακτικό, αφού όλοι ξέρουν πως είναι πανηγύρι περάσματος στον άλλο κόσμο.
Όλες οι χαρές ματαιώνονται,  σαν το εβένινο λαούτο, που παροπλισμένο χάσκει στο ράφι, ανάσκελα και αυτό.
Αισθανόμαστε την αγωνία του ζωντανού να στηρίξει αυτό που φεύγει και χάνεται, να το κρατήσει λίγο σε μια εικόνα, πριν το αποχαιρετήσει. Ένας αποχαιρετισμός είναι αυτή η ποιητική συλλογή εν τέλει.  Στα όμορφα που χάνονται, στα παλαιά που ενσωματώθηκαν μες στα καινούργια,  και στην αμυδρή ελπίδα φωτός, απ’ την οποία  ψάχνει κανείς να κρατηθεί απεγνωσμένα.
Η «ζώνη ασφαλείας»  είναι ένα εξαιρετικό ποίημα για τις ανασφάλειες και τους αυτοπεριορισμούς  που δεν επιτρέπουν να ζήσει κανείς τις μεγάλες περιπέτειες.
Το «έργο του Κάφκα» και  το « μνημείο με δάκρυα» είναι επίσης γεμάτα συγκίνηση για την ματαιότητα.
Μιλάει για την καταστροφική διχόνοια δυό αδελφών, παραπέμποντας «σ’ έναν εμφύλιο». Μιλάει για την υποκρισία, την προσποίηση και την έπαρση, όσων αλλάζουν μάσκες στην αγορά, στα ποιήματα «κριτής»  και «προσωπεία».
Για τους φαύλους κύκλους στους οποίους εγκλωβίζονται οι άνθρωποι, στο  «ίδιο το έργο».
Για τον Μάκμπεθ, που από τον εαυτό του νικήθηκε.
Ο «Οκτώβρης» ένα συγκλονιστικό ποίημα για την Μάγδα Φύσσα και τον αγώνα της,  που όταν δικαιώθηκε δικαστικά, η ανακούφιση κρατάει μονάχα μια στιγμή για την τραγική μάνα.
Στο τρίτο μέρος «Χρωστική φωτός», η «καρέκλα σκηνοθέτη» καταθέτει μια αλλόκοτη τραγική ιστορία με γάτες, που αμβλύνεται  από τους ηλιόσπορους που κοιτάζουν το φως.
Η «Σταχτοπούτα» είναι ένα παραμύθι χωρίς καλό τέλος. Γιατί τα παραμύθια στην πραγματικότητα είναι πιο σκληρά.
Στις «θυσίες» πολύ ενδιαφέρουσα η διττή όψη της γέφυρας. Από μύριες υποσχέσεις παντοτινής αγάπης, στα λουκέτα του έρωτα,  μέχρι το χτίσιμο  -μες στο τσιμέντο της-  μιας ανθρώπινης ζωής.  Που μπορεί να θυσιάστηκε για να ασφαλίζουν με λουκέτα την αγάπη τους οι περαστικοί. Και μήπως το λουκέτο και το «για πάντα» τσιμεντώνουν τον έρωτα;
Ο αντίλαλος του αναπόδραστου είναι εκπληκτικά σαφής.  Στην γέφυρα, που είναι ένα πέρασμα,  εστιάζει με εκπληκτικό τρόπο στην αντίφαση της γυναίκας που χτίστηκε για να ‘ναι στέρεη η  γέφυρα  και στις κλειδαριές των ερωτευμένων που θέλουν τον έρωτα σφιχτοδεμένο και παντοτινό.   Μάταιες οι κλειδαριές, μάταιες κι οι θυσίες,  αφού κάθε κύτταρο θα οδηγηθεί στη σκόνη.
Στο «δίλημμα» η συγκλονιστική εικόνα ενός πολεμιστή που γίνεται βρύο πάνω στην ασπίδα του.
Στο  «σε πλάνη» η μάταιη προσπάθεια για όλο και περισσότερη ομορφιά που μπορεί να τα καταστρέψει όλα. Που μπορεί να σε πνίξει στη λίμνη.
Η Γεωργία Μακρογιώργου γράφει μια ποίηση με υπέροχες εικόνες. Στο ετοιμόρροπο σπίτι με τα σπασμένα τζάμια και τους καθρέφτες, οι νύχτες είναι υγρές κάτω απ’ τα παπλώματα και οι γονείς-φαντάσματα  από τη ρωγμή  γνέφουν να πλησιάσεις.
Στην «τυφλόμυγα», το παιχνίδι παραλληλίζεται με την τύφλωση που μάς γέμισαν με «τα μη τα πρέπει τα ποτέ»,  και που έρχεται ένας  καιρός όπου  καθένας τα πετάει στα σκουπίδια.
Το «ένα παραμύθι»  έχει την πιο αισιόδοξη διάθεση, με τρυφερές εκδοχές παραμυθιών.
Θέλει  και προσπαθεί να τελειώσει αισιόδοξα με κάποιες θετικές συμβουλές ωστόσο όλα υπονομεύονται αφού εν τέλει οι ναύτες πιθανόν να φαγώνονται, ενώ  τα αηδόνια πάλι και  πάντα θα θυσιάζουν το αίμα τους για το καλό κάποιας μαργαρίτας,  που της μέλλει να μαδηθεί.
Λιτή γραφή αλλά πυκνή και περιεκτική εικόνων και ιστοριών.
Μια ήρεμη και υποβλητική  φωτογραφία κοσμεί την έναρξη κάθε ενότητας.
Στο «Από μακριά»  είναι το βλέμμα ενός πουλιού στο σύρμα. Που βλέπει ήλιους και φεγγάρια να ανεβοκατεβαίνουν.
Στο «Εξ αρχής το μαχαίρι» η οριζόντια γραμμή ενός δειλινού σφάζει τον καμβά του ορίζοντα, σαν μαχαιριά, και ξεχύνονται τα αίματα. Είναι όμως ασπρόμαυρες φωτογραφίες και τα πιθανά χρώματα αφήνονται στο πεδίο της φαντασίας του αναγνώστη.
Στην «Χρωστική φωτός» μια γάτα κάθεται στην καρέκλα του σκηνοθέτη, σε μια παραλία, μπροστά στην ανοιχτή θάλασσα και στον ήλιο απέναντι.
Το εξώφυλλο έχει φιλοτεχνηθεί από την ίδια την συγγραφέα. Η Γεωργία ζωγραφίζει και φωτογραφίζει πολύ επιτυχημένα. Τόσο σε αυτήν όσο και στην προηγούμενη ποιητική συλλογή της οι φωτογραφίες είναι δικές της λήψεις. Οι φωτογραφίες της έχουν κοινά σημεία με την ποίησή της. Με το ελάχιστο, το αποσπασματικό και τις ψηφίδες συνθέτουν μια ολόκληρη ιστορία.
Από τις στυφές αντιφάσεις του κόσμου,  που εξιστορούνται, η συγγραφέας καταλήγει στην πεποίθηση πως ο πόνος, το ψήσιμο και το τσουρούφλισμα τουλάχιστον θα αφήσουν  κάτι όμορφο, μια συνειδητοποίηση για της  ζωής τα σπουδαία, μια αφύπνιση,  πως δεν είναι εις μάτην η ταλαιπωρία.  Πως θα απομείνει  πίσω  μια φίνα ομορφιά. Κάτι ρόδινο μέσα απ’ τα αποκαΐδια.
Η Γεωργία Μακρογιώργου  αναμετριέται με τις απώλειες και τις μελαγχολίες με ψυχραιμία, αποδοχή και εγκαρτέρηση.  Αφήνει την συγκίνηση για τον αναγνώστη. Ισορροπεί ανάμεσα στην ήπια θλίψη, την τρυφερότητα και την αποστασιοποιημένη ειρωνεία, κάποιες φορές πικρή, κάποιες τραγική.  Το εξωτερικό τοπίο με την διαμεσολάβηση του στοχασμού μετατρέπεται σε εσωτερικό τοπίο,  και σε ανοχή-αντοχή απέναντι στα δεδομένα και τις προοπτικές της ανθρώπινης συνθήκης.
Είναι μια ποίηση σύντομη, πυκνή και σφιχτοδεμένη, που πρέπει να της αφιερώσει χρόνο και τις δικές του ανάσες ο αναγνώστης, για να του χαριστεί η λύτρωση που περιέχει.

Κατερίνα Καζολέα                             
Σπούδασε στη Πανεπιστήμιο Αθηνών (Φιλοσοφική Σχολή). Έκανε μεταπτυχιακές σπουδές στην ιστορία τέχνης και την κλασική φιλολογία στο Πανεπιστήμιο Regensburg. Εργάστηκε στο Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης.  Έχει εκδώσει δύο συλλογές διηγημάτων, μία ποιητική συλλογή και έχει γράψει εννέα θεατρικά έργα, αναρτημένα στο katerinakazolea.gr

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.