You are currently viewing Κλεονίκη Δρούγκα: Κατεβαίνοντας την ανηφόρα   

Κλεονίκη Δρούγκα: Κατεβαίνοντας την ανηφόρα  

Η Λυδία μπήκε στη Νομική Θεσσαλονίκης. Χαρούμενη έφυγε απ΄ την Ορεστιάδα και βρήκε ένα μικρό δώμα στην Τριανδρία, πίσω απ΄ τον Άγιο Σπυρίδωνα, στον πέμπτο και μισό όροφο μιας παλιάς πολυκατοικίας. Οι ιδιοκτήτες το είχαν για αποθήκη, το συμμάζεψαν και της το νοίκιασαν. Τη λάτρεψε τη Θεσσαλονίκη η Λυδία, αλλά διατηρούσε αναδρομικές μεταμέλειες που δεν την έζησε περισσότερο. Η ευκαιρία, ωστόσο, δεν ανανεώνεται στον αιώνα τον άπαντα. Λάτρεψε και το σπίτι της, αν και η πολυκατοικία δεν είχε ασανσέρ κι έπρεπε να ανεβοκατεβαίνει με τα πόδια. Αλλά τότε δεν την ένοιαζε αυτό· το ΄βλεπε ως ευκαιρία για άσκηση. Τέσσερα χρόνια μετά αρνείται να ανέβει πάνω από μία φορά τη μέρα.

Τέλη του Μάη κι ακόμη τα πρωινά έχει δροσούλα. Η Λυδία ανέκφραστη ανοίγει την πόρτα, μυρίζει τον αέρα, κλείνει τα μάτια, βάζει τα ακουστικά της, κλείνει και κλειδώνει. Δυναμώνει την ένταση της μουσικής και αρχίζει να κατεβαίνει, φορώντας ένα μπλουτζίν μπουφανάκι. Την ίδια στιγμή βγαίνει από την πόρτα η μεσήλικη ιδιοκτήτρια που μένει στον πέμπτο, δηλαδή πέντε σκαλάκια πιο κάτω. Έχει τα χέρια της στη μέση. Η Λυδία δεν την βλέπει και πέφτει πάνω της. Το ένα ακουστικό φεύγει απ΄ τα αυτιά της. Η μουσική χαμηλώνει. Η ιδιοκτήτρια μιλάει ακατάληπτα. Η Λυδία δεν μιλά. Κοντοστέκεται, βάζει το ακουστικό στο αυτί και συνεχίζει να κατεβαίνει τα σκαλιά. Η ιδιοκτήτρια αγανακτισμένη την ακολουθεί, κουνάει τα χέρια, ανοιγοκλείνει το στόμα, βγάζει καπνούς από το κεφάλι. Η Λυδία συνεχίζει να κατεβαίνει.

Στον τέταρτο το δρόμο τής φράζει ο οκτάχρονος Άγγελος. Αυτός βρίσκεται πολύ συχνά έξω από το σπίτι. Όταν γυρίζει ο πατέρας του πιωμένος και η μάνα του δεν ξέρει τι να κάνει, παίρνει ένα παιχνίδι στο χέρι, ανοίγει από μόνος του την πόρτα και περιμένει έξω μέχρι να κοιμηθεί ο πατέρας. Ύστερα μπαίνει στο διαμέρισμα. Η Λυδία αισθάνεται να την ακουμπά μια λύπη. Σταματά για λίγο δίπλα του, στρώνει τα φτερά από το χάρτινο αεροπλανάκι που κρατάει, του σηκώνει το χέρι, σχηματίζει έναν κύκλο στον αέρα και του χαϊδεύει τα μαλλιά. Ο Άγγελος χαμογελάει. Η πόρτα ανοίγει ξαφνικά και η Λυδία φεύγει.

Στον τρίτο αντικρίζει την γιαγιά του Άγγελου, σκυμμένη στο πάτωμα να μαζεύει κάτι μήλα που της έφυγαν από τη σακούλα του σούπερ μάρκετ και κατρακύλησαν στις σκάλες. Κάθε σκύψιμο και στεναγμός. Έχει χρόνια προβλήματα με τη μέση αλλά έμαθε να ζει μ΄ αυτά, χήρα εδώ και δυο δεκαετίες. Η Λυδία την προσπερνάει. Η γιαγιά του Άγγελου με συνοφρυωμένο πρόσωπο μουρμουρίζει διάφορα για την σύγχρονη νεολαία, που δεν νοιάζεται για τίποτε, και κουνάει το κεφάλι.

Λίγο πριν φτάσει στην είσοδο η Λυδία βλέπει τον ένοικο του πρώτου, με μια γόπα στο στόμα, να τρίβει το πόδι της γειτόνισσας. Αυτή παντρεμένη, εκείνος εργένης κι άνεργος πίνουν καφέ τα πρωινά και λένε τα προβλήματά τους. Της έχει βγάλει το παπούτσι και της απλώνει κρέμα στον αστράγαλο. Αυτή δείχνει να πονάει και κάνει γκριμάτσες, αυτός φαντασιώνεται την αρχέγονη σκηνή, ενώ τα χέρια του διαρκώς τρίβουν πιο ψηλά από τον αστράγαλο. Η Λυδία περνάει από πάνω της.

Στην είσοδο της πολυκατοικίας παίρνει μια βαθιά ανάσα και περιμένει. Δεν βγαίνει πιο έξω, γιατί φυσάει. Σε δυο λεπτά εμφανίζεται το γνώριμο ταξί, η Λυδία μπαίνει και δίνει οδηγίες.

-Θεαγένειο αντικαρκινικό. Τα γνωστά.

-Καλημέρα, είπαμε;

– ……………………..

-Σε τρεις ώρες, στη είσοδο.  Σήμερα είναι η τελευταία χημειοθεραπεία. Δεν ξέρω πως θα είμαι.

 

 

Αφήστε μια απάντηση

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.