Loading...
ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΠεζογραφία

Κώστια Κοντολέων: Δείπνο

ΔΕΙΠΝΟ

 

Έξω λυσσομανούσε ασυνήθιστος Μαρτιάτικος αέρας. 

Φόρεσε βιαστικά τη ρόμπα της, έριξε δυο χούφτες νερό στο πρόσωπο να φύγουν τα σημάδια που πρόδιναν τον ανήσυχο ύπνο της νύχτας. 

Καφές πικρός σε φλιτζάνι πορσελάνινο, απομεινάρι  φθαρμένων οικογενειακών κειμηλίων.  Τετράδιο με χοντρό εξώφυλλο και ξεθωριασμένη ετικέτα, ο νευρικός γραφικός χαρακτήρας της μάνας πληροφορούσε «Τετράδιο Συνταγών»…

Μολύβι στο χέρι, τσεκάρισμα υλικών, τρόπος κατασκευής…

Εννιά ακριβώς υλικά με διαφορετικούς συμβολισμούς: σιτάρι-ζάχαρη-σταφίδες-μαϊντανός-σουσάμι-ρόδι-κανέλα-αμύγδαλα-κουφέτα. 

Τα μέτρησε δυο φορές, ο φόβος της παράλειψης έστω και ενός θα έσπαζε την αλληλουχία των συμβόλων.

Η παλιά εμαγιέ λεκάνη της πεθεράς της, που σ’ ένα μακρινό παρελθόν είχε φιλοξενήσει στη γούρνα της ζυμάρια, ποτισμένα με κονιάκ και βούτυρο γάλακτος, για τα περίφημα Σμυρναίικα κουλουράκια της, τώρα έμενε ξεχασμένη στο πιο ψηλό ντουλάπι της κουζίνας της.  Σήμερα επιβάλλονταν η έξοδος της στο φως από το σκοτάδι της αχρηστίας της. 

Υπήρχε λόγος…

Έβαλε καθαρή ποδιά, και ξεκίνησε το ανακάτωμα των υλικών.  Πολύωρη και περίπλοκη διαδικασία με έμφαση στην λεπτομέρεια. 

Όταν όλα τα υλικά έφτασαν στην επιθυμητή ένωση  διατηρώντας, ωστόσο, την αυτονομία των αρωμάτων τους εγκατέλειψαν την λαϊκότητα της εμαγιέ λεκάνης κι ενέδωσαν στην αριστοκρατικότητα της κρυστάλλινης πιατέλας της Σαντορινιάς γιαγιάς, ηρωικώς διασωθείσα αλλεπάλληλων σεισμών-λιμών- καταποντισμών της πλούσιας μυθολογίας του νησιού, δέσποζε τώρα στο κέντρο του τραπεζιού.  Ανάμεσα σ’ ασημένια κηροπήγια με μαύρα χοντρά κεριά. 

Από το ντουλάπι βγήκαν κρυστάλλινα ποτήρια του κονιάκ, μπουκάλια επτά αστέρων. 

Εκατέρωθεν των πιάτων, αστραποβολούσαν ασημένια μαχαιροπίρουνα κι ασημένιοι κρίκοι αγκάλιαζαν λινές σκούρες πετσέτες.

Κοίταξε το ρολόι της και βιάστηκε να απαλλαγεί από  τα ρούχα της κουζίνας πετώντας τα στο καλάθι για τα άπλυτα.  Να φορέσει το στενό μαύρο φόρεμα με το βαθύ ντεκολτέ, το μαύρο μαργαριταρένιο κολιέ που έσφιγγε πάντα ενοχλητικά  τον λαιμό της, τις μαύρες ψηλοτάκουνες γόβες που ισορροπούσε με δυσκολία πάνω τους.  Έτοιμη πια παρακολουθούσε αγχωμένη τους δείκτες του παλιού εκκρεμές να πορεύονται αργά, αντιπαλεύοντας το χρόνο, στο λευκό μεγάλο καντράν. 

Δώδεκα καμπανιστοί χτύποι ανήγγειλαν την έλευση της νύχτας.

Τριπλός επιτακτικός ο ήχος  του ρόπτρου την άφιξη των καλεσμένων της. 

Βιάστηκε ν’ ανοίξει. 

Δυο άντρες και μια γυναίκα στέκονταν εκεί έξω με παγωμένα χαμόγελα.  Παραμέρισε να περάσουν.  Πρόσωπα του τότε και του πριν, ο Κώστας, η Λεμονιά, ο Νικόλας.  Ύστερα το ρόπτρο χτύπησε ακόμη δυο φορές και οι καλεσμένοι κάθισαν στις θέσεις τους.  Ο Γιώργος ανάμεσα στις δυο γυναίκες του την πρώην και την μετά, την Άννα και την Μαρία.  Η Φωτεινή, μπήκε τελευταία,  κάθισε ηθελημένα μόνη της μακριά από όλους. 

Η κρυστάλλινη πιατέλα άλλαζε συνέχεια χέρια, και τα ποτήρια γέμιζαν και ξαναγέμιζαν κονιάκ.

Η ίδια ούτε έφαγε ούτε ήπιε. 

Παρακολουθούσε αμίλητη τις προσπάθειες των  καλεσμένων της να σκεπάσουν εγωιστικά τις φωνές των άλλων με τις δικιές τους.  Οι θύμησες καλών στιγμών  τους δημιουργούσαν μια κάποια ευθυμία κι έπιναν εις ανάμνηση τους και κάποιες κακές στιγμές τους γίνονταν αφορμή για ανώφελες παρεξηγήσεις και προσπάθειες   να λύσουν άλυτους λογαριασμούς από τότε που ήταν…

Τι ακριβώς;

Χτύπησε το κουτάλι στο πιάτο της και σηκώθηκε όρθια. 

Στην απόλυτη σιωπή που ακολούθησε μοίρασε ερωτήσεις περιμένοντας ξεκάθαρες απαντήσεις.  Γύρισε πρώτα στον Κώστα…

«Σε γνώρισα μέσα από φωτογραφίες» του είπε, «δεν ξέρω καν τον ήχο της φωνής σου, τον ήχο της φωνής του πατέρα, το άγγιγμα σου στο μάγουλο μου, πώς να έμοιαζε άραγε;  Αντάλλαξες την ζωή σου με μια παρεξήγηση σ’ ένα συσσίτιο για ένα κομμάτι τυρί για μένα και τη μάνα…  Εγώ την δική μου με κάθε είδους κακοποίηση.  Άξιζε τελικά τον κόπο;  Το αγέννητο που πήγες να προστατέψεις έμεινε χωρίς πατρική προστασία».  Ο Κώστας χαμήλωσε το κεφάλι.  «Μίλησε μου», του φώναξε, «έστω και τώρα να μάθω την χροιά της φωνής σου.  Άγγιξε με να γνωρίσω επιτέλους την αφή των δαχτύλων σου.  Δώσε απάντηση στα αμέτρητα  μου γιατί».  

Δεν υπήρξαν αγγίγματα ούτε απαντήσεις.  Μόνο χαμηλωμένο κεφάλι και βουβή σιωπή.    

Στράφηκε στη Λεμονιά, «Την προστασία της μάνας ανέθεσες στην αδελφή σου, πόσο αφελής, δεν έβλεπες ή δεν άντεχες να δεις τα σημάδια της κακοποίησης της πάνω στο σώμα μου». 

Την άκουσε να ψελλίζει, «Δεν ήξερα, πίστεψε με, δεν ήξερα…Έπρεπε να δουλέψω…»

Την κοίταξε «Έπρεπε να ξέρεις,» της είπε, «μάνα ήσουνα». 

Και τότε η Φωτεινή πήρε τον λόγο από μόνη της, «Ψέματα, ποτέ δεν σ’ άγγιξα, έχω ήσυχη τη συνείδηση μου» οι ίδιες κάλπικες δικαιολογίες τώρα όπως και τότε.  Μεταμέλεια;-λέξη άγνωστη για κείνη.

Την αγνόησε και στράφηκε στον Νικόλα…

«Εσύ;»

Ο Νικόλας σήκωσε τους ώμους.  «Πατριός ήμουν έπαιξα επάξια τον ρόλο του πατέρα, τι σου έλειψε;» 

«Ρόλος του πατέρα είναι και να προστατεύει μα εσύ έμεινες αμέτοχος θεατής. Ίσως να είχαν γίνει αλλιώς τα πράγματα αν είχες θελήσει να εμπλακείς».

Είχε έρθει η σειρά του Γιώργου τώρα.  Ο θείος της καθόταν ανάμεσα στις δυο γυναίκες του, την πρώην και την νυν, που καυγάδιζαν αενάως οι ανόητες για την πρωτοκαθεδρία τους στη άυλη πια ζωή τους.

Γύρισε και κοίταξε με περιφρόνηση πρώτα εκείνες, ύστερα τον Γιώργο. 

«Θείος να σου πετύχει.  Υποτακτικός στο φουστάνι όχι μιας γυναίκας αλλά δύο.  Μα βάναυσος απέναντι στις αδελφές σου.  Πόσο σε φοβόμουν…»  

«Δεν είμαι άξιος ούτε της συγνώμης σου», ψέλλισε εκείνος. 

Καθυστερημένη απολογία – την έκανε να καγχάσει.

Ένας μακρινός κόκορας χαιρετούσε το πρώτο φως της αυγής.  Σηκώθηκε πήγε προς την πόρτα και την άνοιξε. Ύστερα φώναξε: «Φύγετε…  Τώρα… Πάρτε μαζί σας τις άχρηστες συγνώμες σας και τις ενοχές σας, αν έχετε».   

Έμεινε μόνη να κοιτάζει αυτούς που ήταν κάποτε η οικογένεια της να χάνονται στην πρωινή ομίχλη.  Άυλες παρουσίες στον άυλο κόσμο τους.  Έκλεισε την πόρτα.  Τα μαύρα κεριά στα ασημένια κηροπήγια είχαν από ώρα σβήσει.    

Η κρυστάλλινη πιατέλα πλύθηκε, σκουπίστηκε και κρύφτηκε στον πάτο χαρτόκουτου μαζί με τα ποτήρια του κονιάκ. 

Πέταξε το τετράδιο με τις συνταγές στο καλάθι των σκουπιδιών.

Δεν το χρειαζόταν πια.

Το ημερολόγιο στον τοίχο έγραφε: Μεγάλο Σάββατο των Ψυχών.

Έσκισε τη σελίδα.

Η επιθυμητή λύτρωση της δεν είχε συντελεστεί.

Τώρα ξέρει πως τα κόλλυβα λυτρώνουν τους πεθαμένους, όχι αυτούς που μένουν πίσω!                                       

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.