Loading...
ΘέατροΜε πάθοςΠρωτοσέλιδοΤΕΧΝΗ

Κωστής Ζ. Καπελώνης: Ποιά είναι η αξία των αξιών;

Έχω μια διαταραγμένη αντίληψη για το τι είναι καλλιτεχνικό έργο, τι σημαίνει  πνευματική δημιουργία και τι πνευματική ιδιοκτησία. Θεωρώ ότι το καλλιτεχνικό έργο δεν είναι υλικό αγαθό, επομένως η διακίνησή του δεν θα έπρεπε να διέπεται από τους κανόνες της υλικής αγοράς των αγαθών.

Το καλλιτεχνικό έργο είναι απαραίτητο για την ψυχική  ισορροπία μιας πολιτισμένης κοινωνίας, παράγεται από τους καλλιτέχνες και τους ποιητές, για να καταναλωθεί από την κοινότητα.

Η αποτίμησή του θα έπρεπε να είναι ανάλογη με τις ανάγκες του παραγωγού «ποιητή», για να εξασφαλιστεί η επιβίωση και η αξιοπρεπής του διαβίωση. Η κοινωνία, που καταναλώνει το πνευματικό αγαθό, θα έπρεπε να φροντίζει για την εξασφάλιση της παραγωγής αυτού του αγαθού.

 Στα θέματα Υγείας και Παιδείας αυτό είναι μια αποδεκτή παραδοχή, δηλαδή η οργανωμένη Πολιτεία έχει την υποχρέωση να παρέχει υγεία και παιδεία στα μέλη της.

Η πρόσφατη πανδημία το έκανε αυτό απολύτως σαφές και αναμφισβήτητο.

 

Οι χώροι της Τέχνης είναι νοσοκομεία ψυχής και πνεύματος. Ή έτσι θα έπρεπε να είναι. Δεν είναι.

 Η πώληση του έργου τέχνης εξασφαλίζει την υπόσταση του παραγωγού καλλιτέχνη. Στη μεταπώλησή του όμως, και μάλιστα από έμπορο σε έμπορο μέχρι να φτάσει στον τελικό αποδέκτη, η δημιουργούμενη υπεραξία δεν πάει αναλόγως στη λειτουργία της παραγωγής της Τέχνης, αλλά στις τσέπες μεσαζόντων. Θα μου πείτε «κι αυτοί μια δουλειά κάνουν και πρέπει να πληρωθούν».

Όμως, κατά τη γνώμη μου, η διάδοση και η συντήρηση ενός  έργου τέχνης θα έπρεπε να είναι δουλειά της Πολιτείας, μιας Πολιτείας βέβαια, που καταλαβαίνει την αναγκαιότητα της διατήρησης και διάδοσης της Τέχνης, ιδίως της εντόπιας.

 Πράγμα που η ελληνική πολιτεία δεν πολυκαταλαβαίνει, διαχρονικά.

Η Πολιτεία θα έπρεπε να θεσμοθετεί για την παραγωγή, τη διάδοση και τη συντήρηση του έργου τέχνης. Η αντιμετώπιση δεν θα έπρεπε να είναι μόνο με οικονομικά κριτήρια, δηλαδή με επιχορηγήσεις και χρηματικές παροχές. Η αντίληψη της εποχής των Μεδίκων, με τους καλλιτέχνες κλεισμένους  στα παλάτια και τους μαικήνες να πωλούν μεταξύ τους τα έργα των προστατευομένων τους, είναι πια πολύ μακριά.

 Ο σύγχρονος καλλιτέχνης πρέπει να είναι στο δρόμο ή έστω σε μια σοφίτα που να βλέπει στο δρόμο, να αποτυπώνει  και να έρευνα το Δράμα της κοινωνίας εκεί έξω.

Η στρέβλωση που έχει επιφέρει η σύγχρονη Αγορά, έχει παράξει καλλιτέχνες ομφαλοσκοπούντες ή επικοινωνούντες μόνο μεταξύ τους. Λιβανίζοντες αλλήλους ή κατακρίνοντες αλλήλους. Ακόμη και η «Κριτική» -χρόνια τώρα- έχει υιοθετήσει αυτή την αντίληψη. Το αποτέλεσμα; Η σύγχρονη παραγωγή του θεάτρου στη χώρα μας, να καταφέρνει, σε μια πόλη με πληθυσμό τρία  εκατομμύρια, να έχει διακόσιες χιλιάδες θεατές. Οι ντόπιοι επισκέπτες των μουσείων και των εικαστικών χώρων, φοβούμαι, ότι είναι πολύ λιγότεροι. Η δε σχέση περιθωριακών ομάδων, όπως των μεταναστών, με τη σύγχρονη ελληνική τέχνη αγνοείται.  Θεωρητικώς λέμε ότι θέλουμε να ενσωματωθούν στην ελληνική κοινωνία, αλλά το ποσοστό τους, που επικοινωνεί με την τρέχουσα ελληνική τέχνη, είναι ελάχιστα μεγαλύτερο του μηδενός.

 

Πώς λοιπόν η Πολιτεία αξιολογεί την Τέχνη, για ποιους λόγους την επιχορηγεί, πώς φροντίζει για την παραγωγή, τη διάδοση και τη συντήρησή της;

Γιατί επιτρέπει την όποια υπεραξία της, να την νέμεται η ιδιωτική πρωτοβουλία;

Ποιο μέρος της εμπορικής αξίας της μεταπωλούμενης τέχνης πάει στον καλλιτέχνη;

Γιατί το πνευματικό αγαθό πρέπει να περιμένει 70 χρόνια μετά το θάνατο του δημιουργού του, για να δοθεί ελεύθερα στην κατανάλωση ενός πεινασμένου από τέχνη κοινού;

 

Ερωτήματα και σκέψεις που πυροδοτήθηκαν από την αγωνία μου για τη συντήρηση και το μέλλον του προσωπικού μου αρχείου, (που συνδέεται και με το αρχείο του Θεάτρου Τέχνης, αφού η μισή μου καλλιτεχνική παραγωγή είναι συνδεδεμένη με αυτό το θέατρο) και ποιά είναι η αξία αυτού του υλικού, πώς αποτιμάται, πώς επιζεί της φυσικής φθοράς, ποιούς ενδιαφέρει και πώς μπορεί να γίνει κτήμα, όσων ενδιαφέρονται για την καλλιτεχνική ιστορία αυτού του τόπου, δωρεάν;

 

Η εμπειρία μου από την τύχη που επιφυλάσσεται στα υλικά κατάλοιπα του Καρόλου Κουν, (35 χρόνια έκλεισαν στις 14 Φεβρουαρίου από  τον θανατό του), παρά τις συνεχείς οχλήσεις σε υπουργούς πολιτισμού και ιδιώτες, δεν έχουν μέχρι στιγμής κανένα αποτέλεσμα.

Στα γραφεία των τριών τελευταίων υπουργών του Πολιτισμού υπάρχει, επίσημη έκθεση αυτοψίας από υπηρεσία του Υπουργείου τους, που αναφέρει τους κινδύνους καταστροφής αυτού του υλικού.

Ένα πολύ μεγάλο μέρος του, στη διάρκεια των 35 χρόνων, έτσι κι αλλιώς, έχει καταστραφεί. Το ελάχιστο  μέρος που έχει διασωθεί, δεν καταφέρνει να συγκινήσει αυτούς, που -υποτίθεται – είναι επιφορτισμένοι, να φροντίζουν την πολιτιστική κληρονομιά αυτού του τόπου.

Ξέρω πολύ καλά ότι η ευθύνη δεν είναι προσωπική. Η ευθύνη βαραίνει κυρίως εκείνους που κάνουν τον σχεδιασμό των προτεραιοτήτων και πολύ λιγότερο τους εκάστοτε διαχειριστές. Δεν είναι λίγες οι φορές, που πολλοί από αυτούς τους διαχειριστές αγωνίστηκαν δίπλα στους καλλιτέχνες, για τη βελτίωση των συνθηκών. Δεν θα ξεχάσουμε τη Μελίνα, που όταν ήταν υπουργός πολιτισμού, πήγε μαζί με τους καλλιτέχνες σε συγκέντρωση διαμαρτυρίας έξω από το υπουργείο των οικονομικών.

Η αξία  του δικού μου αρχείου, είναι σαφώς μικρότερης αξίας. Η αλήθεια είναι ότι δεν μπορώ να αποτιμήσω, δεν μπορώ να προβλέψω την ανάγκη της διατήρησής του, γιατί δεν ξέρω αν και πόσο θα αξίζει για τις αμέσως επόμενες γενιές.

Η εξαΰλωση της μνήμης, που φαίνεται να προωθεί η ψηφιακή εποχή που επελαύνει, μπορεί να ανατρέψει όλα αυτά που κάποτε πιστεύαμε ότι ήταν τα υλικά είδωλα των πνευματικών αξίών.

 

Μπορώ μόνο να αναφέρω μια πρόχειρη καταγραφή  αυτού του αρχείου, που περιλαμβάνει κυρίως τεκμήρια από παραστάσεις μου και του Θεάτρου Τέχνης.

Κείμενα, σημειώσεις, μελέτες φωτισμού, φωτογραφίες, ηχητικά ντοκουμέντα, μακέτες, σκηνικά αντικείμενα και αξεσουάρ, αφίσες, προγράμματα από παραστάσεις μου και του Θεάτρου Τέχνης, 35.000 αναλογικές φωτογραφίες σε φιλμς και 3.700 slides, από το 1985 ως το 2000, (περίπου οι μισές  αποτυπώνουν δράσεις και παραστάσεις  από το Θέατρο Τέχνης), 200.000 ψηφιακές φωτογραφίες, από το 2000 μέχρι σήμερα, βίντεο από παραστάσεις στο Θέατρο Τέχνης, (80 κασέτες VHS και 550 ψηφιακές εγγραφές, μεταξύ αυτών όλες οι παραστάσεις μου σε πολλές λήψεις), αποθηκευμένα σε σκληρούς δίσκους και άλλα μέσα ψηφιακής αποθήκευσης, την ψηφιοποίηση 210 μαγνητοταινιών αρχαίου δράματος του Θεάτρου Τέχνης, την ψηφιοποίηση όλων των προγραμμάτων του Θεάτρου Τέχνης και των παραστάσεων που έχω σκηνοθετήσει, πρωτότυπα εικαστικά και ζωγραφικά έργα, συνεργατών μου σκηνογράφων.

Μεταξύ άλλων: Τα σκηνικά του Νίκου Αλεξίου: ΤΑΞΙΔΕΥΟΝΤΑΣ ΜΕ ΤΟΝ ΠΑΟΚ, ΠΑΡΑΜΥΘΙ ΑΠΟ ΧΑΡΤΙ,  ΤΟ ΑΜΑΡΤΗΜΑ ΤΗΣ ΜΗΤΡΟΣ ΜΟΥ, ΔΥΤΙΚΗ ΑΠΟΒΑΘΡΑ και άλλα έργα του, μακέτες και σχέδια, για κοστούμια και σκηνικά.

Σχέδια και ζωγραφιές για παραστάσεις των: Βασίλη Φωτόπουλου, Tim O’Brien, Δαμιανού Ζαρίφη, Αλέκου Φασιανού, Κυριάκου Κατζουράκη, Αφροδίτης Κουτσουδάκη, Βασίλη Νικολαΐδη, Ιωάννας Παπαντωνίου, Κατερίνας Σωτηρίου, Ανδρέα Σαραντόπουλου.

Συλλεκτικά προγράμματα της Επιδαύρου των παραστάσεων του Θεάτρου Τέχνης και πολλά προγράμματα παραστάσεων, που παρακολούθησα τα τελευταία πενήντα χρόνια.

Πλαστικές μακέτες παραστάσεών μου (που έφτιαξα στην καραντίνα και ετοιμάζονται για έκθεση).

Φωτογραφίες της έκθεσης στο καφέ Αιολίς, με τα 12 ΜΩΡΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ του 1998.

Η φωτογραφική έκθεση ΘΕΑΤΡΟ ΤΕΧΝΗΣ-ΕΠΙΔΑΥΡΟΣ 1985-1998, από Ρέθυμνο, Ζάκυνθο και Πάτρα.

Ένας σεβαστός αριθμός  ζωγραφικών και εικαστικών έργων.

4000 τόμοι βιβλίων Θεάτρου, Λογοτεχνίας και Τέχνης.

 Όλα αυτά κινδυνεύουν να βρεθούν, χωρίς ταυτότητα, στα παλιατζίδικα ή αποσπασμένα, ξεχωριστά εδώ κι εκεί.  

Χωρίς ταυτότητα, σημαίνει χωρίς τη σύνδεσή τους με τις παραστάσεις που τεκμηριώνουν, δηλαδή εντέλει  άνευ της υπεραξίας, που τους δίνει η σχέση τους με το Θέατρο.

 Τα υλικά τεκμήρια μιας πνευματικής δημιουργίας είναι απαραίτητα για να προχωρήσει η μελλοντική πνευματική δημιουργία. Το πνεύμα οικοδομεί πάνω σε θεμέλια, που δημιούργησαν τα πνεύματα του παρελθόντος.

Αν αυτό πάψει να ισχύει, τότε «ποιά θα είναι η αξία των αξιών;»

 

 

Φωτογραφίες:
  1. Νίκος Αλεξίου, Άλλ’ αντ’ Άλλων, 1998, 2. Βασίλης Φωτόπουλος, Εμιγκρέδες, 1981, 3. Ιωάννα Παπαντωνίου, Βάτραχοι, 1993, 4. Κυριάκος Κατζουράκης, Δεσποινίς Τζούλια, 1992, 5. Νίκος Αλεξίου, σχέδιο για τα φώτα της Μήδειας, 1995, 6. Tim O’Brien, Όπως σας αρέσει, 1993

 

18.2.2022

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.