Loading...
ΒιβλιοπαρουσιάσειςΠΡΟΣΕΓΓΙΣΕΙΣ

Κωνσταντίνος Γεωργίου: Νίκος Παπάνας, Σε ανακηρύσσω νικήτρια (Εκδόσεις Ιωλκός, 2021)

Ποίηση ανίκατε μάχαν

 

 Αυτός ο παράξενος, ομολογουμένως, αλλά και πολύ πρωτότυπος, ευρηματικός τίτλος της δεύτερης ποιητικής συλλογής του Νίκου Παπάνα Σε ανακηρύσσω νικήτρια (Εκδόσεις Ιωλκός, 2021) ελκύει από την πρώτη στιγμή την προσοχή και το ενδιαφέρον του αναγνώστη. Προσημαίνει ένα δυαδικό σχήμα υποκειμένου-αντικειμένου, το οποίο πρωταγωνιστεί στο πεδίο της ερωτικής μάχης με τρόπο πολύμορφο σε όλες τις σελίδες του βιβλίου, χωρίς να αποκλείεται, βέβαια, η προσωπική, βαθιά υπαρξιακή αναμέτρηση του ίδιου του ποιητικού υποκειμένου με την διφυή του υπόσταση, την φύσει ποιητική και την θέσει επιστημονική (Ο Νίκος Παπάνας είναι καθηγητής της Ιατρικής Σχολής στο Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης).

Μια πάλη εσωτερική συντελείται, ένας αγώνας διαρκής ανάμεσα στα επικαθορισμένα όρια των δυσαρμονικών λογοκρατικών βεβαιοτήτων και στα ακαθόριστα όρια των εύμουσων ποιητικών συναρμογών. Αλλά, κάθε φορά και σε κάθε περίπτωση, ο ποιητής, σαν έτοιμος από καιρό, ενδίδει μοιραία στην ακαταμάχητη γοητεία της ερωτικής έλξης και στην πανανθρώπινη ανάγκη της ποιητικής πλήρωσης, περπατώντας ακούραστος στα ανεξερεύνητα και ανεξημέρωτα υψίπεδα των ευγενών προσμονών του και των λυσιμελών πόθων του.

 

ΑΝΕΞΗΜΕΡΩΤΟ ΦΙΛΙ

 

Ανεξημέρωτο φιλί, σπαθάτο βλέμμα,

ευγενικός κεραυνός.

 

Πάλι κερδίζεις και με κερδίζεις.

Πάλι χάνω και τα χάνω.

 

Χλωρό λιβάδι σ’ άλλο ημισφαίριο,

υπερηχητικός καλπασμός.

 

Ανεξερεύνητο φιλί, πεσμένη γέφυρα,

βροχή απαγορευμένα ροδοπέταλα.

 

Πως μαγνητίζεις τα πόδια μου;

 

Ακούραστα σ’ αναζητούν,

θαρρείς κι επιμένουν να χαίρονται

που οι πέτρες τα ματώνουν

σ’ αδιέξοδα μονοπάτια.

 

Κι ενώ θα περίμενε κανείς το ποιητικό υποκείμενο στην μάχη αυτή να υπερέχει και να θριαμβεύει απέναντι στο αντικείμενο του πόθου του, ο ποιητής με λόγο τελεστικό και σε έγκλιση οριστική επιβεβαιώνει απαρέγκλιτα σε πρώτο πρόσωπο με κάθε μεγαλοπρέπεια την παραδοχή της ήττας του και της άνευ όρων παράδοσής του. Είναι, όμως, η μοναδική, ίσως, περίπτωση ήττας που ισοδυναμεί ουσιαστικά με νίκη: νίκη όλων εκείνων των εσωτερικών ζωτικών διεργασιών που οδηγούν στην έμπνευση, νίκη όλων εκείνων των αχαλίνωτων πρωτογενών δυνάμεων που εκχυμώνουν το πάθος, νίκη, τελικώς, εκπεφρασμένη στην ευγενέστερη μορφή της, την μορφή της ποιητικής αναζήτησης, της ποιητικής δημιουργίας, μια νίκη της ποίησης. Πρόκειται, ουσιαστικά, για μια ομολογία πίστεως στο αρχέγονο είδωλο της αιώνιας ομορφιάς. Κι ο ποιητής, ταπεινός προσκυνητής κι αμετανόητος εραστής της, την φιλοτεχνεί, την αποθεώνει και την ανακηρύσσει νικήτρια.

 

ΣΕ ΑΝΑΚΗΡΥΣΣΩ ΝΙΚΗΤΡΙΑ

 

Όταν ακούω τη φωνή σου,

στην αρχή αντιστέκομαι.

Είμαι το νέο θαύμα

της αυτοκυριαρχίας.

 

Μπορώ και σου απαντώ

εύγλωττες φράσεις μουσικές:

Ο διάλογός μας βήματα για δύο

σε αστραφτερό παρκέ.

 

Έλα, όμως, που δεν κρατάει πολύ

η αυτοσυγκράτηση.

 

Τα βήματα γλιστρούν,

τα λόγια χάνονται,

θριαμβεύει ο κόμπος του λαιμού –

αμήχανη ζάλη.

 

Σε ανακηρύσσω νικήτρια –

κι απόψε και πάντα.

 

Η κίνηση της ποιητικής ροής, ακολουθώντας την τριμερή δομή του βιβλίου και τους παλμικούς ήχους του ποιητικού υποκειμένου, υποτάσσεται στους κανόνες της συμπίεσης και της αποσυμπίεσης ή, αλλιώς και αντιστρόφως ανάλογα, της συστολής και της διαστολής. Κι όσο περισσότερο διογκώνεται συναισθηματικά η αίσθηση της συμπίεσης, τόσο περισσότερο διαστέλλεται εκφραστικά το σφύζον ερωτικό συναίσθημα.

Στην πρώτη ενότητα, με τίτλο Το ρολόι μου, ο ποιητής, υποκείμενος στην συμπίεση, αποτυπώνει με λόγο πληθωρικό και άμεσο την ερωτική σαγήνη, ιχνηλατεί τους αδιέξοδους δρόμους του ανέγγιχτου ερωτικού συναισθήματος αλλά και την ματαίωση της ασίγαστης επιθυμίας, της πραγμάτωσης, της εκπλήρωσης, της ολοκλήρωσης. Με τόλμη και γενναιότητα επενδύει ακόμα και στα άψυχα το ατελέσφορο μιας διλημματικής συναισθηματικής έντασης, η οποία ακροβατεί ανάμεσα στο είναι και το μη είναι, ανάμεσα στο χτες και στο αύριο, ανάμεσα στην αλήθεια και στο ψέμα.

 

ΤΟ ΡΟΛΟΪ ΜΟΥ

 

Το ρολόι μου

το κουρντίζω κάθε μέρα·

φοβάμαι μη σταματήσει.

 

Οι δείκτες του μου θυμίζουν τα χέρια σου.

Εννέα και τέταρτο:

Θέση μπαλέτου.

 

Άψογο το κυκλικό του σχήμα·

το φιλοτέχνησαν οι θύελλες

σαν την τρομαχτική ομορφιά σου.

 

Αφουγκράζομαι το χτύπο του·

πώς θ’ ακουγόταν η ανάσα σου,

αν ήσουν εδώ;

 

Το φορώ πολύ σφιχτά·

δεν ωφελεί –

δε νιώθω το άγγιγμά σου.

 

Το βγάζω πάλι,

το κρατώ και το κοιτώ:

Είναι πρόσωπο, είναι πράγμα, είναι πρόσωπο.

 

Ωστόσο, το κουρντίζω κάθε μέρα

το ρολόι μου.

 

Κι είναι αλήθεια ότι ο ποιητής, όσο περισσότερο μεγεθύνεται η ένταση της μάχης και του αγώνα να συλλάβει βιωματικά το ασύλληπτο, να καταλάβει το ακατάληπτο, να εκφράσει το ανέκφραστο, τόσο περισσότερο οξυαυλώνεται ποιητικά η αγωνία του, η οποία εκφράζεται με τον, ιδιαίτερο πάντα δηκτικό, λεπτό αυτοσαρκαστικό του τόνο, καθιστώντας τον ίδιο τραγική φιγούρα στην ποιητική του παλέτα. Υπόλογος απέναντι στον εαυτό του συνομολογεί κι ο ίδιος ότι κινείται και συγκινείται μεταξύ σφύρας και άκμονος, ότι ο πηγαίος, ήσυχος λυρικός του τρόπος κάποιες φορές αδυνατεί να συντρέξει την ανιούσα πορεία της συμπαντικής εξακτίνωσης του βιωμένου συναισθήματος. Κι όμως, το φως της ψυχής του, καθώς τις νύχτες παλεύει με τους γυμνούς ίσκιους της αξημέρωτης απουσίας, θηλυκώνεται ευλαβικά αναίμακτο στα χείλη της ποίησης ανάβοντας τις λευκές της σελίδες.

 

ΑΥΤΟΤΙΜΩΡΙΑ

 

Με στραβό σαρκαστικό χαμόγελο,

ιπτάμενη σκελετωμένη γριά,

με ματωμένα ρούχα,

η αγωνία·

μ’ αγγίζει με τα παγερά της δάχτυλα,

ρίχνει στο πρόσωπό μου αλεύρι

και μ’ ένα βρόμικο μαχαίρι σφάζει

τον πόθο μου στη βρεφική του κούνια.

Ύστερα, ευτυχώς την παίρνει

ο άνεμος και χάνεται.

 

Πλένω το πρόσωπο, πηγαίνω στο καθρέφτη.

Όμως, το είδωλό μου με τρομάζει –

εγώ είμ’ η αγωνία.

 

CARPE NOCTEM

 

Αν ο τίτλος μου σας παραπέμπει

σε κάποιο θεότρελο πάρτι,

φοβάμαι ότι θ’ απογοητευθείτε.

Δεν έχω κοκτέιλ, χορό και μουσική.

Ουσιαστικά δεν έχω ούτ’ εσένα

– ας μην κοροϊδευόμαστε.

 

Τουλάχιστον, όμως, μπορώ να σε σκέφτομαι,

να ξανακούω τις συζητήσεις μας,

ν’ ακούω κι άλλες νέες που δεν έγιναν

(κι ούτε θα γίνουν),

να σου μιλώ μ΄ ένα χαζό χαμόγελο,

ποδοπατώντας την απουσία,

να σου μιλώ, μα όχι πια με λυρική φωνή –

γυμνή η ψυχή μου να τυλίγεται

σ’ αυτήν τη λευκή σελίδα που όλο γεμίζει

τρεμάμενα γράμματα

στο χρώμα της νύχτας.

 

Στην δεύτερη πια ενότητα, με τίτλο Μια ιστορία σε θραύσματα, είναι πασιφανής η ατομική ποιητική έκρηξη που έχει ως επακόλουθο αφενός την αποσυμπίεση του ποιητικού υποκειμένου από την υψηλής τάσεως ρευματοδοτούμενη συναισθηματική φόρτιση και αφετέρου την πρωτογενή εκδήλωση του ποιητικού του πυρήνα. Ο ποιητικός λόγος τώρα, συστελλόμενος, αποφλοιώνεται και αποκρυσταλλώνεται σε 17 χαϊκού, που αιωρούνται σαν σωμάτια ποιητικά στην ατμόσφαιρα του βιβλίου και αποκαλύπτουν φασματογραφικά στις ιριδίζουσες διαθλάσεις τους τα πρώτα ριζώματα της ποίησης του Νίκου Παπάνα. Η ευγένεια και το πάθος, η τρυφερότητα και η ορμή, ο πόθος και η ματαίωση, το φως και το σκοτάδι, η αισθαντικότητα και η περισυλλογή. Στις αντιθέσεις τους ανταμώνεται η γνήσια μετρημένη λυρική έκφραση με την ρομαντική πνοή της φευγαλέας στιγμής του ανίδωτου και του ασχημάτιστου στην υψομετρική κατατομή του ιδεαλισμού.  

 

         [1]

Φωτεινό χέρι

από βαθύ πηγάδι

μ’ ελευθερώνει.

 

         [3]

Τρυφερή μάχη:

Θέλω να με νικήσεις

ή να νικήσω;

 

         [5]

Πάντα για όλους

(εσύ θα με διαβάσεις;)

κλειστό βιβλίο.

 

         [9]

Μέσα μου ήσουν

χαράς κρυφό λυχνάρι

πριν σε γνωρίσω.

 

         [15]

Πέντ’ εφτά πέντε·

ψυχής πεσμένα φύλλα,

πώς να χωρέσουν;

 

         [17]

Αρχή και τέλος·

καίω πεσμένα φύλλα

και τα χαρτιά μου.

 

Στην τελευταία ενότητα του βιβλίου, με τον τίτλο Επίλογος, εντύπωση προκαλεί το γεγονός ότι περιέχει ένα και μοναδικό ποίημα. Εδώ, μέσα από τα συντρίμματα της μάχης ο ποιητής μοιάζει στα μάτια μας να ανασυντίθεται οργανικά στην ολότητά του, ανασυγκροτώντας τον λόγο του στις ορίζουσες που τον τρέφουν και να υψώνεται σαν ήλιος λαμπερός, κοσμοκράτορας, πάνω από τα γαλάζια αδιέξοδα των ουρανών του, στην προδιαγεγραμμένη από την μοίρα τροχιά της ερωτικής συμπαντικής έλξης των λέξεων και των σωμάτων, σημαίνοντας την αΐδια νίκη της ποίησης.

 

ΓΑΛΑΖΙΟ ΑΔΙΕΞΟΔΟ

 

Επάγγελμά μου το γαλάζιο αδιέξοδο,

η καλλιέργεια των ιριδισμών σου.

 

Θρησκεία και ζήλος της μορφής σου,

στιλπνής αυγής περισπωμένη.

 

Υπαινιγμός ολάνθιστης βροχής,

φιλί αλεξίπτωτο.

 

Έτσι, λοιπόν, χορογραφία ζωής,

της απουσίας σου αργυρό κυκλάμινο.

 

Αέναη πεισματική εκδρομή

στο νηπιαγωγείο των λέξεων.  

 

 

 

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.