Loading...
ΘέατροΜε πάθοςΠρωτοσέλιδοΤΕΧΝΗ

Κωστής Ζ. Καπελώνης: Σκηνοθεσία τραγωδίας δίχως αναισθητικό

Τρία φυλλαράκια από βασιλικό, που ξενόπλενε για να ζήσει τα μωρά του,

έγιναν πέστο εξαιρετικό σε εστιατόριο με πέντε σκούφους,

ενώ ένας αιμοδιψής και εντέλει δολοφόνος περιωπής

μάζεψε τα συμπράγκαλά του και τα εξαπτέρυγα της δόξης του,

τα φόρτωσε όλα σε ένα ντάτσουν με πατάτες

και με ένα τρίκυκλο, που νοίκιασε μετά,

εισέβαλε στο υπαίθριο θέατρο να δώσει παράσταση σε έντρομους θεατές,

ενώ είχανε μαζευτεί τα τηλεοπτικά συνεργεία

να απαθανατίσουν την παράσταση,

η οποία ήταν κάτι ανάμεσα σε αναλόγιο και περφόρμανς,

με μια ιδέα ξεχαρβαλωμένη, η οποία είχε στον πυρήνα της, σαν θέμα αρχαίας τραγωδίας,

τα μυθολογικά συμβάντα που προηγήθηκαν του δεύτερου κατακλυσμού,

τότε που ο Νώε ο Β’ έσφαξε μιαν όρνιθα, αλλά, με εντολή θεού,

δεν έφαγε την κάρα κι έτσι περιπλανήθηκε στις μεγάλες φουρτούνες,

που ρήμαξαν την βάρκα τελικά, αλλά αυτός ξεβράστηκε,

σώος και αβλαβής σε ένα ερημικό ακρογιάλι,

το οποίο πριν μιαν εβδομάδα ήταν γεμάτο κόσμο, με τα μαγιό τους και τα αντηλιακά,

και τώρα όλοι μαζί αγκαλιασμένοι βρέθηκαν στο βυθό

και κάνουνε παρέα στα υποθαλάσσια κήτη,

τα οποία αρνούνται την ύπαρξη θεού που καθορίζει τη μοίρα των ανθρώπων,

γιατί τα κήτη αδιαφορούν για ό,τι δεν συνάδει με τις διατροφικές τους συνήθειες,

ενώ στην επιφάνεια πλέουν, καταπλέουν και παραπλέουν κομμάτια της καταστροφής,

ωραία ξύλα παλαιών ιστιοφόρων, σωσίβια χωρίς ανθρώπους μέσα,

αφροί από το ξάφρισμα του τελευταίου τραπεζίτη,

χωρίς ίχνος ντροπής να κρατάει τα προσχήματα

και πέρα μακρυά διακρίνεται ένας υπερθαλάσσιος φάρος, που έσβησε,

όταν πνίγηκε ο ωραίος νεαρός φαροφύλακας,

ο πρωταγωνιστής ντοκιμαντέρ για φάρους,

και τώρα διεκτραγωδεί την τραγική του μοίρα ο υποκριτής

στο αναλόγιο-περφόρμανς, και άλλα τέτοια αντίστοιχα γεγονότα,

όπως το μέλλον που επίκειται

μετά τις μυθολογικές επιδρομές στο σήμερα του κόσμου,

όταν τα πάνω κάτω θα βρεθούν,

οι πρωταγωνίστριες θα συνωστίζονται σε προθαλάμους ειδικών αδυνατίσματος,

αλλά και εμφύτευσης κουλτούρας στο υπογάστριο,

ενώ την ίδια ώρα οι πρωταγωνιστές θα παρακολουθούν ποδοσφαιρικούς αγώνες,

σε ρωμαϊκές αρένες, όπου θα παίζουν τη ζωή τους οι δευτεραγωνιστές,

χωρίς τύψεις για το οποιοδήποτε αποτέλεσμα,

αφού δεν θα υπάρχει θέατρο να παρασταθούν αυτά τα έργα,

τα οποία κάποτε ανασκολόπιζαν με τις υποκριτικές τους ανικανότητες

ή τις επικοινωνιακές τους πομφόλυγες αυτοί οι ίδιοι πρωταγωνιστές,

που εντέλει αμαυρώθηκαν από την Ιστορία

και την εξονυχιστική ανάλυση με μεθοδικές μεθόδους καθηγητών πανεπιστημίου,

οι οποίοι καθηγητές απομονώθηκαν δεκαετίες για να μελετήσουν το φαινόμενο,

και τελικά τα αποτελέσματα δεν ενδιέφεραν κανέναν,

αφού πέρασε η μόδα του θεάτρου της αγένειας και της υψιπετούς εμβρίθειας

και η ανθρωπότητα έχει προσγειωθεί σε τηλεοπτικούς παραδείσους προσκαίρων ηδονών,

προσδοκώντας να ενσωματωθεί στις λεπτομέρειες

θρησκειολογικών αναλύσεων του τελευταίου γκουρμέ γαλακτομπούρεκου,

χωρίς να υπολογίσει καθόλου τις συνέπειες μιας τέτοιας στάσης

ή απόστασης, που εγκυμονεί κινδύνους,

οι οποίοι αναμοχλεύουν άγρια πάθη,

που μπορεί να προκαλέσουν τον τρίτο κατακλυσμό,

τον οποίον δεν θα αποφύγει ο κόσμος που διέκοψε την επικοινωνία με τη λογική,

που ξεθεμέλιωσε τη σκέψη πίσω από τα πράγματα,

την πραγματικότητα πίσω από την φαντασία,

την εικονοκλαστική εκρηκτικότητα των υστερνών της φαντασίας,

όπου τα όνειρα ξυπνούσαν μνήμες επιμελώς τακτοποιημένες,

αλλά ανάρμοστες,

όπου τα πρωτοσέλιδα διαπόμπευαν και τα μονόστηλα εψεύδοντο ασυστόλως,

με τους διευθυντές των φεστιβάλ να διώκονται μονίμως

για καταχρήσεις οικονομικές και άλλες, αλλά να μην καταδικάζονται,

γιατί τα στοιχεία απεδείχθησαν ελλιπή

και μόνο φασαρίες και καυγάδες επέβαλαν την ιεράρχηση των ειδήσεων,

όπου σφαχτάρια κρεμασμένα στα τσιγκέλια

περίμεναν τον Αντονέν Αρτώ τους, να τα απαθανατίσει,

όμως μόλις έφτασε σ’ εκείνο το σημείο ακριβώς η αφήγηση των γεγονότων,

επιτέλους, κατάλαβε το κοινό την κοροϊδία και άρχισε να αποχωρεί,

στην αρχή σιωπηλά και ευπρεπώς, αλλά κατόπιν όπου φύγει-φύγει,

γιατί ο αφηγούμενος υποκριτής αγρίεψε,

κατάργησε την απόσταση σκηνής και πλατείας

και υποχρέωνε τους θεατές να συμμετέχουν,

είτε απειλώντας τους με αντίποινα,

είτε και με δική τους θέληση μερικοί ανέλαβαν δράση,

φτύνοντας στην αρχή ο ένας τον άλλον

και μετά κλωτσιές, μπουνιές και μαχαιρώματα,

κι έτσι, όσοι κατάφεραν να φύγουν έγκαιρα,

διέσωσαν μια στοιχειώδη αξιοπρέπεια, που ίσως τους χρειαστεί αργότερα,

γιατί το θέατρο έτσι πια θα συνεχίσει,

με περφόρμανς και αναλόγια και βιαιοπραγίες,

ώσπου να μετανιώσουν οι πρωταθλητές της καταστροφής,

να ζητήσουν ταπεινά στα γόνατα συγγνώμη

και να εγκαταλείψουν τις θεατρικές παραγωγές,

αφού θα επεκταθούν σε άλλες επικερδείς επιχειρήσεις,

με λιγότερη δημοσιότητα αλλά με σημαντικότερο οικονομικό αποτέλεσμα,

γιατί εντέλει το χρήμα είναι που ενδιαφέρει·

η τέχνη, ειδικά αυτή που περιέχει θέατρο,

ξεπέφτει από αιώνα σε αιώνα,

ενίοτε και μεσαίωνες ολόκληρους,

χωρίς καμίαν ελπίδα ανάκαμψης,

όμως υπερβαίνοντας τη λογική επανακάμπτει,

μέσα από τα σκοτάδια, τα καλλιεργημένα επιμελώς σε πνευματικά θερμοκήπια,

αυτών που θεωρούν πολύτιμο και εξαιρετικό το σκότος της ύπαρξής τους,

ενώ οι νέες σκηνοθεσίες

θα εξακοντίζουν την τραγικότητα τους στα σπλάχνα του θηρίου,

που θα σφαδάζει στο κοίλον ενός αρχαίου θεάτρου

που αναστήλωσε το Διάζωμα και μετά

θα το ψήσουν να δειπνήσουν στην ορχήστρα,

με συνοδεία μουσικής

που γράψανε τα πεύκα

που καήκανε τριγύρω.

 

 

 

[Φωτογραφίες από το λεύκωμα: ΘΕΑΤΡΟ ΤΕΧΝΗΣ ΚΑΡΟΛΟΥ ΚΟΥΝ, ΕΠΙΔΑΥΡΟΣ 1985-1998, ( Έκδ. Αιγόκερως/Θέατρο Τέχνης, 2019).  Αριστοφάνη ΒΑΤΡΑΧΟΙ, Αύγουστος 1992. Σκηνοθεσία Μίμη Κουγιουμτζή.]

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.