Loading...
ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΠεζογραφία

Μαρία Βέρρου: ένα διήγημα

ΓΚΑΖΕΣ                                     

Τι βλέπει ένα παιδί σ’ ένα σπίτιˑ ένα τραπέζι που στη σκιά του κρύβεται για να γλυτώσει την τιμωρία, μία καρέκλα με μισοσπασμένο ποδάρι αποτέλεσμα ενός άγριου τσακωμού των γονιών του, ένα κρεβάτι με σούστες που τρίζουν, τη βιβλιοθήκη του πατέρα απ’ όπου μέχρι τα γεράματα τράβαγε βιβλία και διάβαζε καθισμένος στη λιακάδα, στα διαλείμματα μεταξύ ύπνου και ξύπνιουˑ κι εκείνη την αγαπημένη κατσαρόλα της μάνας που κάποτε της έφυγε από τα χέρια κι έπεσε πάνω στο μάρμαρο αφαιρώντας του ένα κομμάτι που δεν αντικαταστάθηκε ποτέ. Η τιμωρία μου έλεγε που δεν πρόσεχα, έριχνε την ευθύνη πάνω της, σάμπως και να μην έφταιγε ο χρόνος που στράβωνε τα δάχτυλά της, θόλωνε τη ματιά της, βράδυνε τις κινήσεις της, περπατούσε πια σαν πάπια για να έχει μεγαλύτερο στήριγμα, τώρα καταλαβαίνω! Τότε μου φαινόταν αστείο και γέλαγα. Και περπατούσε αργά, στηριζόταν στο μπράτσο μου, ένοιωθα να με τραβάει προς τα κάτω, δύσκολο το βάδισμα μαζί της, με θύμωνε.  

Να προλάβω, να προλάβω να μαζέψω το δίχτυ με τις γκαζές και τα χαρτάκια με τις εικόνες του Μίκυ, το άλμπουμ και τα περιοδικά του μικρού ήρωα που είχα φυλαγμένα κάτω από το στρώμα. Η μετακόμιση θα γινόταν όταν όλα θα ήσαν έτοιμα. Και το “έτοιμα” γινόταν όταν ο πατέρας γύριζε από το κουρείο φρεσκοξυρισμένος και μοσχοβολιστός. Ποτέ δεν κατάλαβα πώς μπορούσε μέσα σ’ εκείνη την κοσμοχαλασιά να θέλει να είναι του κουτιού. Είχα ένα βαλιτσάκι μικρό, κόκκινο, εκεί έβαζε ο μάνα μου το φαγητό για το σχολείο. Εκεί μέσα αργότερα έκρυβα κάποια μυστικά μου. Εκεί μετά έχωσα και τις φωτογραφίες των γονιών μου, τις πιο παλιές και τις πιο καινούργιες. Εκεί και τις φωτογραφίες της γυναίκας μου μετά το διαζύγιο. Ήταν κομμένη στη μέση. Ανοησίες! Λες και θα μπορούσε να αλλάξει την πραγματικότητα. Ή μάλλον τις πραγματικότητεςˑ μία τωρινή και μία παλαιότερη. Δεν έβαλα ποτέ εκεί τις φωτογραφίες των παιδιών μου. Τις κουβαλούσα μαζί μου σε σμίκρυνση και μία μεγάλη στο κομοδίνο μου. Μου χαμογελούσαν και μεγάλωναν τη στέρηση.

            Τρεις μετακομίσεις κάναμε. Στην πρώτη ο πατέρας ήταν εκεί. Θα πηγαίναμε σε μεγαλύτερο σπίτι. Σε καλύτερη περιοχή. Την προηγούμενη μέρα δεν βγήκα να παίξω. Ούτε έφαγα. Κανείς δεν το κατάλαβε. Το φαΐ το έδωσα στην γάτα της κυρίας Ελευθερίας, δεν έφευγε από κοντά μου. Της έδεσα ένα καρτελάκι με τη νέα μας διεύθυνση στο λαιμό της.  Είχα πει στη μαμά να την πάρουμε μαζί μας. Όμως αρνήθηκε. Είχε ένα πρόβλημα με τις γάτες, τις τρίχες γενικά. Φώναζε και στην αδελφή μου να μαζεύει τις τρίχες από τη χτένα της. Όταν ήρθε το φορτηγό η μαμά μού είπε ότι με είχε πάρει ο ύπνος.

            Ξύπνησα μεγαλώνοντας μόνος μου, έτσι ξαφνικά σαν να πέρασα από την παιδική ηλικία κοντά στην ενηλικίωση. Τίποτε συγκλονιστικό δεν συνέβαινε στη νέα γειτονιά. Όλα κυλούσαν σα να κολυμπούσα σε μια πηχτή σούπαˑ το καινούργιο σπίτι έμοιαζε διάτρητο σαν το σουρωτήρι που σούρωνε η μάνα μου τα μακαρόνια. Πήγαινα ερχόμουνα στο σχολείο, κλωτσούσα τη μπάλα αλλά ένοιωθα ότι ήταν συνεχώς ξεφούσκωτηˑ κι ό,τι άλλο με τυραννούσε έμενε θαμμένο μέσα μου, εκτός από τον πατέραˑ έφυγε έτσι απλά με το βιβλίο ανοιχτό στα πόδια τουˑ δεν καταλάβαμε αν πέθανε ή κοιμόταν χαμένος στον κόσμο τουˑ και την Ηλέκτρα, που γνώρισα στη Σχολή.

            Στην δεύτερη ήταν μόνο η μάνα. Αυτή τη φορά θα πηγαίναμε σε μικρότερο σπίτι. Η μάνα είχε αρχίσει ήδη να χάνει τις κατσαρόλες, τα κλειδιά της, σταδιακά την όρασή της, τις ώρες του φαγητού και του ύπνου. Την πήραμε μαζί με τη γυναίκα μου στο νέο μας σπίτι. Η αδερφή μου ζούσε στο εξωτερικό.

            Στην τρίτη ήμουνα μόνος κι έτρεχα να μαζέψω ότι προλάβαινα. Η αδερφή μου κάθε φορά πνιγόταν στο κλάμα. Τόσο κλάμα λες και το έκανε επίτηδες. Εγώ πάλι δεν έκλαιγα φανερά. Έκλαιγα μέσα μου ή θύμωνα. Και ξέσπαγα στα αντικείμενα. Κάποτε ξέσπασα πάνω στην Ηλέκτρα. Το μετάνιωσα. Ήταν όμως ήδη αργά. Λες να ήταν κληρονομικό; το σκέφτηκα κι αυτό. Εκείνη τη φορά που ο πατέρας έσπασε την καρέκλα φοβήθηκα τόσο πολύ που κατουρήθηκα. Μετά είδα εκείνον να κατουριέται. Ένοιωσα την ντροπή του αν και νομίζω ότι εκείνος δεν ένοιωσε τίποτα. Μόνο η αδερφή μου που ήταν μεγαλύτερη έτρεξε να μας αλλάξει και τους δύο με διαδοχική χρονικά απόσταση. Με χάιδεψε και με φίλησε στο κεφάλι. Ένοιωσα την ανάγκη να χαϊδέψω τον πατέρα μου, να τον φιλήσω τρυφερά στο μάγουλο. Δεν ξέρω αν κατάλαβε τον λόγο. Μόνο σήκωσε το χέρι του και σκούπισε το μάγουλό του εκεί όπου είχα ακουμπήσει τα χείλη μου. Το ίδιο έκανε και η γυναίκα μου όταν θέλησα να την φιλήσω σε μια προσπάθεια συμφιλίωσης χωρίς αποτέλεσμα βέβαια αφού όλα είχαν πάρει πια τον δρόμο τους. Όπως οι μετακομίσειςˑ σαν να βρίσκεσαι στις όχθες ενός ποταμού και ν’ αναρωτιέσαι να μπω, να μη μπω κι έτσι και μπεις επιστροφή δεν έχει. Και μετά ζεις με τις τύψεις σου, τις παλινωδίες σου, τις υποθέσεις χωρίς αντίκρυσμα, κολυμπάς σε μια βουβαμάρα ελπίζοντας ότι θα τα καταφέρεις στο τέλος κι αυτή τη φορά, όπως και στις προηγούμενες. Μόνο τα παιδιά να μπορούσα να έβλεπα πιο συχνά!

                                                                                   

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.